Πέμπτη, 10 Μαΐου 2007

Στου φεγγαριού το τάσι...



Εκείνη τη περίοδο, ήμασταν όλοι επηρεασμένοι από το βιβλίο του Γ. Σεφέρη “Έξι νύχτες στην Ακρόπολη”. Φευγάτοι, ήδη, από τη μικρή κοινωνία που μας μεγάλωσε, άλλος εδώ κι άλλος παραπέρα. Καλοκαίρι όμως πάλι μαζί, στον ίδιο παρανομαστή.

Σαν αστείο ξεκίνησαν οι “βραδιές ποίησης και φιλοσοφίας”. Σαν αστείο συνεχίστηκαν. Σαν αστείο, δεν έμειναν μέσα μας. Όχι τώρα, μετά από τόσα χρόνια.

Ο φεγγαρολουσμένος Λόφος του Στράνη, πάντα φιλόξενος. Έτοιμος να περιθάλψει τις εσωτερικές μας ανησυχίες. Ανησυχίες προς πάσα κατεύθυνση. Μόνο μία ανησυχία αντιστεκόταν -σθεναρά τότε- και την έλεγαν θάνατο. Πιστεύαμε πως δεν μας αφορούσε.

Ανεβαίναμε το πλακόστρωτο με ζωηρά, χαρούμενα βήματα. Κουβαλάγαμε όλα τα σύνεργα: βιβλία, κιθάρες, νερά, τσιγάρα. Κάποιες φορές και σουβλάκια και μπύρες. Καλή η τροφή του πνεύματος αλλά και τα στομάχια μουγκρίζανε.

Το μικρό αμφιθέατρο του Λόφου, είχε γίνει δικό μας. Θυμάμαι τους φίλους να διαβάζουν λυρική ποίηση του Κάλβου και τα σκυλιά από το διπλανό σπίτι να θέλουν να τους ξεσκίσουν.
Με κάλεσαν ένα βράδυ να παρουσιαστώ στη σκηνή. Παρουσιάστηκα χωρίς δεύτερη κουβέντα. Έκατσα κάτω οκλαδόν και κάπνιζα. Πέρασαν κάποια λεπτά σιωπής, ώσπου ένας φίλος ρώτησε που είχα το βιβλίο μου.

“Δεν έχω βιβλίο σήμερα!”, αποκρίθηκα.
“Και τι θα κάμεις; Θα κάθεσαι να καπνίζεις κι εμείς να σε κοιτάμε;”
“Ε, αφού δεν είμαι ευχάριστο θέαμα κι αφού δεν μπορείτε να κάτσετε χωρίς να κάνετε τίποτα, απλά να υπάρχετε… Θα σας τραγουδήσω…”, τους είπα χαμογελώντας κι οι φίλοι άρχισαν να γελάνε και να μου πετάνε άδεια τενεκεδάκια από μπύρες.
Εγώ, απτόητη! Άρχισα να τραγουδάω : “ Τέσσερα πόδια δυνατά και μια κουτσή κιθάρα, να ‘χαμε τώρα δυο τσιγάρα και δύο για μετά…”

Δεν άκουγαν. Μιλάγανε μεταξύ τους, γελάγανε, με χλευάζανε, μου φωνάζανε να σταματήσω γιατί θα εξαγριώσω τα σκυλιά του γείτονα. Εγώ τίποτα. Δεν τους άκουγα. Συνέχιζα: “Θα ‘ταν ο κόσμος μαγικός, παράδεισος η πλάση, σου φεγγαριού το τάσι, καφές βαρύ γλυκός…”

Και άκουσαν. Κόπασε ο σαματάς. Έκατσαν πίσω, χαλαροί, πίνοντας μπύρα κι άκουγαν. Το τελευταίο ρεφρέν το είπαμε όλοι μαζί χορωδιακά και τα σκυλιά δεν έβγαλαν άχνα.

Έτσι οι “βραδιές ποίησης” μπήκαν σε άλλη τροχιά. Γύρω από το μνημείο της Ελευθερίας, καθισμένοι οκλαδόν ή στο μουράγιο δίπλα –δίπλα, χειροπιασμένοι να τραγουδάμε : “… απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας…” και τα πόδια μας να αιωρούνται πάνω από τα λιοστάσια του κάμπου.

Ζαλισμένοι από τις μπύρες να αναρωτιόμαστε αν θα μπορούσαν να μας ακούσουν στο Μεσολόγγι, όπως ο Σολωμός από το ίδιο σημείο που καθόμασταν, μπόρεσε κι άκουσε (;) τα κανόνια του Μεσολογγίου κι έγραψε τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους” και τον “Ύμνο στην Ελευθερία”.

Και μετά; Χαθήκαμε στις Πόλεις…

Δεν υπάρχουν σχόλια: