Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Κάπνισε όσο προλαβαίνεις!


Λίγες ώρες μείνανε σύντροφε! Τρέξε να καπνίσεις όσο προλαβαίνεις, στους κλειστούς χώρους. Από αύριο, θα ισχύει ο νόμος και τούτος ο νόμος δεν είναι το δίκιο του καπνιστή μα το δίκιο του κράτους πρόνοιας (!) που θέλει να σε προστατέψει βρε κουτέ, από την ανθυγιεινή αυτή συνήθεια του καπνίσματος.

Απόψε λοιπόν, προλαβαίνεις να τα κάνεις όλα! Τρέξε στα μπουζούκια μέχρι τα μεσάνυχτα, κάπνισε αρειμανίως. Τι κι αν δεν έχει βγει ακόμα η φίρμα; Τι κι αν δεν έχεις προλάβει να έρθεις σε κέφι, τι κι αν θέλεις στο βαρύ και ασήκωτο ζεϊμπέκικο να φουμάρεις κι ένα σέρτικο; Ξέχνα το! Εκείνο το μελανούρι πίσω, η λουλουδού, υποφέρει από χρόνιο άσθμα και εσύ της φυσάς το κοχίμπα μες στα μούτρα την ώρα που της αρπάζεις τα πανέρια με λύσσα. Εργαζόμενο κορίτσι είναι κύριος, θες εσύ να σου φερθούν έτσι; Θέλεις;

Στην τελική κάπως πρέπει να γίνεις Ευρωπαίος. Πως θα γίνει; Ευρωπαίος πρώτος για να τσεπώνεις τις επιδοτήσεις αλλά το τσιγάρο δεν το κόβεις - δεν το κόβεις; Θα το κόψεις ρε διότι σε άλλη περίπτωση θα πέσει βαρύς ο πέλεκυς της δικαιοσύνης. Τι πάει να πει αν δεν πέφτει το ίδιο βαρύς και στου κλέφτες και τα λαμόγια της πολιτικής; Το ίδιο είσαστε; Για κάτσε καλά! Αυτός έφαγε τα νιάτα του για να στήσει την πολιτική καριέρα την ώρα που εσύ πήγαινες γήπεδο και έβριζες τη μάνα του διαιτητή και την ώρα που έτρωγες το βρώμικο ξημερώματα στη καντίνα. Εσύ δεν είσαι άξιος παρά μόνο για να τον ψηφίζεις, να τον στηρίζεις, να τον χειροκροτείς και να του σκύβεις με χάρη γιατί η παιδεία του απαιτεί τους καλούς σου τρόπους, σε όλα!

Κάπνισε όσο προλαβαίνεις! Κάπνισε παντού. Σε λίγες ώρες, θα γίνεις νομοταγής με το καλό ή με το βάρβαρο. Δεν έχει σημασία. Σημασία πάντα και μόνο έχει η ισχύς του Νόμου αλλά αυτό μόνο για εσένα αδερφέ. Μόνο για εσένα!

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

Θα φυτρώσει η σαρδέλα;;;

Από το ταξίδι μας στη Σικελία: Η Ψαραγορά της Κατάνης


Η κοπέλα αγάπαε άλλονε. Πως να γένει με το ζόρι στεφάνωμα μ' ένανε που ούτε να φτύσει απάνου του δεν ήθελε; Κι ας είχε άλλη γνώμη ο πατεράκης τσης κι εκείνη η μάνα τσης που ούλα εφτούνη τα 'χε κανονισμένα. Γλέπεις, τον άντρα τσης, τον είχε του χεριού τσης. Κουμπί τση ποδίας της, έλεγε ο νόνος κι ας ήτουνα ένα παλικάρι μέχρι εκεί πάνου, γεροδομένο.

Τι να κάμει η μαύρη; Τσι το' πε χίλιες βολές: δεν τονε θέλω εφτόνε εφτού! Τίποτα εφτούνοι! "Θα τονε πάρεις!" τση λέγανε λες και την είχανε του πεταματού, 15 χρονώνε κοπέλα. Έτσι, ένα βράδυ που αντάμωσε με το αμόρε τσης κρυφά, τα κανονίσανε κι είπανε να τηνε ξεπορτίσει. Το που θα πηγαίνανε; Ούτα εκειά νογάανε, γιατί κι εφτός 17 χρονώνε παιδί ήτουνα, μη πα' και λες!

Με τα πολλά και με τα λίγα, η κοπέλα εξεπόρτισε από το σπιτικό τσης και τηνε ξεβγάλανε ούλες οι φιλενάδες τσης. Η κάθε μία τση έδωκε κι από κάτι. Άλλη ένα φόρεμα, άλλη ένα χτενάκι για τσι ξανθές τση μπούκλες κι άλλη ένα μαντιλάκι με κεντημένες δυο καρδίες αντάμα, ενωμένες. Κι εκείνη, κλαμένη, έδωκε από ένα φιλί των κοπελώνε κι ανέβηκε απάνου στο μηχανάκι του "γαμπρού" να πάει καλιά τσης.

Οι γονέοι δεν το χονεύανε με τσίπουτις το κάζο που τσι 'καμε η θεγατέρα τσους και έτσι επήρανε απόφαση να μην πούνε σε κανένανε τα νιτερέσσα τσους παρά να βγάλουνε μαντάτο ότι την έχουνε άρρωστη βαριά με ανεμοβλογιά και να μην πλησιάσει κανείς το σπιτικό τσους, μην πα' και κολλήσει μες στο θέρος, βεραμέντε! Πράγματι κανείς δεν επλησίασε άλλο από κάτι γειτόνισσες σκορδοσάρες, που ηξέρανε για το ξεπόρτισμα και τάχα μου, τάχα μου επηγαίνανε και ρωτάγανε τη μάνα αν τση έπεσε τση θεγατέρας η θέρμη. Εκείνη τσι έλεγε ότι η κοπέλλα τσης ψήνεται και τσι ξαπόστελνε από το βόρτο τσης.

Ο πατέρας, τι να έλεγε κι εκειός; Ό,τι του 'χε πει η κυρά του. Ακόμα και στον αδερφό του, ψέμματα έλεγε και το μεγαλύτερο ψέμα στο γαμπρό που ήθελε για τη κόρη του. Γλέπεις, είχε και πούρσες γιομάτες εκειός. Του 'πε πως η κοπέλα ήτουνα σοβαρά και δεν έπρεπε να τηνε πλησιάσει γιατί αν εκόλλαγε, μπορεί και να πέθαινε έτσι μεγάλος που ήτανε στα χρόνια. Ο γαμπρός βέβαια, ανησύχησε και κάλεσε τον καλύτερο ντοτόρο του Ζάντε, για να γιάνει τη κοπέλα. Τον έπιασε όμως το ντοτόρο από μπροστά η μάνα, του κλάφτηκε και κομμάτι και τον έπεισε να μην αποκαλύψει το μυστικό και γίνει η υπόληψη τση οικογένειά τσης, ρουμπί. Ο ντοτόρος ήτουνα άνθρωπος σπλαχνικός και δεν μολόγησε τσίπουτις στο γαμπρό. Επήρε και την πλερωμή του από κόντο και είπε εφτά που έπρεπε: Η κοπέλα είναι σοβαρά, θέλει ησυχία και σκοτάδι και καλό φαΐ. Και να μην την πλησιάζει κανείς γιατί έτσι και κολλήσει, μαύρο φίδι που τον έφαγε. Βέβαια, είπε πως θα γιάνει αλλά πως ήθελε καιρό.

