Το blogging είναι σαν το ποδήλατο; Όχι, δεν εννοώ τον Τάκη τον Ποδήλατο. (Που τον θυμήθηκα κι αυτόν τώρα;!) Αναρωτιέμαι απλά, πόσο εύκολο είναι να ξαναγράψεις στο blog σου όταν το έχεις παρατήσει. Ρητορικό το ερώτημα και η ιστορία θα δείξει. Να δω, τι θα πρωτοδείξει αυτή η ιστορία η δόλια!
Ας μην τα φορτώνω όλα στην έλλειψη χρόνου. Και διάθεση δεν υπάρχει ιδιαίτερη και όταν υπάρχει αντίστοιχα δεν υπάρχει χρόνος. Από την άλλη, αυτή η κοινωνικοπολιτική κατάσταση με επιστέγασμα την τραγική οικονομική μας θέση, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για φρουρού κι αρώματα. Τι δηλαδή; Να γίνεται ο κακός χαμός κι εγώ να γράφω τις ιστορίες του νόνου μου ή τις ιστορίες της Δρ. Ποστ Πουρί; Δεν μου πάει.
Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ο οποιοσδήποτε εκφράζεται μέσα από κάθε μορφή τέχνης, μπορεί αποστασιοποιημένα να ασχολείται με το μέσο έκφρασής του, χωρίς αυτό να θεωρείται κάτι το μεμπτό, δεν είναι απαραίτητο ότι μπορεί να ταιριάζει και με την άποψη περί ηθικής που έχει ο καθένας από εμάς.
Παρόλα αυτά, λαμβάνω ακόμα μηνύματα από ανθρώπους που μου λένε ότι ειδικά τώρα, το να διαβάσεις ένα γραπτό που σε ξεκουράζει ή σε διασκεδάζει, είναι σημαντικό και χρήσιμο, στους "χαλεπούς αυτούς καιρούς". Να αναλάβω δηλαδή το ρόλο του διασκεδαστή; Δεν ξέρω. Μπορώ; Θέλω; Κι από την άλλη, υπάρχουν δεκάδες, εκατοντάδες διασκεδαστικά ή/και ενδιαφέροντα πράγματα να διαβάσει κανείς. Δεν θα λείψουν σε κανέναν, ουσιαστικά, οι δικές μου οι μπούρδες.
Και τι να γράψω; Τα χιλιογραμμένα; Εδώ ζούμε μέσα σε μόνιμη καταιγίδα πληροφορίας και γραπτού. Βάλε και το παιχνίδι της ατάκας που παίζεται στο twitter και στο Facebook. Τι να γράψεις πια και για ποιον; Πως είπατε; Για την πάρτη σου; Κανείς δεν γράφει στο blog του για την πάρτη του. Αλλιώς θα τα κράταγε στο "αγαπητό ημερολόγιο"του. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το πληκτρολόγιό μας.
Όπως και να έχει, θα προσπαθήσω να επανέλθω. Όπως μπορώ. Και τα ερωτήματα που θέτω, ρητορικά είναι. Δεν χρειάζονται απαντήσεις. Απλά αφορμή για να ξαναμπώ στο παιχνίδι.
'Από την γέννηση της μικρής μας θυγατέρας μέχρι και σήμερα δεν έχω αναρτήσει τίποτα σε τούτο το "βλοημένο" το blog και αυτό βέβαια, δεν είναι καθόλου τυχαίο. Με τα τόσα δυσάρεστα που συμβαίνουν σε κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο αλλά και με τα τόσα άσχημα που συμβαίνουν γύρω από την οικογένειά μου εδώ και καιρό, δεν είχα τη διάθεση ούτε μια θετική κουβέντα να γράψω. Στο μυαλό τριγύριζαν και τριγυρίζουν όλο προβλήματα και συφορές. Ευτυχώς που έχω τα παιδιά μας που μου δίνουν δύναμη πολλή κι ελπίδα. Κυρίως αυτή, τη δεύτερη.
Ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει τίποτα προς το καλύτερο. Προς το χειρότερο, σίγουρα -μετά και από τις πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών- αλλά επειδή σαν γνήσια εγωκεντρικά πλάσματα, μέσα στον γενικότερο χαμό επιμένουμε να εστιάζουμε στα του Μικρόκοσμού μας, ένοιωσα κι εγώ την ανάγκη για ένα ακόμα αποχαιρετιστήριο και μελό πόστο με αφορμή ένα δυσάρεστο οικογενειακό συμβάν: Το ξημέρωμα της Παρασκευής 4 Νοεμβρίου, βρήκε το σπίτι των νόνων μου στο Ψήλωμα, καμένο. Ολοσχερώς κατεστραμμένο. Το περιβόητο σπίτι για το οποίο έχω γράψει πολλές σελίδες και που θα μπορούσα και βιβλίο ακόμα να γράψω, αν είχα τη διάθεση.
Το χάζευα ώρα πολύ από τη σκάλα και σκεφτόμουν πόσο κόσμο έχει φροντίσει αυτό το σπίτι. Πόσα παιδία μεγάλωσαν μέσα στα δωμάτιά του. Πόσα έφυγαν από εκεί ντυμένοι γαμπροί και νύφες. Πόσα εγγόνια αναστήθηκαν στις αυλές του και πόσα δισέγγονα. Πόση χαρά και πόση λύπη είχαν να ομολογήσουν οι τοίχοι του. Σκεφτόμουν τη νόνα μου και το νόνο στις πίσω αυλές να φτιάχνουν χοιρομέρια ή να πλένουν σγατζέτα. Τη σκάφη της νόνας που πηγαίναμε με τα ξαδέρφια μου και παίζαμε. Το πάτωμα στο σαλόνι που είχε βουλιάξει στη μέση από τα πάρτι του '60 και του '70, με βερμούτ και τηγανίτες. Την κουζίνα που μαγείρεψε άπειρα φαγητά και που τάισε κόσμο και κοσμάκη. Τα στρώματα που έχουν ακούσει όλα τα μυστικά του κόσμου και τα τόσα καρδιοχτύπια. Και χιλιάδες άλλα πράγματα που κάθε σπίτι κρύβει στην ιστορία του και που δεν έχει καν νόημα να τα αναφέρω. Ευτυχώς η θεία Σούλα κατάφερε και έσωσε αρκετές φωτογραφίες με στιγμές της οικογένειας.
Εδώ και καιρό, περνάμε άσχημα. Πολύ. Και χθες θυμηθήκαμε μια παροιμία που συνήθιζε να λέει ο νόνος μου ο Μπάμπης τση Γάτας: "Καλώστηνε τη συφορά που θα 'ρθει μοναχή τσης. Μην έρθει με τη μάνα τσης και με την αδερφή τσης!". Εμάς μας ήρθαν οικογενειακώς. Φέρανε μέχρι και τα δευτεροξάδερφα μαζί. Αλλά διαπιστώνω πως όλα αυτά μας έχουν φέρει σε μία κατάσταση ιδιάζουσας ανοσίας, όπου όλα είναι πιθανά κι εμείς ψύχραιμοι τα αντιμετωπίζουμε.
Θα μπορούσα να γράφω ώρες για το σπίτι αυτό αλλά ο διαθέσιμος χρόνος μου είναι λίγος. Το μωρό σε λίγο ξυπνάει και όταν ξυπνάει, δεν υπάρχει περιθώριο για καμία άλλη ασχολία. Μάλλον, ευτυχώς. Θέλω μόνο να γράψω ακόμα, πως αντικρίζοντας το σπίτι των νόνων έτσι, ένοιωσα πως κάηκε ένα μεγάλο μέρος των παιδικών μου χρόνων. Υποψιάζομαι ότι το ίδιο θα ένοιωσαν και όλοι οι υπόλοιποι της οικογένειας. Μικροί ή μεγάλοι. Τουλάχιστον, δεν μπορεί να καεί η ανάμνηση μέσα στα κεφάλια μας. ΄Εστω, μέχρι να μας επισκεφθεί ο Αλτσχάιμερ.
Παρόλα αυτά, τα λουλούδια και τα δέντρα, οι κήποι που φρόντιζε η νόνα μου τόσες δεκαετίες σαν να ήταν παιδιά της, στέκουν στη θέση τους. Ανέπαφα από τη φωτιά...
Μπορεί να γράφω "κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα" σ' αυτό το καψερό το blog αλλά έχω λόγο και τον ξέρετε ήδη.
Αυτό που ίσως δεν ξέρετε, είναι ότι το πολυαναμενόμενο μωρό μας έφτασε επιτέλους στον μάταιο (;) τούτο κόσμο μας. Ήρθε τη Μ. Δευτέρα στις 13.15 μόλις 3.150 γρ., πανέμορφη -όπως κάθε νεογνό- γεμάτη φως. Ένα πραγματικό ελιξήριο ζωής, ελπίδας, αισιοδοξίας και τόσων άλλων που δεν βρίσκω λόγια να περιγράψω.
Έτσι, εμείς -οι τυχεροί!- το λάβαμε το πασχαλινό μας δώρο και τί δώρο: Το πολυτιμότερο του κόσμου! Εύχομαι και σε εσάς, να λάβετε το δώρο που επιθυμεί η ψυχούλα σας, ό,τι κι αν είναι αυτό!
Ξέρω καλά πως έχω πολύ καιρό να γράψω και πως έχω εντελώς παραμελήσει αυτό το καψερό το blog, που ώρες-ώρες μου έχει "σταθεί" καλύτερα και από άνθρωπο αλλά δεν είναι ούτε η κατάλληλη ώρα ούτε υπάρχει η κατάλληλη για απολογία, διάθεση.
Το πόστο ετούτο σκοπό έχει να στείλει τις ευχές μου, όπως τις έχω στείλει ήδη σε όσους από εσάς γνωρίζω, via e-mail. Με την ευκαιρία, επειδή δεν θέλω να νοιώθω αχάριστη, να προσθέσω πως αν και η χρονιά που μας αφήνει δεν ήταν αυτή που θα περιγράφαμε ως "καλή", για εμένα προσωπικά κλείνει θετικά. Ο λόγος είναι γνωστός: το μωρό που μεγαλώνει στην κοιλιά μου και που σε λίγους μόλις μήνες θα το έχουμε στην αγκαλιά μας!
Λοιπόν... Το 2010 φεύγει σε λίγες ώρες αφήνοντάς μας μια πικρή γεύση. Αν καταφέρουμε να το δούμε από τη θετική του πλευρά, μπορεί τα γεγονότα να άλλαξαν τις ζωές όλων μας -λίγο ή πολύ- αλλά οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε πως μας παρέδωσε ένα μάθημα, ανεξάρτητα από το πόσο το χρειαζόταν ο καθένας από εμάς. Επειδή πιστεύω πως το 2011 θα κληθούμε να δώσουμε εξετάσεις για να αποδείξουμε πόσο καλά το μάθαμε, εύχομαι σε όλους μας ολόψυχα: Υγεία σε όλα τα επίπεδα, δύναμη, λίγη τύχη και καλή, καλή επιτυχία στις εξετάσεις αυτές!
Δεν ξέρω αν έφταιγε η ευχή σε ρίμα του Δύ-στιχου κι αν θα πρέπει να του φορτώσω την ευθύνη της ηθικής αυτουργίας ή τα παρακάλια του μικρού μας -εδώ και τέσσερα χρόνια. Δεν ξέρω κι ούτε έχει σημασία κιόλας. Το γεγονός είναι ένα και έχει δώσει μεγάλη χαρά στην οικογένειά μας: την ερχόμενη Άνοιξη θα γίνω για δεύτερη φορά, μαμά. Τουτέστιν εγκυμονώ, κι όχι κινδύνους! Αυτούς άλλωστε έχω από παλιά την τάση να τους προκαλώ. Εγκυμονώ παιδί. Και ξέρω ετούτη η ανακοίνωση δεν έχει και καμιά ιδιαίτερη σημασία, έτσι σκέτη - νέτη γι' αυτό θα της κοτσάρω και μια ιστορία ζακυθινή, που έχω καιρό να γράψω και όλο παράπονα ακούω και γι' αυτό.
Η ιστορία μιας άλλης γκαστρίας λοιπόν, που συνέβη αρκετά χρόνια πριν και που έγινε κάπως έτσι:
Η Μαρία -που ήτανε κομμάτι μισοκούτελη- έζηε με τσι γονέους της, σ' ένα χωρίο του κάμπου. Μία μέρα που την εστείλανε για ξύλα, εσυνάντησε τον Άντζουλο που έβοσκε κάτι λίγα προβατάκια που 'χε και να μην στα πολυγράφω, τση 'πε να κάτσει έδε 'κει κοντά του κι εφτούνη η βλοημένη έκατσε και μετά από λίγους μήνες είδε κάτου από τα βελέσια τση να φουσκώνει μία κοιλιά τόση ε, μήτε ταμπούρλο.
Εσάστησε το έρμο θηλυκό, δε νόγαγε τι ήτουνα το "πρήξιμο", επήγε στη μάνα τση να το δείξει. Η μάνα βέβαια, που ήτουνα και πρακτική μαμή του χωριού, δεν χρειάστηκε και δεύτερη ματία για να καταλάβει ότι η θυγατέρα της ήτουνα γκαστρωμένη και την εύρηκε μεγάλη ξεκουρβουλωμάρα!
"Ορή, που να σε κόψει το γλυκί σου, που επήες κι εγκαστρώθηκες;" την ερώταε αγριεμένη και μετά ετσουρομαδιότανε πως θα το πει του αντρός τσης. "Δε νογάω μάνα, μα τ' Άγιο Λείψανο", έσκουζε κι η Μαρία, "Μία φορά που με στείλτε για ξύλα μου είπε ο Άντζουλος να κάτσω έδε 'κει δίπλα του και να σα να με κουτούπωσε μου φάνηκε αλλά σάμπως και νογάω εγώ από εφτούνα εφτού τα πράματα;" "Κι εσύ ορή έκατσες;" ούρλιαζε η μάνα. Για να πάρει την απάντηση από τη θυγατέρα τσης: "Και που να το ξέρω εγώ ορή μάνα, ότι γκαστρώνει εφτό το πράμα;;;"
Εσκέφτηκε η μάνα μην είχανε το περιθώριο να το ρίξει το παιδί η Μαρία κι έτσι να μη γένουνε ρεντίκολο στο χωρίο αλλά όταν την ερώτησε πότε εγίνηκε το κάζο, η Μαρία δεν εθυμότουνα άλλο από αυτό: "Τον καιρό που 'τανε οι μούρες" κι έκαμε τη μάνα τσης να τσουρομαδηθεί αφού τα 'βαλε χάμου και εκατάλαβε πως η γκαστρία είχε προχωρήσει και δεν έπαιρνε τσίποτες, βεραμέντε!
Τελικά η Μαρία το 'καμε το παιδί και το ανάστησε με τσι γονέους μοναχή της, χωρίς τον Άντζουλο που ποτέ δεν εδέχτηκε την ευθύνη για το κάζο. Γλέπεις ο πατεράκης του, είχε μεγάλη πούρσα και του πέρναγε στο χωρίο του. Και το παιδί τση Μαρίας εμεγάλωσε κι ήτανε ίδιος ο πατέρας του στην εμφάνιση μα στο μυαλό, χειρότερος από τη μάνα του. Για να καταλάβεις, μέχρι και σκουράτζους επήγε και φύτεψε, με το κεφάλι προς τα κάτου, με την ορπίδα πως θα του κάμουνε κι άλλους, να μην τσι αγοράζει...