Καιρό ετράβηξε η ιστορία κι οι γονέοι ηξέρανε πια πως τη θεγατέρα τσους την είχε κλεμμένη ένας βουνίσιος. Εφτό βέβαια το νόγαγε ούλο το χωρίο αλλά κανείς δεν ετόλμαγε να ειπεί κουβέντα στο γαμπρό, που επερίμενε να γιάνει η κοπέλα για να τηνε πάρει νύφη. Όσο όμως εφτός περίμενε, εκουβάλιε σπίτι τσης ντοτόρους, φαγιά ότι τραβάει η ψυχή σου και ούλα του Χριστού τα καλά! Το "συμπεθερίο" βεραμέντε, επέρναε καλά κι όταν εκειός έλεγε πως ήθελε να την ειδεί κομμάτι έστω και από μακρία, εστέλνανε το γιο τσους τον μικρόνε και εξάπλωνε στο κρεβάτι με τη κουβέρτα από το κεφάλι και εκαμονώτανε ότι βαΐζει. Έτσι όπως έγλεπε ο γαμπρός από τη πόρτα εφτούνη τη περίσταση, εγύρναγε κι έφευγε κλαίοντας από τη στεναχώρια του για τη κοπέλα.

Κοντά τσι δύο μήνους, πεθερός και μέλλον γαμπρός εκατεβήκανε στη Χώρα για κάτι θελήματα. Όπως επερνάγανε από τον Άγιο Παύλο εκεί στα ψαράδικα, ο πεθερός ορέχτηκε κάτι σαρδέλες φρέσκιες κι έτσι κουτοπόνηρος που ήτουνα, λέει δήθεν μονάχος του: Ου πράμα σαρδελούλες, να 'χε δυο η θεγατέρα μου που βαΐζει από τσι πόνους είθε να 'βρισκε την υγειά τσης! Τόμου άκουσε ο γαμπρός τέτοιο πράμα, αμέσως εμπήκε στο ψαράδικο και εψώνισε 3 ολάκερα κιλά σαρδέλες για την "άρρωστη".

Όπως έκαμε να τσι δώκει του "πεθερού" του, να 'σου κι επέρναγε από το δρόμο η θεγατέρα με το αμόρε τσης, απάνου στο μηχανάκι. Ίσα που δεν εκορπάρισε από το σκόρσο! Μα ο πατέρας που του μπήκε ο δαίμονας μέσα του ορθός και δεν εμπόρεσε να βαστάξει τα νεύρα του, αρπάζει τσι σαρδέλες και τσι κάνει πεταχτές του ζευγαριού. Εφτούνοι βέβαια, εδώσανε μία γκαζία κι όπου φύγει - φύγει αλλά ο φόρος εγιόμισε σαρδέλα, μέχρι και απέναντι σε ένα μαγαζί εμπήκανε τα ψάρια και τα ζουμία και η εμπόρισσα εβγήκε κι έκαμε τη μουρλή πως τση λερώσανε.

Μα ο πατέρας είχε το πόνο του και τση απάντησε: Εφτό σε νοιάζει εσέ; Ότι σου λέρωσα τη τζαμαρία, βεραμέντε;;;; Εδώ ορή η θεγατέρα μου εμούρλωσε από την αρρώστια και γυρνάει με τα μηχανάκια με 40 πυρετό! Και ο "γαμπρός" που τα κατάλαβε ούλα ετότενες, του απάντησε: Όσο άρρωστη είναι η θεγατέρα σου Νιόνιο, τόσο θα φυτρώσει κι η σαρδέλα μες στο φόρο. Μα ο Νιόνιος επροσπάθησε ξανά να τα μπαλώσει μήπως και τονε μπαλιγάρει και του αποκρίθηκε: Αφέντη τόμου είναι έτσι, να τα κλείσουνε δελέγκου τα ψαράδικα οι αθρώποι και να πάνε να κάμουνε άλλη δουλειά! Θα γιομίσει ο κόσμος σαρδέλα!

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Η Κοντσίνα


μια ιστορία από τα ορεινά


Ο Κώστας και ο Πέτρος είχαν γεννηθεί την ίδια μέρα, στην ίδια γειτονιά του χωριού. Η ίδια μαμή εξεγέννησε τσι μανάδες τσους, που κοιλοπόνιανε δίπλα, δίπλα. Και αντάμα εμεγαλώσανε σαν αδέρφια. Εκάμανε οικογένειες και παιδία και ούλα του Χριστού τα καλά.

Κάθε απόγιομα εσυναντιότανε στο καφενείο του Γιάννη, ένα από τα καφενεία του χωριού, και επαίζανε κοντσίνα. Πενήντα δραμές, τότενες, τη παρτίδα. Πρώτος συνήθως επαρουσιαζότανε ο Πέτρος στο καφενείο κι εβάριε ντρίτα στο τραπέζι που καθόντανε πάντοτες. Όπως έμπαινε και ο Κώστας, ο άλλος έβγαζε το πενηντάρι από τη τσέπη, το έβαζε κάτου από το πακέτο τα τσιγάρα του και έπιανε να ανακατώνει τη τράπουλα. Εκαθότουνα κι ο Κώστας, επαίζανε τη παρτίδα τους, πίνανε και τον καφέ τσους κι άμα φινίριζε η παρτίδα, επληρωνότουνα ο κερδισμένος και πηγαίνανε καλιά τους.

Σ' ένα καιρό, εκεί που επαίζανε την κοντσίνα τους, ετσακωθήκανε οι δυο φίλοι, γιατί γλέπεις ο καθένας ήτουνα με άλλο κόμμα. Ο Κώστας που ήτουνα αριστερός, έδωσε μία πεταξία τση τράπουλας γιατί τον επρόσβαλε ο Πέτρος και έφυγε μήτε θερίο από το καφενείο. Κι έτσι εχολιάσανε, δεν εμίλιε ο ένας του αλλουνού και κάμανε να παρισιαστούνε στο καφενείο πάνω από βδομάδα. Μέσα τσους όμως, δεν ημπόριανε να το κρατάνε άλλο μα ήτουνα περήφανοι κοκόροι κι οι δύο, δεν αποφάσιζε κανένας να κάμει οπίσω και να τα ξανάβρουνε.

Μετά από δέκα μέρες το λοιπό, εξεχαράξανε και αρχίσανε πάλε να παρισιάζονται στο καφενείο. Ο ένας από τη μία μερία, ο άλλος από την άλλη μερία. Ούτε να κοιταχτούνε. Έτσι περάσανε λίγες μερούλες ακόμα. Δεν αντέχανε όμως να μείνουνε άλλο χωρίς το συνήθειό τσους, την κοντσίνα κι όλο εγυρεύανε το γύρω κανένανε άλλονε, μπας κι ήθελε να παίξει μαζί τσους. Κανείς όμως δεν τσι έπαιζε, επίτηδες. Είχαν ούλοι συμφωνήσει μεταξύ τους, με εφτό το τρόπο, να τσι πείσουνε να τα ξανάβρουνε.

Είδε και αποείδε και ο Πέτρος και τι να κάμει, επαραφύλαξε μία μέρα να ειδεί τον Κώστα να μπαίνει στο καφενείο και μόλις τον είδε, μπήκε κι εφτός και βάρεσε καρφί για το τραπέζι που είχανε συνήθειο να κάθουντε. Έβγαλε ένα πενηντάρι από τη πούρσα του, το έβαλε απάνου στο τραπέζι και εφώναξε: "Είναι κανείς να παίξουμε μία;". Νιέντε, μες στο καφενείο. Κανείς δεν εμίλησε. Έκαμε τη καρδιά του κόμπο ο Κώστας και πήγε κι έκατσε, χωρίς μιλιά στο τραπέζι, και παίξανε. Εκέρδισε κιόλας ο Κώστας, επήρε το πενηντάρι και καλιά του.

Από εφτούνη τη μέρα, έτσι επήγε το πράμα. Όποιος από τσι δύο έμπαινε πρώτος στο καφενείο, εκαθότουνα στο τραπέζι κι έβαζε το πενηντάρι από κάτου από το τασάκι. Αριβάριζε μετά ο άλλος και παίζανε, μα κουβέντα δεν εβγάνανε από το στόμα τσους. Και τσι πόντους, στα βουβά τσι μετράγανε, έγραφε ο καθένας τσι δικούς του στο χαρτί. Κι έτσι εσυνεχίσανε, μέχρι τα βαθιά τσους γεράματα, που άλλο δεν ημπόριανε να πάνε ούτε μέχρι του Γιάννη, να παίξουνε κοντσίνα.

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Τα χαμένα πορνογραφήματα της Δρ. Ποστ Πουρί: "Η Όμορφη Ελένη"


Είμαι η Δόκτωρ Ποστ Πουρί. Δόκτωρ Παραφιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ανέμων και Υδάτων, του Βασιλείου της Μαρμαρυγής.


Δεν γνωρίζω ακριβώς πόσων ετών μπορεί να είμαι. Σίγουρα έχω ζήσει σε διάφορους αιώνες, τόπους, με διάφορους τρόπους. Σε κάθε περίπτωση, ως Δόκτωρ, είχα επιτυχία στις κοινωνικές συναναστροφές. Κάτι έκανε τους ανθρώπους να με εμπιστεύονται και να μου εκμυστηρεύονται τα πάντα ή όσα εγώ επιθυμούσα πραγματικά να μάθω.


Τις ερωτικές ιστορίες των «ασθενών» μου, συνήθιζα να τις καταγράφω σε ένα τετράδιο το οποίο κάποια στιγμή έχασα. Διατηρώ την αμφιβολία αν το άφησα σε κάποιο άλλο Βασίλειο ή το χάρισα σε κάποιον εραστή.


Ωστόσο, καταφέρνω να διατηρώ στη μνήμη μου κάποιες ιστορίες... σαν κι αυτή:







"Η Όμορφη Ελένη"


Η Όμορφη Ελένη, ήταν αστή και φορές αστεία. Το εξοχικό των θείων της που τη φιλοξενούσε, όταν κατάφερνε να αποδράσει από την ασφυκτική αγκαλιά των γονιών της, ήταν μόλις πέντε λεπτά από το δικό μας. Έτσι, κάποια καλοκαιρινά απογεύματα συνηθίζαμε να πίνουμε τσάι μαζί, στην ανατολική βεράντα που είχε θέα στη λίμνη.

Μικρή και χαριτωμένη Όμορφη Ελένη, μόλις που είχε βγει από την εφηβεία. Θυμάμαι με τι εντυπωσιακή αφέλεια της άρεσε να μου εξιστορεί τις ερωτικές τις περιπέτειες, πότε με τον Ξάδερφο Αριστείδη και πότε με τον Δάσκαλο Πιάνου και την αδυναμία που έδειχνε στο πορσελάνινο σερβίτσιο τσαγιού. Στιγμές, μου έδινε την εντύπωση πως ήταν απλά μια ταλαντούχα ηθοποιός με πλούσια φαντασία, που σκαρφιζόταν υπέροχους διαλόγους για να διασκεδάζει την πλήξη του μετα-εφηβικού σταδίου της ζωής της. Με τον καιρό, πείσθηκα πως κάθε της λέξη ήταν αλήθεια.

Δεν ξέρω αν ένοιωθα ζήλια για αυτήν. Ήμουν και παραμένω επιτυχημένη, όμορφη, καλλιεργημένη, πλούσια και κάτοχος –κυρίως αυτό- ενός τίτλου που μπροστά του οι πάντες "κτύπαγαν προσοχές", όπως με διαβεβαιώνει συχνά - πυκνά και ο Αρχηγός Στρατού. Δόκτωρ. Κανονική Δόκτωρ. Με έδρα και τα σχετικά. Δόκτωρ Παραφιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ανέμων και Υδάτων, του Βασιλείου της Μαρμαρυγής. Όμως το θέμα μας εδώ είναι η Όμορφη Ελένη και όχι εγώ, η δρ. Ποστ Πουρί.

Αχ, η Όμορφη ήταν σπάνιο πλάσμα. Είχε μια υπέροχη, αψεγάδιαστη, λευκή σάρκα και μακριά μαύρα μαλλιά. Τα μάτια της ανάλογα με το ρούχο που την έντυνε, ήταν άλλοτε γκρίζα και άλλοτε πράσινα. Πιστεύω πως τα έχω δει να γίνονται και μελιά... έχουν περάσει χρόνια. Πάντα μύριζε γιασεμί. Δεν ξέρω πως τα κατάφερνε! Τείνω να πιστεύω πως κάποιος εραστής της τής είχε προμηθεύσει κάποιο άρωμα εξ ανατολών το οποίο δεν αποχωριζόταν ποτέ το δέρμα της.

Οι διηγήσεις της ήταν τόσο γλαφυρές, τόσο ζωντανές, που ακόμα κι εγώ η δόκτωρ, δεν μπορούσα να προβάλω καμία αντίσταση στη δύναμη της ηδονής που με καθήλωνε στην βιενέζικη καρέκλα μου. Στην ηδονή που άνοιγε διάπλατα τους πόρους του δέρματός μου και μου χάριζε γλυκά ρίγη χαμηλά στη μέση και στους βουβώνες. Μετά το πέρας κάθε επίσκεψής της, όταν πια αποχωρούσε η Όμορφη Ελένη διαπίστωνα πως το περίτεχνο πλεχτό καναντίδι του καθίσματός μου, ήταν υγρό.

Απολάμβανε τον έρωτα αυτό το κορίτσι και δεν ένοιωθε καμία ενοχή. Ίσως αυτή η απόλυτη απενοχοποίησή της να ήταν αυτό που με τραβούσε περισσότερο από όλα, σε αυτήν. Μια ελευθεριότητα τόσο δύσκολα να υποστηριχτεί σε εκείνες τις Εποχές. Ήταν πράγματι αξιοθαύμαστο το θάρρος της. Είχε αποφασίσει με ιδιαίτερη ωριμότητα πως θα ζούσε για τις σαρκικές απολαύσεις.

Αν καμιά φορά αργούσε να έρθει για το τσάι, ταραζόμουν στην ιδέα πως δεν θα έπαιρνα τη δόση ηδονής στην οποία με είχε εθίσει η νεαρή. Είμαι σχεδόν βέβαιη πως το είχε καταλάβει και σκοπίμως αργούσε, για να ανεβάσει τον πόθο μου, ίσως με σκοπό να ζητήσει κάτι από εμένα. Ίσως πάλι γιατί ήταν τόσο εγωίστρια που ήθελε οι πάντες γύρω της να εθίζονται στα συστατικά της δικής της ηδονής. Από την άλλη, μπορεί να ήταν τόσο έξυπνη που να είχε καταλάβει πως ήταν το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο, εκείνη τη περίοδο, που μου χάριζε ηδονή. Μπορεί και τίποτα από όλα αυτά ή και όλα μαζί.

Μου έλεγε για τον Δάσκαλο Πιάνου, πως από την πρώτη φορά που συναντήθηκαν, έπεσα στα δίχτυα της αλλά φοβόταν να κάνει την οποιαδήποτε κίνηση αφού την συναντούσε στο σπίτι των γονιών της. Δεν ήταν καν της τάξεώς της, πως θα μπορούσε να την διεκδικήσει; Κι εκείνη φαινόταν τόσο μα τόσο απροκάλυπτα διαθέσιμη. Έτσι, ένα πρωινό εκεί που της μάθαινε ένα νέο σονέτο στο πιάνο εκείνη έσκυψε και του ψιθύρισε: "Ξέρω πως με ποθείτε και σας ποθώ κι εγώ... Νομίζω πως θα πρέπει να κάνουμε κάτι γι' αυτό". Εκείνος τράπηκε σε τακτική φυγή, φοβούμενος πως αν άφηνε τον εαυτό του ελεύθερο θα έμπλεκε σε μια ιστορία με καταστροφικές συνέπειες για τον ίδιο μα και για την Όμορφη Ελένη.