Προσπαθώ από χθες βράδυ να γράψω λίγα λόγια για τα γενέθλια του μικρού μας Σπύρου, που σήμερα έκλεισε τα επτά. Μάταια! Δεν μπορώ να βρω ούτε τις κατάλληλες λέξεις ούτε να τις βάλω σε μια σειρά ώστε να μπορέσω να περιγράψω αυτό που νοιώθω.
Σίγουρα οι μαμάδες θα με καταλαβαίνετε και θα συμμερίζεστε τούτη την ανικανότητά μου. Είναι τόσα πολλά αυτά που πλημμυρίζουν την καρδιά και το μυαλό μου, που μου είναι σχεδόν αδύνατο να τα αποτυπώσω στα πλαίσια ενός post. Ειλικρινά απορώ πως τα κατάφερνα τις προηγούμενες χρονιές.
Νοιώθω, όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται, να ξαναζώ λεπτό προς λεπτό την προετοιμασία του σώματος για την γέννηση του μικρού μας. Με τον πόνο και τις δεκάδες αγωνιώδεις σκέψεις που πέρναγαν από το μυαλό. Αλλά και μετά: την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισα, τις πρώτες κουβέντες που του είπα, την πρώτη αγκαλιά, τον πρώτο θηλασμό κι εκείνη την απίστευτη ευτυχία που δεν φανταζόμουν ποτέ στη ζωή μου ότι θα μπορούσα να βιώσω.
Για όλα αυτά και για πολλά άλλα, νοιώθω τυχερή! Απίστευτα τυχερή και υπερήφανη γι' αυτό το μικρό αγοράκι με το οποίο μεγαλώνουμε παράλληλα και το οποίο κάθε μέρα μας εκπλήσσει με μία καινούργια κίνηση, μια νέα γνώμη που θα διατυπώσει, μια απλή χειρονομία. Και τότε καταλαβαίνουμε κι εγώ και ο πατέρας του, ποιο είναι αυτό το περιβόητο θαύμα της φύσης, για το οποίο μας μιλούσαν οι μεγαλύτεροι.
Χρόνια καλά και πάλι Σπύρο μας! Να είσαι γερός, δυνατός, χαμογελαστός και τυχερός, πάντα και να φωτίζεις τις ψυχές μας με το άπλετο φως που σε λούζει!
Είμαι η Δόκτωρ Ποστ Πουρί. Δόκτωρ Παραφιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ανέμων και Υδάτων, του Βασιλείου της Μαρμαρυγής.
Δεν γνωρίζω ακριβώς πόσων ετών μπορεί να είμαι. Σίγουρα έχω ζήσει σε διάφορους αιώνες, τόπους,με διάφορους τρόπους. Σε κάθε περίπτωση, ως Δόκτωρ, είχα επιτυχία στις κοινωνικές συναναστροφές. Κάτι έκανε τους ανθρώπους να με εμπιστεύονται και να μου εκμυστηρεύονται τα πάντα ή όσα εγώ θα ήθελα να μάθω.
Τις ερωτικές ιστορίες των ανθρώπων των «ασθενών» μου, συνήθιζα να τις καταγράφω σε ένα τετράδιο το οποίο κάποια στιγμή έχασα. Διατηρώ την αμφιβολία αν το άφησα σε κάποιο άλλο Βασίλειο ή το χάρισα σε κάποιον εραστή.
Ωστόσο, καταφέρνω να διατηρώ στη μνήμη μου κάποιες ιστορίες... σαν κι αυτή:
«Ο Αφέντης Σκέτο»
Η Άννα Κλάμερ δεν ήταν πλέον κομμώτρια. Ήταν μητέρα ενός υγιούς αγοριού αγνώστου πατρός και ερωμένη του Αφέντη Σκέτο. Μετά ακριβώς δύο χρόνια από εκείνη τη μοιραία μέρα που ο Σωτήρης Σώμα της έδωσε στο χέρι ένα ζευγάρι παπούτσια από δέρμα αλιγάτορα, το ρόλεξ του -που ούτε καν ο ίδιος ήξερε πως ήταν ρεπλίκα- και λίγα χρήματα για το ταξί, μπήκε στο γραφείο μου φουριόζα, παρακάμπτοντας επιδεικτικά την διαδικασία του ραντεβού και την οποιαδήποτε συναναστροφή με την Μαρία Γραμματέα που συνήθως φύλαγε την πόρτα μου ως άλλος Κέρβερος.
Ήμουν έτοιμη να τη διώξω με την ίδια φόρα που είχε εισβάλλει στον ιδιωτικό μου χώρο δηλώνοντας το όνομά της αλλά μου έκανε εντύπωση το βλέμμα της στο οποίο αναγνώριζα εκείνη την κοινή λάμψη που έχουν οι άνθρωποι ένα βήμα πριν την τρέλλα και το ρούχο της: Ήταν πολλή ντυμένη εν μέσω καύσωνα. Έτσι, αφού της κατέστησα σαφές πως την επόμενη φορά που θα θελήσει να με δει, θα πρέπει να κλείσει ραντεβού με τη γραμματέα μου, θέλησα να μάθω το λόγο της επίσκεψής της.
Προφανώς δεν είχε ακούσει λέξη από όλα τα παραπάνω γιατί έδειχνε πραγματικά αποσβολωμένη μπροστά στη θέα ενός αντίγραφου της Γκουέρνικα του Πικάσο που βρισκόταν από πίσω μου, ανάμεσα στις δυο βιβλιοθήκες με τα επιστημονικά βιβλία, που ήταν η επόμενη στάση των ματιών της, για να ρωτήσει τελικά: "Τα έχετε διαβάσει όλα αυτά;;;" Την ερώτηση αυτή την είχαν ξεστομίσει διάφοροι ασθενείς και μη που είχαν περάσει κατά καιρούς από το γραφείο - ιατρείο μου και ενώ την είχα ακούσει τόσες φορές, δεν κατάφερνα ποτέ να μην συγχύζομαι και να μην την θεωρώ εντελώς ανούσια και κενή. Πάντα απαντούσα με τον ίδιο ειρωνικό τρόπο: "Όχι βέβαια! Είναι διακοσμητικά." Όπως όλοι έτσι κι αυτή κατάλαβε την ειρωνεία αλλά κάπου μέσα της δεν ήταν σίγουρη για το αν η απάντηση αυτή ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Άλλωστε η πραγματικότητα έχει πολλές διαστάσεις αλλά αυτό είναι θέμα κάποιας άλλης συνεδρίας...
Η πρώην κομμώτρια και νυν ερωμένη, αφού μου εξιστόρησε αυτά που ήδη ήξερα από τον Σωτήρη Σώμα, τον οποίο είχα να δω πάνω από χρόνο χωρίς καθόλου να μου λείπει, καθώς και την περιπέτειά της με το ρόλεξ ρεπλίκα που φυσικά έπιασε χαμηλότερη τιμή από τα παπούτσια που της είχε δώσει στο χέρι, πέρασε στο κυρίως θέμα που την απασχολούσε: να χωρίσει τον Αφέντη Σκέτο. Δεν ήθελε πια να είναι η Σκλάβα του όπως χαρακτηριστικά μου είπε και βρήκα χαριτωμένο το λογοπαίγνιο σε σχέση με το όνομα του εραστή της. Ωστόσο ο χρόνος μας είχε τελειώσει και το επόμενο ραντεβού μου ήταν ήδη στην αίθουσα αναμονής. Έτσι καθορίσαμε την επόμενη συνάντησή μας μετά από δυο μέρες και την αποχαιρέτησα νοιώθοντας στη χειραψία, ανυπομονησία. Το χέρι της σχεδόν μου φώναζε: "Βοήθεια!" Πράγμα που το βρήκα πολύ ερωτικό.