Στο επόμενο μάθημα εκείνη άρχισε να του μιλάει, για όλα όσα επιθυμούσε να κάνει αυτός στο κορμί της κι αυτή στο δικό του. Δεν αντιστάθηκε παραπάνω ο Δάσκαλος Πιάνου, άφησε τις συγχορδίες και καταπιάστηκε με τις χορδές του κορσάζ της. Το άρωμα γιασεμιού που ανάβλυζε, τον είχε ήδη μετατρέψει σε υποχείριό της, χωρίς αυτός να καταλαβαίνει τι του συμβαίνει.

"Μικρή μου Όμορφη, θα έδινα τα πάντα για εσένα!", της έλεγε γεμάτος απελπισία κι εκείνη η σκληρή, του απαντούσε με αυθάδεια:
"Το μόνο που θέλω από εσάς, είναι η ανταλλαγή σωματικών υγρών. Ξέρετε... είμαι συλλέκτης."

Αυτό τον πλήγωνε γιατί του άφηνε υποψίες πως είχε ερωτικές συναναστροφές και με άλλους άνδρες αλλά το δεχόταν προκειμένου να τη χάσει. Μετά από έναν μήνα, ήταν πλέον τέλειος δούλος του πολλαπλού της οργασμού και δεν υπολόγιζε ούτε τις συνέπειες των πράξεών του αν τυχόν και ανακάλυπτε κάποιος τον κρυφό δεσμό τους.

Μετά από δύο μήνες ερωτικής ανάτασης, η Όμορφη Ελένη όπως μπρούμυτα απλωνόταν πάνω στο μαύρο πιάνο, του ομολόγησε:
"Ξέρετε, δεν με ευχαριστείτε πλέον όπως παλιά. Μόλις και μετά βίας καταφέρνω να ολοκληρώσω μια, δυο φορές σε κάθε μας συνεύρεση. Ουφ... είναι τόσο βαρετό!"

Εκείνος τότε, σηκώθηκε βιαστικά από πάνω της κι έκρυψε γρήγορα το φύλο του μέσα στα ρούχα. Ήταν απίστευτο πως με μια της πρόταση, είχε καταφέρει να καταβαραθρώσει τον ανδρισμό, τον εγωισμό και οπωσδήποτε την μέχρι πρότινος, τέλεια στύση του. Τράπηκε ξανά σε φυγή κι αυτή τη φορά ήταν δεόντως άτακτη. Δεν της είπε κουβέντα. Έφυγε... ο δειλός! Όπως μου το χαρακτήρισε η ίδια η Όμορφη Ελένη, όταν μου περιέγραφε τη σκηνή και γελούσε εις βάρος του.

Ωστόσο, ο Δάσκαλος Πιάνου επέστρεψε μετά από δυο μέρες, την καθορισμένη ώρα του μαθήματος. Έδειχνε σοβαρός και αποφασισμένος να διατηρήσει τη σχέση τους αυστηρώς διδακτική κι εκείνη φάνηκε να το αποδέχεται μόνο που είχε μια πρόταση για τον ίδιο:
"Τόσο καιρό με διδάσκετε πιάνο κι όντως έχω γίνει καλή. Εγώ σας διδάσκω ηδονή αλλά για να γίνεται πραγματικά καλός, θα πρέπει να κάνετε ένα ακόμα μάθημα με αντάλλαγμα έναν σπουδαίο ολόδικό μου οργασμό. Τι λέτε;"

Σκέφτηκε για κάποια μόλις λεπτά και της απάντησε δειλά, όπως του άρμοζε:

"Έναν οργασμό. Και πως θα τον ήθελες τώρα;"
"Σε κάθε περίπτωση... πολλαπλό. Αφού το ξέρετε! Και γιατί μου μιλάτε στον ενικό παρακαλώ;", του απάντησε.
Ενοχλημένος ο Δάσκαλος Πιάνου προσπάθησε να επιτεθεί: "Έτσι θα σου μιλάω πια! Μα πέσμου... Δεν φοβάσαι μην πάθεις κανένα έμφραγμα με τόσους πολλαπλούς οργασμούς;"
Γέλασε δυνατά η Όμορφη Ελένη: "Μα τι κουτός που είστε! Διόλου δεν ανησυχώ! Αν τέτοιο θάνατο μου φύλαξε η μοίρα μου... Ας είναι! Όμως σας παρακαλώ, να μου μιλάτε στον πληθυντικό. Πρέπει να κρατάμε τους τύπους".

Δεν πρόλαβε να της απαντήσει, αιφνιδιαστικά βρέθηκε στο χώρο ο Ξάδερφος Αριστείδης και τον αφόπλισε με τη γύμνια του.

"Κι αφού μόνος σας δεν έχετε και μεγάλη επιτυχία, είπα να ζητήσω οικογενειακή βοήθεια κι αυτό, σας το υπόσχομαι, θα είναι το τελευταίο σας μάθημα." Του δήλωσε η Όμορφη χωρίς να περιμένει καν απάντηση.

Για άλλη μια φορά όμως, εκείνος έφυγε και μόνο από το διάδρομο τον άκουσε να λέει: "Όχι δεν δέχομαι να γίνω Μαγιακόφσκι, δεν μπορώ!" και δεν γύρισε άλλο ποτέ. Ούτε εκείνη τον αναζήτησε φυσικά. Της ήταν εντελώς άχρηστος. Κι όταν κάποτε συναντήθηκαν σε κάποιο δείπνο που διοργάνωσα και σκοπίμως τους προσκάλεσα αμφότερους, δεν αντάλλαξαν τίποτα παραπάνω από έναν τυπικό χαιρετισμό. Εξάλλου, εκείνο το διάστημα η Όμορφη Ελένη, έδινε κι έπαιρνε μαθήματα -μεταξύ άλλων- και στο δική μου κρεβατοκάμαρα.

"Κούρος Ευρωπού" για τον π.Π.Κ.

To Σάββατο 27 Ιουνίου 2009, η Μακεδονική Εταιρεία ΤΕΧΝΗ Κιλκίς, θα απονείμει στον "δικό μας" π. Παναγιώτη Καποδίστρια, το "Αριστείο 2009", για την γενναιόδωρη πνευματική του προσφορά.

Θερμά συγχαρητήρια στον αγαπητό μας -εκτός όλων των πολλών άλλων- blogger "Π.Κ." για άλλη μια σπουδαία διάκριση και πολλές ευχές για πλούσιες εμπνεύσεις μα και διακρίσεις, στο μέλλον!

Σας αντιγράφω και το σχετικό Δελτίο Τύπου:


Απονομή Αριστείου, Βραβείων και Επαίνων «Κούρος Ευρωπού»
Η Μακεδονική Εταιρεία ΤΕΧΝΗ Κιλκίς ανακοινώνει, ότι το Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009, στις 8.30 το βράδυ, στο Συνεδριακό Κέντρο του Δήμου Κιλκίς, θα γίνει η Απονομή του Αριστείου Ποίησης «Κούρος Ευρωπού».
Πρόκειται για το τιμητικό αφιέρωμα «Ψελλίζοντας τα ουσιώδη των σιωπών…» στον ποιητή π. Παναγιώτη Καποδίστρια από τη Ζάκυνθο και η απονομή σ’ αυτόν του «Αριστείου 2009» για την εξαιρετική του πνευματική προσφορά.
Για το ποιητικό του έργο ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Ως ποιητής και δοκιμιογράφος, αλλά και για τις θεολογικές και ιστοριοδιφικές του μελέτες, έτυχε και πολλών άλλων πανελλαδικών και διεθνών διακρίσεων.
Αναφορά στον τιμώμενο ποιητή και το έργο του θα κάνει η κ. Μαρία Λιτσαρδάκη, Καθηγήτρια του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Αποσπάσματα από το έργο του θα αποδώσουν μέλη της Θεατρικής Σκηνής της ΤΕΧΝΗΣ. Η σκηνοθετική επιμέλεια του αφιερώματος ανήκει στον Παύλο Δανελάτο.
Μετά το πέρας του τιμητικού αφιερώματος θα γίνει η απονομή των Βραβείων και Επαίνων στους διακριθέντες στον ΙΔ΄ Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό «Κούρος Ευρωπού», που διοργάνωσε η ΤΕΧΝΗ και τελεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού.
Η εκδήλωση είναι ενταγμένη στον εορτασμό των «Ελευθερίων 2009» της πόλης του Κιλκίς.