Στη συνάντησή μας, μετά από δυο μέρες, ήρθε λίγο καθυστερημένα, διακοσμημένη με λίγα ράμματα στην άκρη του αριστερού της φρυδιού. "Ατύχημα" μου δήλωσε καθώς καθόταν απέναντί μου προλαβαίνοντας έτσι μια ερώτηση που δεν θα έκανα ποτέ! Και τι άλλο θα μπορούσε να είναι εκτός από ατύχημα αφού δεν γνωρίζω κανέναν να αναφέρει ως ευτύχημα το οποιοδήποτε τραύμα του, από όπου κι αν προερχόταν.
Η γυναίκα αυτή, η Άννα Κλάμερ, ανησυχούσε περισσότερο για το πως θα κατάφερνε να χωρίσει από τον Αφέντη Σκέτο παρά για την τύχη του μικρού της παιδιού που μεγάλωνε μακριά της, στην αγκαλιά της Μάνας Κουράγιο στο χωριό. Δεν θέλησε να μου εξηγήσει τους λόγους απλά ήθελε υποδείξεις για το πως θα του έλεγε να χωρίσουν χωρίς να έχει άσχημες συνέπειες. Φυσικά, όπως ο καθένας ξέρει, εγχειρίδια χωρισμού δεν υπάρχουν αλλά κι αν υπήρχαν, πάντα σκεφτόμαστε την περίπτωση κάποιος να ανήκει στις εξαιρέσεις κι εδώ φαντάστηκα πως είχα μια τέτοια μπροστά μου.
Το πρόβλημα της Άννα Κλάμερ δεν ήταν ούτε το χάσμα μεταξύ των ανθρώπων ούτε η έλλειψη επικοινωνίας ή αγάπης ούτε καν το σεξουαλικό. Ήταν ο περιορισμός των ενδυματολογικών της επιλογών. "Όχι, δεν με περιόρισε ούτε μου επέβαλλε ποτέ τι θα φορέσω -εκτός σπιτιού τουλάχιστον- αλλά πείτε μου, εσείς θα μπορούσατε να ντυθείτε άνετα με τόσα σημάδια στο κορμί σας;", με ρώτησε καθώς σήκωνε το μανίκι της και μου αποκάλυπτε σημάδια από το μαστίγιο του Αφέντη Σκέτο. "Του αρέσει να με χτυπάει, να με δένει, να με βασανίζει, να είμαι η απόλυτη σκλάβα του." συνέχισε. "Το πρωί ξυπνάμε παρέα και αφού περιποιηθώ το φύλο του, καθώς του αρμόζει, τρώμε μαζί πρωινό στην κουζίνα και ταΐζουμε τα χρυσόψαρα στη γυάλα, πάνω στο πάσο. Περνάμε όμορφα, απογειώνει τις αισθήσεις μου. Με λατρεύει και λατρεύω να γίνομαι αντικείμενο ηδονής στα χέρια του. Μ' αρέσει να εφαρμόζει πάνω μου όποια καινούρια τεχνική ερωτικού βασανιστηρίου επιθυμήσει. Με ερεθίζει και μόνο η ιδέα πως ψάχνει και ανακαλύπτει συνεχώς νέα πράγματα για να τα δοκιμάσει επάνω μου. Αλλά..."
Άκουγα τον μονόλογό της και σκεφτόμουν πως θα ήθελα και η ίδια να γνώριζα κάποια στιγμή τον Αφέντη Σκέτο και -γιατί όχι;- να γνώριζα και τις περιποιήσεις του, όπως όμορφα τις περιέγραφε η Άννα Κλάμερ. Το "αλλά" της περιοριζόταν αποκλειστικά στο ότι έπρεπε να φοράει συνεχώς ρούχα που θα κάλυπταν τα σημάδια στο σώμα της και αυτό πλέον την ενοχλούσε αφόρητα, ειδικά ένα τόσο ζεστό καλοκαίρι στην πόλη, όπως εκείνο που διανύαμε την περίοδο των συνεδριών μας. Όσο κι αν τον επιθυμούσε όσο πειθήνια Σκλάβα κι αν ήθελε, να είναι στα πόδια του, υπήρχε επιτακτική ανάγκη για ένα αβυσσαλέο ντεκολτέ χωρίς σημάδια κι αυτό το αίτημα, ο Αφέντης Σκέτο, δεν το κατανοούσε.
Βοήθησα την Άννα Κλάμερ να εγκαταλείψει ένα ωραίο πρωί τον Αφέντη της, αφού βέβαια είχε εκπληρώσει το πρωινό της καθήκον. Για αρκετό διάστημα μετά, συνόδευα την μοναξιά της ντυμένη με ντεκολτέ και αποκαλυπτικά μάξι φορέματα, χωρίς να την κοσμώ με ούτε ένα τόσο δα σημάδι ενώ ταυτόχρονα εγώ η Δόκτωρ Ποστ Πουρί, ντυνόμουν με λευκά μακριά λινά ώστε να μην φαίνονται και να μην ενοχλούνται από τον ήλιο οι πληγές που ο Αφέντης Σκέτο, χάραζε πλέον στο δικό μου κορμί...
Από μικρό παιδί αν με ρωτούσε κάποιος "ποιο μέρος της Ζακύνθου είναι το πιο όμορφο", θ' απαντούσα -χωρίς δεύτερη σκέψη- πως είναι ο Βασιλικός. Είναι τόσες οι μνήμες από τα μικράτα, την εφηβεία αλλά και την πιο ώριμη ηλικία, που θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο. Για τις Πρωτομαγιές και τις Καθαρές Δευτέρες στο Λόγγο. Για τα μπάνια, ατελείωτες ώρες, στη Σπιάντζα. Για τα νυχτερινά beach party στου Μαυράτζη. Για, για, για...
Η ομορφιά του τόπου αυτού, είναι γνωστή και αδιαμφισβήτητη για εμάς τους ντόπιους αλλά και για τον κάθε ξένο επισκέπτη. Θεωρώ λοιπόν, πολύ λογικό να υπάρχει έντονη τουριστική δραστηριότητα και εκμετάλλευση όλου αυτού του φυσικού πλούτου, προκειμένου οι κάθε φύσης επιχειρηματίες, να έχουν κέρδος. Και βέβαια, ουδείς είναι αντίθετος με την τουριστική ανάπτυξη, όταν βέβαια σέβεται το φυσικό περιβάλλον αλλά και την αισθητική μας. Πράγμα που δυστυχώς, δεν συμβαίνει.
Ασφαλώς, το πρόβλημα δεν περιορίζεται συγκεκριμένα στον Βασιλικό! Άναρχη "ανάπτυξη" έχει απλωθεί παντού στο νησί, τα τελευταία 20 χρόνια κι έχει αλλάξει δραματικά το φυσικό τοπίο της Ζακύνθου. Κι αυτό γνωστό τοις πάσοι! Τόσα χρόνια παρακολουθούμε όλοι μας, την μετατροπή της Υλήεσσας (όπως την αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα επειδή ήταν ιδιαίτερα δασώδης και πλέον δεν ισχύει αφού τα μισά δάση τα κάψαμε και τα άλλα μισά τα οικοπεδοποιήσαμε) σε ένα τουριστικό θέρετρο, αμφίβολης αισθητικής ενώ παράλληλα η έλλειψη υποδομών, παρεχόμενων υπηρεσιών και η αδυναμία σωστού σχεδιασμού που αφορά στο τουριστικό μας προϊόν, χαρακτηρίζει το επίπεδο των επισκεπτών μας από πολύ μέτριο έως πολύ κακό, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις. Και γι' αυτό θεωρώ πως είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι, εφόσον έχουμε αποφασίσει πως ο κύριος πόρος εσόδων μας, είναι η τουριστική βιομηχανία.