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Η νόνα και το "Ζακς"


Δεν θυμάμαι ποτέ να είχε καλή σχέση με τα μηχανοκίνητα, η νόνα Αγγέλικα. Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα ούτε σε ποδήλατο δεν μπορούσε να σταθεί. Ήταν και το βάρος της πάντα ανασταλτικός παράγοντας. Βλέπεις ο θυροειδής της, υπολειτουργούσε. Μέχρι που τον αφαίρεσε εντελώς και ησύχασε, εν μέρη.

Η Αγγέλικα ακόμα και σήμερα, όταν πρόκειται να μπει σε αυτοκίνητο, πρέπει απαραιτήτως να κάτσει στο μπροστινό κάθισμα, εκείνο του συνοδηγού και πάντα μπουκάρει με το κεφάλι, λες και μπαίνει σε κάποιο χαμηλό τούνελ. Πόσο χαμηλό πια; Η νόνα μας η καψερή, είναι από τη φύση της ιδιαιτέρως κοντή. Σε δίκυκλο δε... δεν έχει ανέβει τα τελευταία τουλάχιστον τριάντα πέντε χρόνια. Κι εκείνη η τελευταία φορά που το επιχείρησε, ήταν επεισοδιακή όπως αρμόζει σε έναν άνθρωπο του δικού της ταπεραμέντου!

Τότε ήταν που η οικογένεια είχε φύγει κάποια χρόνια από τις Παράγκες της Παναγούλας και είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο γνωστό σπίτι της αρωγής, στο Ψήλωμα. Σε τέσσερα μόλις δωμάτια και μια μεγάλη κουζίνα, ζούσαν το ζευγάρι και τα οχτώ παιδία τους. Τα τρία μεγάλα είχαν ήδη φύγει για τη Γερμανία, μετανάστες. Ο νόνος μου, είχε το χασάπικο στον Άγιο Παύλο όπου πήγαινε κι ερχότανε κάθε μέρα, με το μεγάλο του ποδήλατο. Πάντα πριν το καβαληκέψει, γύρναγε προς την Μπόχαλη, να βλέπει την Χρυσοπηγή, έκανε το σταυρό του, άφηνε και έναν κοφτό αναστεναγμό και πήγαινε καλιά του.

Τα παιδία άλλα μικρά κι άλλα στην εφηβεία, του έπαιρναν το ποδήλατο τα μεσημέρια που πλάγιαζε να αναπαυθεί κομμάτι και φέρνανε τη Χώρα τα πάνω, κάτου. Τα μεγαλύτερα αγόρια είχαν και μια μηχανή. Από εκείνες τις "φλορέτες", τα "τζούνταπ" ή τα "πεντάρια Ζακς", που έπαιρναν με δόσεις οι νεολέοι της εποχής και ήταν κάτι αντίστοιχο του "Ιππότη με το λευκό άλογο", στα μάτια των κοριτσιών, που τα χάζευαν.

Με ένα "πενάρι Ζακς" κάποιο απόγευμα, ο Κώστας έπεισε την Αγγέλικα τη μάνα του, να τηνε πάει βόλτα στον Άγιο Παύλο, στο χασάπικο του πατέρα. Νέος κι ωραίος ο Κώστας, κάποια θα τον πλάνεψε με τη ματιά της, όπως επήρε τη στροφή για να μπει από τη Μητρόπολη στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, του έφυγε η Αγγέλικα κι έσκασε στο δρόμο σαν καρπούζι κι εκείνος, δεν πήρε χαμπάρι. Συνέχισε το δρόμο του, σίγουρος πως η μάνα έτσι στη δίπλα όπως καθόταν -γυναικεία που λέγανε- δεν κινδύνευε να πάθει κάτι. Κι όταν έφτασε έξω από το χασάπικο της είπε: "Κατέβα μάνα, εφτάσαμε!" Που να τον ακούσει όμως εκείνη; Είχε μείνει πίσω στην Μητρόπολη και κάτι γυναίκες ετρέξανε και της πήγανε νερό και βαμβάκι με ιώδιο, να τις καθαρίσουνε τα γόνατα και τους αγκώνες που τα είχε σείρει στην άσφαλτο κι είχανε γδαρθεί. Ήταν και καλοκαίρι οπότε δεν εφόραγε και κομμάτι ύφασμα να την προστατεύσει λίγο.

Ξεκίνησε να γυρίσει πίσω ο Κώστας, από τον ίδιο δρόμο που είχε έρθει, για να την ξαναβρεί. Πήρε μαζί του -αυτή τη φορά- για συνοδηγό την κοροϊδία που δέχτηκε από την γειτονιά του Άγιου Παύλου, που έτσι έξω όπως καθότανε στα σκαλιά, ακούσανε όλοι το πάθημά του. Και τη βρήκε, στην αγκαλιά της κυρά Μαρίας της γειτόνισσας, που την επήγαινε σπίτι. Η καψερή η νόνα εβάιζε σαν το σκυλί και μόλις άκουσε τη μηχανή να πλησιάζει, μόνο που δεν τη βρήκε κάποιο μεγαλύτερο κακό από τη τρομάρα της!

Ο Κώστας ήταν πλέον μεγάλος για να του τις βρέξει, όπως συνήθιζε να κάνει στα παιδία της αλλά εκείνη επήρε την απόφαση και δεν ανέβηκε ποτέ ξανά σε μηχανή. Ποτέ μέχρι τη στιγμή που γράφω ετούτο το πόστο. Τώρα τι να σου πω; Αν την δω αύριο να την πηγαίνει βόλτα κάποιο εγγόνι ή δισέγγονο με κάποιο αντίστοιχο "Ζακς"... ε! δεν θα μου κάνει καμία εντύπωση! Η νόνα Αγγέλικα, είναι ικανή για όλα. Άλλωστε, με την αρτηριοσκλήρυνση που κυβερνάει το κεφάλι της, δύσκολο να θυμάται την πτώση από το δίκυκλο. Δύσκολο!

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Αστικό Ταξίδι


Ποτέ δεν έβλεπα με "καλό μάτι" τα "ταξίδια αστραπή για δουλειές και αν βρεθεί χρόνος, διασκέδαση". Αυτό το "αν" είναι σαν να τους κρεμάει αυτομάτως το ταμπελάκι Νο2543. Ναι, εκείνο που αναγράφει: ΜΑΤΑΙΩΣΗ. Πόσο χαρούμενος λοιπόν να είναι κάποιος που ξεκινάει έναν δρόμο που είναι προδιαγεγραμμένα ματαιωμένος; Ωστόσο, προσπαθώ -έχω τις καλές μου- να βρίσκω κάτι ενδιαφέρον σε εκείνες τις υποχρεωτικές υποχρεώσεις. Σκέφτηκα λοιπόν, πως τουλάχιστον θα άλλαζα παραστάσεις για περίπου δυο εικοσιτετράωρα. Γέμισα ένα σάκο με λιγοστά, δροσερά φορέματα και τα απολύτως απαραίτητα και... φύγαμε!

Η ζέστη της πόλης βάραγε κατακέφαλα από τον ώρα που πλησιάσαμε την Ελευσίνα. Ξετρύπωσα το αντηλιακό μου από την τσάντα με τα "1628 απολύτως απαραίτητα για κάθε ταξίδι" κι άρχισα να ψεκάζομαι λες και αυτό θα έδιωχνε τη ζέστη. Οι συνταξιδιώτες έκαναν σχόλια για την μυρωδιά πορτοκάλι που σε συνδυασμό με το κλιματιστικό και την μοσκοβολιά του Ασπρόπυργου, που έμπαινε από το "σκασμένο" τζάμι του συνοδηγού, έφερνε κάτι μεταξύ πατσουλί και ινδικού στικ σε υπερβολική ποσότητα.

Δεν με ενόχλησε το απίστευτο μποτιλιάρισμα της Αθηνών. Καβάλας αν προτιμάτε. Μου έδωσε χρόνο να χαζέψω γύρω γύρω. Τα ίδια που χαζεύω τόσα χρόνια πάνω - κάτω. Με κάτι μικροαλλαγές. Βασικά τα ίδια. Στο ραδιόφωνο ακούμε για τρίτη φορά μια συνέντευξη του πρωταγωνιστή της πολιτικής σκηνής, όπως αυτός εξελίχθηκε τις τελευταίες μέρες: Καρατζαφέρης ντάρλινγκ! Πάλι λέει για τους αλλοδαπούς. Πάλι φωνάζει ότι πρώτος αυτός εισήγαγε τον όρο λαθρομετανάστες. Πάλι τονίζει πως ο Καραμανλής με τη συμπεριφορά του φέρνει τον Παπανδρέου πιο κοντά στη νίκη αλλά... υπάρχει χρόνος να σωθεί ο κόσμος από το κακό ΠΑ.ΣΟ.Κ. και να παραμείνει η καλή Ν.Δ. σε συνεργασία με το τρίκαλο ΛΑ.Ο.Σ. Πλήττομαι και φρίττω! Έχω βαρεθεί και να σχολιάζω πια και με διαολίζει πως σε αυτό ποντάρουν κι οι πολιτικοί μας. Πως αργά ή γρήγορα δηλαδή, θα βαρεθούμε να σχολιάζουμε, να ασχολούμαστε, να ψηφίζουμε, να ενδιαφερόμαστε, να αντιδράμε κλπ κλπ κλπ

Μετά από κάποιες δουλειές που ξεπαστρέψαμε κι αφού πάμε επιτέλους να ξεκουραστούμε λίγο, πριν συνεχίσουμε, ξανακολλάμε στη κίνηση μες στο κέντρο και χαζεύω τους αλλοδαπούς ή λαθρομετανάστες, την Καρατζαφέρια πλέον, εποχή. Στην πλατεία Αντιστάσεως, τον μόνο που βλέπω σε αδιαπραγμάτευτη αντίσταση είναι έναν ντήλερ που καπνίζει μαζί με έναν άλλον μυστήριο τύπο με σαρκαστικό γέλιο ενώ ένα τζάνκι τον παρακαλάει γονυπετές για κάτι. Άλλα τζάνκια γύρω, σαν ζόμπι. Ένας καθισμένος κάτω βαράει ντάγκλες και κάτι μου λέει πως εκείνος με το σαρκαστικό χαμόγελο, διασκεδάζει πολύ μαζί του. Πάμε παρακάτω και αντιλαμβάνομαι πως το σκηνικό αυτό που πριν λίγα χρόνια με τρομοκρατούσε, τώρα μου φαίνεται κάτι τόσο φυσιολογικό όσο ο ήλιος που λάμπει στον καθαρό ουρανό. Ένας ουρανός ο οποίος μες στον Ιούνη, καμία αστραπή δεν φοβάται!

Το καλό νέο του "ταξιδιού αστραπή για δουλειές κι αν βρεθεί χρόνος, διασκέδαση", έρχεται γρήγορα από τον γιατρό του πατέρα μου: νικήσαμε τον καρκίνο! Ω ναι! Πάμε γι' άλλα. Υποψιασμένοι πλέον. Και να ξαναχτυπήσει δεν θα πανικοβληθούμε! Μόνο θα βλαστημήσουμε τη τύχη μας τη βρώμα κλπ κλπ κλπ Φεύγει ένα μεγάλο, τεράστιο βάρος και σκάμε γέλια ανακούφισης μετά από τόσους μήνες πίεσης-πίστης-ελπίδας-θυμού-σπατάλης και επένδυσης κάτι χιλιάδων ευρώ που αν δεν τα έχεις, δεν ζεις. Τέλος!

Σαν κάτι να αλλάζει λοιπόν. Μια γρήγορη ανασκόπηση με πείθει πως μάλλον μας εγκαταλείπει η κακή τύχη των τελευταίων -μπόλικων ομολογουμένως- μηνών. Το φεγγάρι όμορφα τακτοποιημένο πάνω από την λατρεμένη Αθήνα και η πηχτή ζέστη επιβάλει τη χρήση κλιματιστικού παντού. Όσο κι αν επιδεινώνει το κρυολόγημά μου, δεν γίνεται αλλιώς. Το υπομένω και υπερκαταναλώνω αποσυμφορητικά της ρινικής οδού (sic).

Στη Βίλα Αμαλίας τα "παιδιά" κάνουν επισκευές. Τοποθετούν κάτι τσίγκους στα λιγοστά εμφανή παράθυρα. Στον Άγιο Παντελεήμονα πάλι φασαρίες με τους "λαθρομετανάστες". Φωνές κι αντάρες. Έχω περάσει πάνω από μία ώρα περπατώντας στο κέντρο και έχω ακούσει όλες τις γλώσσες του κόσμου εκτός από την μητρική μου. Δεν με ενοχλεί. Μάλλον με ξεκουράζει.

Πάω σ' ένα ραντεβού στο Κολωνάκι - ντάρλινγκ! όπου δεν βλέπω να έχει αλλάξει τίποτα εδώ και πολύ καιρό. Έχω χρόνο μέχρι το ραντεβού μου και μπαίνω σε ένα μαγαζί με ρούχα. Κάθομαι 25'' μόλις. Η ιδιοκτήτρια μαλώνει με μια αλλοδαπή (όπως καταλάβαινε κανείς από την προφορά), που ήθελε να της βγάλει ένα κομμάτι από την βιτρίνα. Η πελάτισσα επέμενε, η ιδιοκτήτρια κάθετη: Δεν βγαίνει τίποτα από τη βιτρίνα! Ουρλιάζει. Βγαίνω εγώ όμως μια χαρά από εκεί. Αυτή η αλλοδαπή δεν ήταν κάτοικος Αγίου Παντελεήμονα όμως, άσχετα από το που κατάγεται. Δεν θα ενοχλούσε καθόλου τον κ. Καρατζαφέρη αν την έβλεπε τίγκα στο χρυσαφικό, σε περιτύλιγμα από ακριβό ύφασμα, με τη φίρμα γνωστού οίκου. Φυσικά!

Τελειώνω μετά από ώρες και δεν προλαβαίνω να διασκεδάσω συναντώντας έναν αγαπημένο φίλο. Πάω σφαίρα στην πλατεία Μαβίλη. Άλλο ραντεβού αυτό. Καταθέτω με μεγαλοπρέπεια το παιδικό μου "γιατί να συμβεί σε εμένα αυτό;" για να ξαναπάρω μια ακόμα πιο κλισέ απάντηση, την οποία ήδη γνωρίζω αλλά αρνούμαι εδώ και χρόνια να δεχτώ και κατανοώ πως ίσως όλο το θέμα, το κλειδί δηλαδή, να βρίσκεται σε ακριβώς αυτή την αποδοχή. Θεωρητικά φαίνεται απλούστατο, πρακτικά ακατόρθωτο... μέχρι στιγμής.