Αφορμή για τούτο το πόστο, στάθηκαν κάποια σχετικά άρθρα στον τοπικό τύπο αλλά και προσωπικές συζητήσεις που είχα, με ανθρώπους που γνωρίζουν το θέμα της αλλοίωσης της περιοχής της Σπιάντζας του Βασιλικού. Της Σπιάντζας που κουτσά στραβά, άντεχε ακόμα κάπως, στην επέλαση των βαρβάρων που θέλουν να την μετατρέψουν σε κάτι άλλο, δεν ξέρω πως να το χαρακτηρίσω ακριβώς. Ούτε έχω προσωπικό πρόβλημα με τον όποιον επιχειρηματία έχει αναλάβει ουσιαστικά, την αλλοίωση της περιοχής αυτής. Γιατί περί αυτού πρόκειται, ακόμα κι αν γίνεται με τις καθ' όλα νόμιμες διαδικασίες. Όπως όλοι γνωρίζουμε, άλλο νόμιμο άλλο ηθικό. Δεν πάνε απαραίτητα πακέτο, αυτά τα δύο.
Λυπάμαι πολύ, που ένα - ένα τα μέρη που αγαπήσαμε από παιδιά, χάνουν τα φυσικά χαρακτηριστικά τους και γίνονται ίσιωμα στο βωμό του κέρδους με την υποστήριξη πάντα, της νομικής κάλυψης. Με αρωγό πάντα, Δημόσιους Φορείς που έχουν την εξουσία να επιβάλλουν πρόστιμα, να απαγορεύουν, να παρεμποδίζουν, να περιορίζουν, έναν απλό πολίτη που μπορεί να θέλει να φτιάξει ένα σπίτι να ζήσει αλλά με μεγάλη ευκολία παραχωρούν, αποχαρακτηρίζουν και παραδίνουν άνευ όρων, δάση και παραλίες. Πάντα βέβαια με το γράμμα του νόμου, όπως τουλάχιστον ισχυρίζονται και προσωπικά δεν έχω τη γνώση για να το κρίνω.
Με πονάει και η αναλγησία όλων των εμπλεκόμενων και το αναπόφευκτο που όταν πια συμβαίνει, νοιώθει κανείς πως δεν έχει νόημα να αντιδράσει. Και η όποια αντίδραση, φορές αγγίζει τα όρια της γραφικότητας πασπαλισμένης με κατηγορίες τύπου: ζήλια, φθόνος, προσωπικό συμφέρον, εμπάθεια. Κι έτσι γινόμαστε όλοι είτε συνένοχοι είτε γραφικοί, σε κάθε περίπτωση πάντως, χαμένοι. Γιατί ότι και να γίνει, μακροπρόθεσμα, χαμένοι θα είμαστε. Να το ξέρετε!
Από την πρώτη κιόλας φορά που τον συνάντησε, είχε δημιουργήσει μέσα στο μυαλό της ένα νοητό φάκελο με το προφίλ του. Το φάκελο αυτό, από καιρό σε καιρό τον εμπλούτιζε με νέα στοιχεία – κι ήταν λογικό καθώς περνούσε ο χρόνος και τον γνώριζε καλύτερα. Πάντως ομολογουμένως, δεν υπήρξε καμιά σπουδαία αλλαγή, πάνω σε εκείνη την αρχική της εντύπωση κι ας πέρασαν κιόλας 15 χρόνια έγγαμου βίου και τρεις φυσιολογικές γέννες των παιδιών τους.
Ήταν τόσο αταίριαστοι, που κι ένας ανόητος θα το καταλάβαινε. Εκείνος ζούσε με τη διαρκή αγωνία να είναι ξεχωριστός, με έναν ιδιαίτερο και αυτιστικό εγωκεντρισμό, που τον κουβαλούσε από τα γεννοφάσκια του. Με τη μελαγχολία του παιδιού, στα μάτια, και την διαρκή προσπάθεια να γίνει καλύτερος από τον πατέρα. Καλύτερος σε τι; Κανείς δεν ήξερε. Σίγουρα όμως κληρονόμησε από εκείνον την καθημερινή, σαν εικόνισμα, περιφορά του παχυλού Εγώ του. Σχεδόν ούρλιαζε, «Εδώ είμαι, κοιτάξτε με!».
Ένας απελπιστικά μίζερος άνθρωπος από τη φύση του, πουγκρίνιαζε για όλους και για όλα, που θεωρούσε πως η Ζωή μόνο σε αυτόν χρωστάει –χωρίς όμως να κάνει καμία προσπάθεια για να εισπράξει- που εν τέλει μέσα του, αυτό θεωρούσε το εισιτήριο προς τον ένα και μοναδικό προορισμό: την επιτυχία και την αναγνώριση. Ναι, ήθελε να περπατάει στο δρόμο και όλοι να λένε: «Για δες Αυτός είναι!».
Ωστόσο, αυτός ο τυπάκος που μάλλον για λύπηση ήταν -είναι και προφανώς θα παραμείνει- δεν καταλάβαινε πως το μόνο που τον έκανε να ξεχωρίζει από τα εκατομμύρια των ομοίων του, ήταν το μεθοδευμένο του πείσμα και η παραμελημένη του οδοντοστοιχία. Ναι, μια άθλια οδοντοστοιχία, που προφανώς την παραμελούσε ώστε να έχει έναν ακόμα λόγο να γκρινιάζει. Ίσως βέβαια να ήλπιζε και σε κάποια ασθένεια που θα μπορούσε να επιφέρει η άσχημη στοματική του κατάσταση, μια ασθένεια που θα πρόσθετε ακόμα περισσότερους πόντους στη μιζέρια του. Τέτοιος ήταν.
Κατά τα άλλα, είχε σπουδάσει στην Ευρώπη κι είχε ζήσει σε διάφορες Χώρες. Γύρισε στην Ελλάδα μόνο και μόνο για να βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή, που έφυγε από τον Πολιτισμό για να επιστρέψει στον Τρίτο Κόσμο. Καταλαβαίνει κανείς τους λόγους, δεν χρειάζεται να επεξηγώ.
Για εκείνη δεν έχω να πω πολλά, δεν τη γνωρίζω και τόσο. Ίσως κανείς να μη τη γνωρίζει και τόσο… Ξέρω μόνο πως έχει σκληρό βλέμμα και την απελπισμένη ανάγκη να παραστήσει τη Μητέρα Τερέζα, σε όποιο προβληματικό πλάσμα, τυχαία διασταυρωθεί, με της ζωής της, το δρόμο. Κι έτσι τον αγάπησε, πράγματι και τον παντρεύτηκε κι έκανα τρία παιδιά μαζί του και δέχτηκε τα ξενοπηδήματά του και τη μιζέρια, μα πάνω απ’ όλα, την άθλια οδοντοστοιχία του.
Ειδικά μετά το τρίτο παιδί, η κατάσταση απόγινε. Εκείνος επινοούσε ιστορίες που μόνο μέσα στο μυαλό του τις ζούσε, προσπαθώντας να αντλήσει έμπνευση για κάποιο ποίημα, που πάντα της συφοράς ήταν, εκείνη τον πίεζε να καταλάβει τη σημασία της άσχημης οικονομικής τους κατάστασης, μάταια και τα παιδιά είχαν ολοένα και μεγαλύτερες ανάγκες, σε όλα τα επίπεδα.