Κάποια στιγμή αργά το απόγευμα, συναντιόμαστε με το ταίρι μου και τρώμε κάπου στο Γκάζι. Το φαγητό ξανά μέτριο. Κάποιοι το βρίσκουν εξαιρετικό. Εντάξει. Γούστα. Με ενοχλούν αφόρητα δυο μεσήλικες γκέι, καθισμένοι σ' ένα τραπέζι έτοιμο να πέσει στο δρόμο. Τα πόδια τους αιωρούνται και τα μαζεύουν όποτε περνάει όχημα. Μου θυμίζουν κάτι τύπους στα μπουζούκια, που κάθονται πρώτο τραπέζι και ακουμπάνε το πόδι στη πίστα. Ξέρασμα. Δεν αφήνουν ασχολίαστο ούτε το αδέσποτο σκυλί που κάθεται στο απέναντι πεζοδρόμιο. Βγάζουν μια απίστευτη κακία και προσπαθούν να τρομοκρατήσουν τον κόσμο. Είναι σαν να φωνάζουν: Μην τολμήσεις και περάσεις από μπροστά μας, θα σε κράξουμε! Φεύγουμε και τους αφήνουμε εκεί. Δεν έδωσα σημασία στα σχόλια για το μακρύ, λευκό μου φόρεμα. Έχω ήδη ντυθεί νύφη παίδες κι αν ξανακάτσει, θα κοιτάξω να κάνω πολιτικό. Άβολο το νυφικό, άβολο!

Το βράδυ ξαναγυρνάω στο Κολωνάκι και καταφέρνω να τελειώσω τα μεσάνυχτα. Ένα γρήγορο ποτό στο Θησείο, ανάμεσα σε πλήθος κόσμου που σουλατσάρει. Μου έρχεται κάτι σαν αγοραφοβία αλλά το ξεπερνάω γρήγορα. Καρφώνω το βλέμμα στην Ακρόπολη κι σφίγγω περισσότερο το χέρι του συντρόφου μου. Με γλιτώνει! Βλέπω έναν φίλο από μακριά να δουλεύει. Δεν μπορώ να του μιλήσω. Τον βλέπω όμως για κάποια δευτερόλεπτα και ξέρω ότι είναι καλά. Ταξί, ντουζ και ύπνο αγκαλιά υπό τον ήχο του κλιματιστικού. Καταφέρνω να κοιμηθώ δυο ώρες χωρίς βήχα. Το υπόλοιπο της νύχτας, βρυκολάκιασμα. Το πρωί όμως θα φύγουμε και κάνω υπομονή.

Από το καράβι χαζεύω την εκκλησία του Αγίου που πλησιάζει. Φτάσαμε σπίτι μας. Μετά από λίγη ώρα αγκαλιάζω το μικρό μου και δεν έχουν περάσει παραπάνω από δύο μόλις εικοσιτετράωρα. Σε μισή ώρα, όλα όπως συνήθως. Και το ταξίδι, σαν να μην έγινε ποτέ. Σα να μην πέρασε μια μέρα!

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Βραβεία "Φανταστικών" μπλόγκερ!


Εδώ και μέρες, η καλή μας η Κική μου χάρισε ένα βραβείο για τη φαντασία μου και τον τρόπο που περιγράφω τα παλιά, όπως η ίδια γράφει. Την ευχαριστώ θερμά και πριν γράψω 5 λόγους για τους οποίους γράφω και δώσω και 5 πάσες - βραβεία σε άλλους συμπλόγκερς, της ανταποδίδω κι εγώ -και δεν είμαι η πρώτη φυσικά- το βραβείο φαντασίας για τις εικόνες της και τα φαγάκια της!

Μαζί και μια συγγνώμη για την αργοπορία αλλά πέσανε κι οι εκλογές... μετράγαμε τσι ψήφους! Όσες φορές κι αν τις μετρήσαμε όμως, πάλι λίγες μας βγαίνουν. Δεν πειράζει, μια φωνή θα την βγάνουμε κι εμείς!

Γιατί γράφω (και) παλαιές ιστορίες:

1. Μπλογκάρω για να μην μπλοκάρω! Να μην ψυχομπουκώνομαι, κοινώς. Δεν το καταφέρνω πάντα. Το ομολογώ!
2. Μου αρέσει να μοιράζομαι ειδικά, τις παλιές ιστορίες γιατί έτσι έχω την ψευδαίσθηση πως διατηρώ μια παράδοση ζωντανή.
3. Τα πόστα αυτά είναι κι ένας "φόρος τιμής" στους νόνους μου. Είτε είναι πεθαμένοι είτε είναι ζωντανοί.
4. Οι παλαιοί άνθρωποι μου έμαθαν τι θα πει "φαντασία". Προσπαθώ όταν γράφω μια ιστορία δικής μου επινόησης, να χρησιμοποιώ τον δικό τους τρόπο ώστε να φαίνεται όσο γίνεται αληθοφανής. Άσκηση του πνεύματος.
5. Γιατί είμαι Ζακυνθινιά και δεν γίνεται αλλιώς!

Βραβεία θέλω να δώσω σε πολύ κόσμο αλλά θα αρκεστώ στους πέντε που έρχονται πρώτοι στο μυαλό μου:

Στον αγαπημένο μου νονό Πιτσιρίκο, γιατί άνοιξε σε πολλούς από εμάς, ένα άλλο παράθυρο στο κόσμο και γιατί συνεχίζει ακόμα και σήμερα να με κάνει να γελάω με το φανταστικό χιούμορ του!
Στην αγαπημένη Mareld, για την τρυφερότητά της που αγγίζει τα όρια του φανταστικού! Δεν υπάρχει αλλού αυτό! Δεν υπάρχει!
Στον φίλο Καλειδοσκόπιο, για τις φανταστικές του ιστορίες - όταν έχει χρόνο- αλλά και για τις φανταστικές του εικόνες!
Στον αρχηγό της Σπείρας μας, αξιότιμο Ατσάραντο για τα πόστα του τα πολιτικά που τέτοια φαντασία, ούτε ο Σπίλμπεργκ! Βέβαια, να είναι καλά οι πολιτικοί και η πολιτική που του δίνουν απλόχερα έμπνευση!
Τέλος, σ' έναν μπλόγκερ που έχει χαθεί εδώ και μήνες αλλά δεν τον ξεχνάμε με τίποτα. Στον "Βασιλικός κι α μαραθεί, τη μυρωδιά την έχει". Στον φανταστικό αυτόν μπλόγκερ, με τα αστεία του και τσι παστόκες του, με την ελπίδα πως θα τον ξαναδούμε στα πόστα!

Τα πέντε βραβεία είναι πολύ λίγα πάντως... Θα ήθελα να δώσω άλλα δεκαπέντε τουλάχιστον!

Προς το παρών, πάω να βάλω ένα θερμομετράκι γιατί δεν μας έφτανε η κάψα η εξωτερική, έχουμε και την ίωση! Έλεος πια!

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

Κατόπιν Ευρωεκλογών 2009


Μεγάλος νικητής των φετινών Ευρωεκλογών : Το Super Paradise και ακολουθεί σε απόσταση βατραχοπέδιλου, η Ψαρού.

Τοπικά, σημαντικές πρωτιές στα θαλάσσια εκλογικά τμήματα του Αγίου Νικολάου (β' περιφέρεια Άμμος), στην Α΄ Azzuro και στα 4 εκλογικά κέντρα του Γέρακα. Αν και το τελευταίο υπέστη ελαφριά μείωση των γυμνιστών διότι λόγω τριημέρου, έπαιξε πολύ "οικογένεια με τρία παιδιά, αντίσκηνο, σκύλο, μπωλ με κεφτέδες και i-pod".

Μεγάλη και η συρροή αλλοδαπών στο Β' Λαγανά (Περιοχή Βεζάλ), όπου ψήφισαν οι Ευρωπαίοι παραθεριστές. Η συμμετοχή των Βρετανών, έσπασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ και κάτι μπουκάλια μπίρας στα κεφάλια Αλβανών υπηκόων, οι οποίοι προσπάθησαν να ψηφίσουν ως Ιταλοί.

Στο εκλογικό τμήμα του Λόγγου Βασιλικού, μεγάλη πρωτιά της παράταξης των Ελλήνων Κυνηγών ενώ σε πλήθος ορεινών χωριών, νίκησε ο Σοσιαλισμός.

Στα εκλογικά τμήματα της Χώρας, προσήλθαν για να ψηφίσουν μόνο ο νόντσολος γνωστής ενορίας, ο ξάδερφος του Έντεκα (Son of Eleven) και η Τασία από τα Γύφτικα.

Και εις ανώτερα... τα ποσοστά αποχής ντε!

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

Θα πάω να ψηφίσω!


Ε ναι, θα πάω να ψηφίσω κόντρα στη τάση "συνειδητή αποχή". Βλέπεις έχω και την τύχη να ζω σε νησί οπότε προλαβαίνω να τα κάνω και τα δύο. Μεταξύ μας, πιστεύω πως όλοι όσοι προβάλουν σαν "δικαιολογία" την εξόρμηση στη παραλία, προλαβαίνουν και να ψηφίσουν και να κολυμπήσουν. Αρκεί να ξυπνήσουν μία ώρα νωρίτερα.

Θα πάω που λες να ψηφίσω κι είναι πολλοί οι λόγοι και τα επιχειρήματα που στηρίζουν την απόφασή μου. Πρώτα από όλα, η διαφύλαξη του συνταγματικού μου δικαιώματος, αυτού του "εκλέγειν και εκλέγεσθαι". Του δικαιώματος, που αν τυχόν και μου το στερήσει κανείς "κερατάς" αύριο, θα επαναστατήσω, θα εξεγερθώ, θα εκραγώ και στο τέλος μπορεί να κάψω και κανένα στρινγκ στο Σύνταγμα. Τα σουτιέν τα έκαψαν πριν τόσα χρόνια οι Σουφραζέτες, ας μην επαναληφθούμε!

Έτσι είναι ο Έλληνας, παράξενο ζώο! Του δίνεις κάτι ελεύθερα, δεν το θέλει. Του το στερείς, κόβεται να το κερδίσει! Θα θυμάσαι βέβαια το παράδειγμα με τον Καποδίστρια και την πατάτα. Η οποία πατάτα στις μέρες μας είναι η ψήφος, η τιμημένη ή η άτιμη. Σημασία δεν έχει, γιατί είναι γνωστό πως όλα έχουν μια τιμή. Όπως υπάρχει ο πωλών τοις μετρητοίς κι ο πωλών επί πιστώσει κι έχω την εντύπωση πως οι περισσότεροι από εμάς, ανήκουμε στη 2η κατηγορία πωλητών και πολιτών. Πάντως τζάμπα τελείως, με την αποχή μου, δεν τους τη χαρίζω!

Από την άλλη, θέλω βρε παιδί μου να στείλω κι ένα μήνυμα στα "δύο μεγάλα κόμματα". Εκείνα που μονοπωλούν το πολιτικό σκηνικό, χρόνια και ζαμάνια. Να βοηθήσω να ακουστεί μια νέα άποψη στο ευρωκοινοβούλιο ή να ενισχύσω μια ήδη υπάρχουσα αλλά αδύναμη ομάδα.

Στην τελική, ας καταλάβουμε επιτέλους πως ανήκουμε στη Δύση... εεεε στην Ευρώπη ήθελα να γράψω και ως εκ τούτου, οι σημαντικές αποφάσεις που αφορούν και πρόκειται να αφορούν τη ζωή μας, θα λαμβάνονται στο ευρωκοινοβούλιο. Όσο κι αν το παίζει "αμερικάνα" η Ελληνική κυβέρνηση, αργά ή γρήγορα αναγκάζεται να συμμορφωθεί με τις Κοινοτικές Οδηγίες. Απλώς φορές, μας στοιχίζει κάτι παραπάνω στα πρόστιμα... Δεν βαριέσαι;;;

Έτσι λοιπόν, αφού το Ευρωκοινοβούλιο αποφασίζει για την τύχη μας, δεν θα πρέπει κι εμείς να φροντίσουμε να στείλουμε όσο πιο δυνατή φωνή γίνεται, εκεί πέρα; Κι όταν λέω "φωνή" εννοώ πολιτικό λόγο κι όχι τη φωνή της κυρά Δέσποινας από δίπλα που καλεί τον γιο της να μην πάει στα βαθιά!

Άσε που μέχρι να στα γράψω αυτά φούντωσα και ανυπομονώ να έρθει η Κυριακή να πάω να συνδράμω κι εγώ με την "πατάτα" μου. Σιγά μην δώσω στα λαμόγια την ευχαρίστηση, να βγάζουνε ότι θέλουνε με 30% και 40%! Σιγά μην τους αφήσω να πιστεύουνε ότι κοιμόμαστε όλοι τον ύπνο του δικαίου και να τρίβουν τα χέρια τους χαιρέκακα πάνω από τα κεφάλια μας! Σιγά μην κλάψω, σιγά μην φοβηθώ που λέει κι ο Αγγελάκας. Και σιγά μην πάω παραλία χωρίς πρώτα να έχω ψηφίσει!


Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009

Αμφιθυμική Ταλαιπωρία Νο 3.824


Κι αφού δεν μπόρεσα ποτέ μου να σε έχω, όπως εγώ πόθησα, ούτε καν στο όνειρο, το πανούργο μου μυαλό σκέφτηκε τη θέση σου να πάρει.

Τώρα εγώ είμαι εσύ κι εγώ μια άλλη. Όμορφη και δυνατή, όπως θα μ' ήθελες. Κι εγώ μέσα από εσένα την αγάπησα, όσο μπορεί καρδιά ανθρώπου ν 'αγαπήσει.

Τη χάζευα τις νύχτες να κοιμάται γυμνή, στο κρεβάτι της. Λίγο σεντόνι ίσα που σκέπαζε το φύλο της και σαν κλέφτης εγώ, στις μύτες να εισχωρώ στη κάμαρά της να την ξυπνήσω με χάδια και φιλιά όπως κι εσύ με ξύπναγες.

Άλλη φορά πάλι, ονειρεύτηκα πως ταξίδι την επήγα. Σ ' ένα μικρό ξενοδοχείο πάνω στην αμμουδιά. Ποια αμμουδιά δεν ξέρω να σου πω. Κι ήταν χαρούμενη σαν το παιδί και γέλαγαν τα μάτια και το σώμα της κι εγώ την λάτρευα ακόμα πιο πολύ.

Ξυπνάγαμε νωρίς να δούμε την Ανατολή. Εκείνη την έβλεπε στον ορίζοντα, εγώ μέσα από τα μάτια της, έτσι όπως έμοιαζε η ίδια με τον ήλιο. Πως θα μπορούσα εσύ, να μείνω ασυγκίνητος από μια τέτοια ύπαρξη; Που όλη φως έλαμπε και τα μάτια της πέταγαν σπίθες να ανάβω το τσιγάρο μου και να την γεύομαι.

Έγινα εσύ και την αγάπησα. Εκείνη που χωρίς εγώ να είμαι, μοιάζαμε. Και την αγάπησα πολύ, όσο μπορεί καρδιά ανθρώπου ν' αγαπήσει. Χωρίς αρχή και τέλος. Μόνο μέση, μέση, μέση, μέση...

Στην αγκαλιά σου με κράτησα και με νανούρισα με λόγια ερωτικά από εκείνα που δεν συνίθιζες να μου λες. Γευόμουν από το στόμα σου, τα τηγανιτά αυγά που σου τηγάνιζα στο κουζινάκι με τον σκοταγωγό.

Τραγούδια από το στόμα σου, μου τραγούδησα. Αυτά που αρέσαν και στους δυο μας. Σου κράτησε σεκόντο και εγώ που ήμουν πλέον εσύ, χαμογέλαγα κι έλαμπα όπως κι εσύ.

Αυτά ονειρεύομαι κι αφού δεν μπόρεσες ποτέ να μ'αγαπήσεις όπως θέλησα, έγινα εσύ και με λάτρεψα.