Μια μέρα, κάθονταν όλοι μαζί στο καθιστικό. Τα παιδιά έπαιζαν, εκείνη χάζευε κάτι στην τηλεόραση κι εκείνος προσπαθούσε –χωρίς επιτυχία- να γράψει το ποίημα που θα τον έκανε διάσημο. Όλες του οι προσπάθειες γινόταν συνήθως μέσα στον πανζουρλισμό ώστε πάντα να υπάρχει δικαιολογία, για την αποτυχία.
Αφού έγραψε κι έσβησε πάνω από πενήντα φορές, τον τίτλο του ποιήματος –διαφορετικό την κάθε φορά- έγειρε πίσω στην καρέκλα του αποκαμωμένος και θαύμασε την λευκή οθόνη του υπολογιστή του. Σκέφτηκε πως ωραίο ήταν το λευκό και ίσως να μην έπρεπε να το «λερώσει» με γράμματα και σημεία στίξης και τότε γύρισε προς την οικογένεια, κι όπως ήταν όλοι εκεί μαζεμένοι τους απαθανάτισε με τη ψηφιακή του μηχανή, πέρασε την εικόνα στον υπολογιστή και τη θέση της λευκής σελίδας, πήρε η φωτογραφία της οικογένειας ακροβολισμένης σε καναπέδες και τραπεζάκια τσαγιού.
Έμεινε ώρες να χαζεύει την εικόνα με ικανοποίηση. Ώρες που αναπόφευκτα μέσα στο μυαλό του έκανε συγκρίσεις για την οικογένεια του πατέρα του, με μοναδικό παιδί τον ίδιο. Σε όλα τα σημεία υπερτερούσε: Είχε παντρευτεί πιο όμορφη γυναίκα, πιο έξυπνη και πιο καλλιεργημένη. Είχε κάνει τρία υπέροχα παιδιά ενώ ο πατέρας του μόνο ένα, από όσο γνώριζε τουλάχιστον. Είχε και ψηφιακή μηχανή για να κλειδώνει οικογενειακές στιγμές και να τις αρχειοθετεί σε ηλεκτρονικούς φακέλους. Υπερτερούσε, στα σίγουρα!
Βυθισμένος σε σκέψεις και συγκρίσεις, δεν κατάλαβε πως η οικογένεια αποχώρησε και δεν πήγε απλά στα παραδίπλα δωμάτια. Έφυγε. Οριστικά. Γιατί εκείνη κατάλαβε πως του αρκούσε η εικόνα της οικογένειας σαν φόντο στον υπολογιστή και η απαίσια εκείνη οδοντοστοιχία δεν αντέχονταν πια… Πόσα να αντέξει κι αυτή η γυναίκα; Πήρε τα παιδάκια και τα μπογαλάκια και πήγε στη μαμά της, ένα οικοδομικό τετράγωνο πιο κάτω.
Αυτός ουσιαστικά κατάλαβε την απουσία τους, μετά από λίγες μέρες. Ως τότε ασχολιόταν με τον τίτλο του ποιήματος, με την υπέροχη φωτογραφία της οικογένειάς του που υπερτερούσε στα σημεία, σε σχέση με εκείνη του πατέρα του και με διάφορα άλλα δικά του, που του δημιουργούσαν μια ελαφριά αγωνία και τον έκαναν να τρώει τα νύχια του αντί φαγητού. Έτσι κατάφερνε να είναι πάντα τόσο αδύνατος. Βέβαια κι ένας τόσο μίζερος άνθρωπος, όπως τον φαντάζεται κανείς, δεν θα μπορούσε παρά αδύνατος να ήταν.
Δεν τους αναζήτησε. Δεν πήρε ούτε ένα τηλέφωνο να μάθει που είναι η οικογένειά του. Σκέφτηκε πως κάπου θα έχουν πάει και πως απλά ο ίδιος δεν θυμόταν το που και το πότε. Όπως και να είχε η κατάσταση κι αν τελικά τον είχαν εγκαταλείψει, πάλι κερδισμένος θα έβγαινε αφού δεν θα έπρεπε πια να πηγαίνει τα παιδιά κάθε πρωί στο σχολείο και η θλίψη της εγκατάλειψης μπορεί να τον βοηθούσε να γράψει κάτι.
Στο τέλος, τέλος κι αν ακόμα δεν κατάφερνε να γίνει διάσημος για την ποίησή του, θα κουβέντιαζε όλη η γειτονιά, όλη η παρέα και όλο το συναδελφικό σινάφι, για «τον καημένο που του πήρε η γυναίκα του τα τρία παιδιά και τον παράτησε έρημο στους τέσσερις τοίχους…».
Τρίτη 1η Ιούνη, 2010 και όχι, δεν θα αρχίσω το πόστο ετούτο με την έκφραση "Αγαπημένο μου Ημερολόγιο". Χωρίς βέβαια να αρνούμαι πως πολλά από τα γραφόμενα εδώ, είναι αυτού του τύπου. Αλλά το θέμα είναι η 1η του Ιούνη του 2010. Η πρώτη -κι επίσημα- μέρα που είμαι άνεργη αφού η σύμβασή μου έληξε χθες.
Δε θυμάμαι ακριβώς πόσα χρόνια έχω να μείνω άνεργη. Για να καταλάβεις, τα τελευταία έντεκα χρόνια εργαζόμουν στην ίδια εταιρεία. Και πριν όμως από αυτό, κάπου αλλού δούλευα και πιο πριν κάπου αλλού και γενικά από τα δεκατέσσερά μου που άρχισα να δουλεύω στις διακοπές για το χαρτζιλίκι, μέχρι και σήμερα, έχουν υπάρξει πολύ μικρά διαστήματα ανεργίας.
Θα φαντάζεσαι τώρα εσύ πως είμαι "θύμα" της οικονομικής κατάστασης και θα μπορούσες να 'χεις και δίκιο αφού αυτό χρησιμοποιείται πολύ τελευταία από τους πάσης φύσης εργοδότες είτε για να πιέσουν τους εργαζόμενους είτε για να τους ξεφορτωθούν για χίλιους λόγους. Όμως όχι, εγώ δεν είμαι θύμα της οικονομικής κρίσης αν και οι λόγοι της μη ανανέωσης της σύμβασής μου, είναι οικονομικοί. Έτσι τουλάχιστον επικαλούνται οι ιθύνοντες και κανείς δεν μπορεί να τους διαψεύσει αφού τα νούμερα, μιλάνε από μόνα τους.
Πάντως από τη μέρα που μου ανακοινώθηκε η απόφαση λήξης της συνεργασίας -λέμε τώρα- ένοιωσα ένα κύμα ανακούφισης να ξεκινά από το στομάχι και να ξεχύνεται από τα ρουθούνια μου. Είναι παράξενο να σε διώχνουν από τη δουλειά σου μετά από τόσα χρόνια, να ξέρεις πως είναι άδικο και παρόλα αυτά να νοιώθεις λύτρωση. Ναι, λύτρωση το χαρακτηρίζω αφού ξέρω πως εγώ μ' αυτά τα συστήματα που όσο υποτάσσεσαι τόσο σε πατάνε κάτω, δεν τα πάω καλά. Κι εγώ μ' αυτό το σύστημα, το συγκεκριμένο έχω τελειώσει αφού ούτε με χώνεψε ούτε το χώνεψα και πολύ φυσικά με απομόνωσε και με έβγαλε απέξω, σαν την τρίχα από το ζυμάρι.
Μου κακοφαίνεται η ανεργία, δε θα σου πω ψέμματα. Δεν έχω συνηθίσει να κάθομαι και ούτε μ' αρέσει. Δεν είμαι τεμπέλα και ούτε μου πάει αυστηρά ο ρόλος της νοικοκυράς. Αντιθέτως, ανατριχιάζω στην ιδέα της ταμπέλας αυτής. Φταίει μάλλον η μαμά μου που με μεγάλωσε κάνοντάς μου πλύση εγκεφάλου για την σημασία της οικονομικής ανεξαρτησίας της γυναίκας. Ψημένη κι η ίδια, καταλαβαίνεις. Είναι κι ο θυμός γιατί κατάφεραν να με διώξουν μετά από τόσα χρόνια που το προσπαθούσαν αλλά εγώ αντιστεκόμουν. Όμως τώρα, δεν αντιστάθηκα. Το ήξερα και το άφηνα να συμβεί.
Από την άλλη, δεν είναι εποχές να μένει κανείς χωρίς δουλειά αλλά θα ζήσω και με τα λιγότερα, δεν με πειράζει και τόσο πολύ. Δεν το δέχομαι μοιρολατρικά φυσικά και σίγουρα θα ψάξω να βρω μια νέα απασχόληση που θα μου εξασφαλίζει κάποια χρήματα για τις ανάγκες μας. Προς το παρών όμως, λέω να χαρώ το καλοκαίρι αγκαλιά με το μικρό μου. Κοντεύει 7 χρονών και κανένα καλοκαίρι δεν το έχουμε ευχαριστηθεί παρέα, εκτός από τις λιγοστές μέρες άδειας που έπαιρνα από το γραφείο, τον Αύγουστο.
Ο μικρός μας είναι ενθουσιασμένος που δεν δουλεύω πάντως. Και μου αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο αληθινά και αυθόρμητα είναι τα παιδιά. Πανηγύρι κάνει που περνάμε τόσο χρόνο μαζί. Που τον παίρνω από το σχολείο και του έχω έτοιμο, ζεστό φαγητό. Που έχουμε περισσότερο χρόνο για βόλτες και παιχνίδι. Σκασίλα του τού μικρού που εγώ σαν άνθρωπος έχω ανάγκη να δουλεύω και σκασίλα του αν θα λείψει από την οικογένεια ο μισθός μου. Όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα, μπρος στο θέλω ενός παιδιού να έχει όσο περισσότερο γίνεται κοντά του τους γονείς του και να ασχολούνται όσο περισσότερο γίνεται με το ίδιο και μόνο. Είναι γνωστό άλλωστε πόσο εγωκεντρικά πλάσματα είναι τα παιδιά και ιδιάιτερα τα μοναχοπαίδια.
Έτσι λοιπόν, τούτο το καλοκαίρι έχει διακοπές για εμένα και το μικρό μας. Ευτυχώς που δουλεύει ο μπαμπάς και δε θα "πεινάσουμε", όπως λέει και η θεία. Τούτο το καλοκαίρι θα έχει ρεμπελιό και λίγη ανεμελιά από τα παιδικά μου χρόνια, που γινόμουν μαύρη από τον ήλιο και με απασχολούσε μόνο πόσα παγωτά θα φάω. Τούτο το καλοκαίρι, δε θα κλείσω φυσικά, το διακόπτη αλλά θα δουλέψω στο ρελαντί και θα γκαζώνω λίγο που και πού όταν θα πρέπει να διεκδικήσω και τα δεδουλευμένα ενός έτους περίπου, που μου χρωστάνε... άλλο κεφάλαιο αυτό, άστο!
Τούτο το καλοκαίρι, θα κάνω ό,τι μου 'ρθει και δεν με νοιάζει που δεν θα έχω πολλά να ξοδεύω. Η θάλασσα και η αμμουδιά, διατίθενται δωρεάν. Όπως άλλωστε και τα ωραιότερα πράγματα σε αυτό το κόσμο.
Γάτος μεγάλος, μαλλιαρός στη χρυσή αυλή του Αυτοκράτορα. Κάτω από τη μύτη του, μικρά ποντίκια έχουν στήσει χορό και τραγουδάνε. Τα χαζεύει, δεν τα πειράζει, τον διακεδάζουν κι αυτό αρκεί. Δεν τα σκοτώνει, τα προτιμάει ζωντανά, ένα σκοπό να εξυπηρετούν, για να αρκεί.
Σε μια στιγμή ξεντώνεται στη μεσημεριανή ραστώνη και με την αναρρόφηση ενός χασμουρητού, καταπίνει ένα μικρό ζωηρό ποντίκι, κατά λάθος. Ξερογλείφει μια μικρή ενοχή και παρακολουθεί τα άλλα μικρά ποντίκια που ταραγμένα τρέχουν, να καλύψουν το κενό, στο χορό.
Μια άλλη φορά, κατά λάθος και πάλι, χτυπάει μια παχουλή ποντικίνα με την ουρά του κι εκείνη ζαλισμένη πέφτει ανάσκελα κι ακίνητη δείχνει τα πόδια της στον ουρανό. Την καταπίνει αμάσητη, δεν σκέφτηκε πως ίσως ζωντανή, ακόμη να 'ναι.
Τα μικρά ποντίκια, ακούραστα πραγματικά, μέρα και νύχτα συνεχίζουν να χορεύουν και να τραγουδούν κι από όλες τις πλευρές της αυλής, να έρχονται κι άλλα κι άλλα κι άλλα. Γεμίζει ο τόπος ποντίκια κι ο Γάτος που από καιρό σε καιρό κατά λάθος, πάντα, καταπίνει κανένα, αρχίζει κι αυτός να βαριέται μα δεν φοβάται στιγμή, των ποντικών το μέγα πλήθος.
Μα το ξέρουμε: όσο θέλει ο Γάτος, χορεύουν τα ποντίκια. Κι αυτός από ανία σήμερα σηκώνεται κι έτσι μεγάλος και μαλλιαρός που είναι, αφήνεται και πέφτει πάνω στο χορό. Στο χορό των ποντικών, που όλη μέρα τραγουδούν. Τώρα, αρνείται δήθεν να σηκωθεί, δεν θέλει να ξέρει, πόσα ποντίκια πλάκωσε, κατά λάθος.
Άλλωστε τα υπόλοιπα, συνεχίζουν να χορεύουν, νατραγουδούν, το ρόλο να εξυπηρετούν κι αυτό, κι αυτό... αρκεί.
Γεννιέσαι αγκαλιά με έναν αριθμό. Ένα νούμερο που από καιρό σε καιρό αλλάζει και σηματοδοτεί κάτι άλλο. Μια την ταυτότητά σου και μια τη σειρά σου σε κάποιον πίνακα. Μια τα χρόνια σου και μια το ύψος του τραπεζικού σου λογαριασμού.
Αριθμοί και νούμερα καθορίζουν την ύπαρξή σου. Σε άγουν και σε φέρουν. Σε αναγκάζουν και σε μοιράζουν. Αποτελείς κι εσύ μέρος συνόλου αριθμητικού και το παιδί σου επίσης. Οι γενιές που θα έρθουν κι εκείνες που έφυγαν. Κι όλο δημιουργείς νέους αριθμούς ώστε να ταΐσεις τη ματαιότητά σου που κι αυτή με νούμερο μετριέται.
Κι όλο μετράς, μετράς, μετράς. Τα χρόνια και τις μέρες και τα λεπτά και τα λεφτά. Τα ύψη και τα βάθη. Τα κοστούμια και τις τσάντες. Τα κιλά και τα κυβικά. Τις κάρτες, τα ποτά, τα τσιγάρα, τις θερμίδες, τα σπίτια, τις ηλεκτρικές συσκευές και προβατάκια, πριν κοιμηθείς. Γκόμενους και γκόμενες και φίλους καλούς, μα και λιγότερο. Δουλειές, δουλειές, πτυχία και κορνίζες.
Κι όλο μετράς και σε μετρούν και τους μετράς και περνούν τα χρόνια και μετράς στιγμές. Στιγμές και ώρες συνδεδεμένες με τα χάπια σου. Κι η δικτατορία των αριθμών, συνεχίζεται. Αεί.
Όσο κι αν πασχίζεις ολόκληρη ζωή να γίνεις όλο και πιο μικρός αριθμός, με στόχο πάντα την πρωτιά, στο τέλος δεν μένει τίποτα παραπάνω από έναν αύξοντα, σε μια ληξιαρχική πράξη. Αυτή είναι η κληρονομιά σου, Άνθρωπε.
Ξανά στο αυτοκίνητο για τη γνωστή διαδρομή προς τα ορεινά του νησιού, βραδάκι. Ακούω -ως συνήθως όταν οδηγώ- αγαπημένα κομμάτια των Smiths και του Morrissey και αναπόφευκτα γυρίζει και ξαναγυρίζει στο μυαλό μου η είδηση, για την οποία είχα δώσει υπόσχεση από χθες βράδυ, ένα 24ώρο πριν, πως δεν θα έγραφα λέξη. Φουντώνω πάλι, αγανακτώ, θλίβομαι, λυπάμαι, βρίζω και όλα αυτά πάλι από την αρχή σε άτακτη σειρά και αποφασίζω τελικά να γράψω.
Δεν είναι η πρώτη φορά που αθετώ κάποια υπόσχεση προς εμένα. Δεν θα είναι και η τελευταία, στα σίγουρα! Η αρχική άρνηση είχε να κάνει καθαρά με το γεγονός πως δεν ήθελα να κανιβαλίσω τα ήδη χιλιοκανιβαλισμένα, από τα ΜΜΕ και από τις δεκάδες πηγές πληροφόρησης: Από τον αυτόπτη μάρτυρα της γειτονιάς που βρίσκει το δικό του τηλεοπτικό χρόνο (κατά Γουόρχολ) για να πει τι είδε ή τι πιστεύει πως είδε, μέχρι και τα φοβερά ενημερωτικά blog που αναπαράγουν ειδήσεις σε χρόνο dt. Δεν τολμάει να αμολήσει πορδή ένα εγχώριο celebrity, αμέσως γίνεται θέμα προς ενημέρωση του κοινού που διψά συνεχώς για έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση. Καλό και το παρεάκι της Τρέμη και πολύ sic(ή μήπως sick;) το ταγιέρ αλλά ο κόσμος θέλει την είδηση την αληθινή, την καυτή και χωρίς καθωσπρεπισμούς. Μα, ξέφυγα πάλι... ως συνήθως!
Το θέμα λοιπόν της ημέρας: η χαρά του δημοσιογράφου ή του κάθε wanna be δημοσιογράφου. Ένας νεκρός δεκαπεντάχρονος μετανάστης, η δεκάχρονη αδερφή του στο νοσοκομείο, η μάνα με σοκ κι ένα δράμα από πίσω που θα κάνει και τον πιο ανάλγητο να αναθεωρήσει. Ένας έφηβος που φυσικά δεν θα έχει την ίδια υστεροφημία με τον Αλέξη γιατί εκείνο ήταν δικό μας παιδί και το φάγανε οι μπάτσοι. Ετούτο το παιδί είναι ξένο και παράπλευρη απώλεια μιας τρομοκρατίας που βαράει αδιακρίτως. Και θύματα, πολλά θύματα...
Ένα θύμα που φεύγει για μια καλύτερη ζωή σε ένα ξένο κράτος, που γίνεται για λίγο θύτης αρπάζοντας τυχαία μια τσάντα που βρίσκει στο δρόμο και που για κάποιο χρόνο -δευτερόλεπτα ίσως- μπορεί να πίστεψε πως θα τον έσωζε και μετά το μπαμ και γίνεται θύμα μαι και καλή. Μη αναστρέψιμο. Τέλος. Σαν να ήθελε μια ανώτερη δύναμη να του υπενθυμίσει πως γεννήθηκε θύμα και ως τέτοιο θα καταλήξει και πως δεν έχει δικαίωμα για τίποτε άλλο, τίποτε διαφορετικό. Και πως αν, αν τολμούσε να αποτινάξει από τον εαυτό του, το ρόλο που του ανατέθηκε, θα έπαυε να υπάρχει. Θεία Δίκη, θα σου έλεγε κάποιος και τέλεια εισαγωγή για να μπούμε στην Εβδομάδα των Παθών. Ούτε παραγγελία να ήταν! Ή μήπως ήταν;
Δεν πρόλαβα να το πάω το συλλογισμό παρακάτω. Βλέπεις, έφτασα στον προορισμό μου. Μέσα με περιμένει ένα ζεστό σπίτι, γλυκά χαμόγελα και όλα στη θέση τους. Τα υπόλοιπα, για πρόσκαιρη κατανάλωση μέχρι να περάσουν τα 20-25 χιλιόμετρα, να παρκάρω το αυτοκίνητο, να κλείσω τη μουσική και... καληνύχτα!
Έχω μια μεγάλη γυάλα με ψαράκια της οικογένειας Γκάμπι. Δεν ξέρω τίποτα για αυτή τη ράτσα. Δεν το έψαξα ποτέ. Δεν ενδιαφέρθηκα. Πίστευα πάντα πως αρκούσε να τους αλλάζω το νερό και να τα ταΐζω κάθε μέρα.
Στην αρχή τους άλλαζα το νερό κάθε μέρα και τα τάιζα 2-3 φορές κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου. Μετά άρχισα να τα παραμελώ, να τους αλλάζω νερό όποτε το θυμόμουν. Περιορίστηκα στο τάισμα μία φορά, ημερησίως. Προσαρμόστηκαν όμως, εύκολα.
Από τον Γενάρη, έχουν αρχίσει κάποια να διαμαρτύρονται για την αδιαφορία μου. Όταν πλησιάζω τη γυάλα έρχονται όλα προς τη πλευρά που βρίσκομαι και κολλάνε τα μούτρα τους στο τζάμι. Με κοιτούν κάπως, απειλητικά. Τα ταΐζω και κάποιες φορές, περιμένουν να πισωπλατήσω για να φάνε. Κι όταν απελπίζονται εντελώς με την αναλγησία μου προς αυτά, γυρίζουν ανάποδα και σταματούν να ζουν.
Τη μια φορά, ένα. Μετά από δέκα μέρες, τρία. Μετά ξανά άλλο ένα. Δύο, τρία, τέσσερα. Γεννούν όμως συχνά και αναπληρώνεται ο πληθυσμός τους. Χθες το βράδυ κουβέντιαζα με την Φιορούλα και τις τα έδειχνα, τα πεθαμένα με τις φουσκωμένες κοιλιές που επέπλεαν ήσυχα.
Χθες βράδυ, ήταν τέσσερα. Αποφάσισα να μην τα αφαιρέσω από τη γυάλα. Σήμερα το πρωί βρήκα ανάποδα άλλα τρία. Και τα υπόλοιπα διστακτικά άρχισαν να τσιμπολογούν τα ψοφίμια. Τους έβαλα τροφή αλλά την αγνόησαν. Είχαν βρει προφανώς, πιο νόστιμο μεζέ. Και πλέον τον κατασπάραζαν με μανία! Τα άφησα να φαγωθούν. Άφησα και κάθε ίχνος ενοχής που ένοιωθα γι' αυτά.
Ουσιαστικά, περισσότερο ανακούφιση νοιώθω και μια κρυφή ελπίδα πως μια μέρα θα σηκωθώ και θα είναι όλα ανάποδα ή θα έχουν αλληλοφαγωθεί. Να ησυχάσω από αυτήν την ευθύνη, όσο μικρή κι αν είναι. Αλλά φοβάμαι πως αν γίνει αυτό, θα σπεύσουν να με τροφοδοτήσουν με καινούρια όσοι τους έχω χαρίσει μερικά από τα δικά μου, όταν ευημερούσαν και ήθελα να τα αραιώσω.