Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Η Αυτού Μεγαλειότης...Το ρυζόγαλο!


Από τις αποκριές της παιδικής ηλικίας στις αρχές του '80, μου έχουν μείνει έντονα οι αναμνήσεις των παιδικών χορών στον "Κόκκινο Βράχο". Χοροί κανονικοί, με πλήρη ορχήστρα -η ίδια έπαιζε και τις νύχτες εκεί- με κομφετί και σερπαντίνες και με στολή νοικιασμένη από το "Λυχνάρι".

Κάποια χρονιά, πριν εγκατασταθούμε μόνιμα στη Ζάκυνθο, είχαμε έρθει με τους γονείς μου την τελευταία εβδομάδα, για το καρναβάλι φυσικά. Με πήγε η μαμά μου η καλή να μου νοικιάσει στολή αλλά είχαν δοθεί όλες εκείνες που ονειρεύονται τα κοριτσάκια να ντυθούν. Δεν υπήρχε μπαλαρίνα ούτε για δείγμα. Ούτε βασίλισσα. Ούτε καν πριγκίπισσα! Κι έτσι, βρέθηκα ντυμένη μελισσούλα, να χορεύω τη γιάνγκα, ανάμεσα σε δεκάδες Άννα-Μαρίες και Βασιλιάδες, ελαφρώς κλαμένη αφού ήμουν το κοριτσάκι με την πιο γελοία στολή, όπως νόμιζα.

Τώρα φυσικά που το σκέφτομαι, χαμογελάω μιας και όσο μεγαλώνω τόσο πιο γελοία θέλω να μασκαρεύομαι. Αλλά επειδή "ουδέν κακόν αμ(π)ιγές καλού" η εμπειρία μου σαν παιδί με έμαθε να κατανοώ τους ευσεβείς πόθους του γιου μου, που θέλει να ντύνεται αυτό που θα ήθελε να είναι: σούπερ ήρωας, κουρσάρος των επτά θαλασσών (και βάλε) αλλά και Λούκι Λουκ.

Δεν είναι όμως οι χοροί στο παρκέ του Καζίνου, η μόνη γλυκιά θύμηση. Είναι και οι "ομιλίες" στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, η κηδεία τση μάσκας, την τελευταία Κυριακή και το ρυζόγαλο της νόνας. Εκείνο το ρυζόγαλο που έφτιαχνε η Αγγέλικα και μοσχοβόλαγε όλο το Ψήλωμα. Τρέχαμε σαν τα μουρλά μετά το τέλος του καρναβαλιού, να πάμε στο σπίτι της να μας γλυκάνει και να μας διώξει τον καημό που θα έπρεπε να περιμένουνε έναν χρόνο για να ξανάρθουν οι χοροί και οι μασκαράτες.

Την λατρεία για το ρυζόγαλο πρέπει να την κληρονόμησα από τη μητερούλα. Εκείνη το έτρωγε με την κουτάλα σαν παιδί και μια φορά, έφαγε τόσο που κόντεψε να πεθάνει κι όλη νύχτα βάιζε πάνω στο κρεβάτι "ω μανούλα μου τι έπαθα!". Τελικά τη γλίτωσε, προφανώς...

Για όλες αυτές τις θύμησες και για "το καλό"...Μάνα, μητέρα, μανούλα, μαμά! Σου στέλνω μήνυμα από το μετερίζι του μπλογκσποτ, κανόνισε να μας φτιάξεις κομμάτι ρυζόγαλο να μας τρατάρεις γιατί δεν μας βλέπω καθόλου καλά εφέτο! Και μην αρχίσεις πάλι τσι φαωμάρες για το που θα βρεις καλό γάλα, θα σου φέρω εγώ! Εντάξει;;; Φιλί!

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

Μου στείλαν ένα γράμμα, φαρμάκι και φωτιά....


Έλαβα τρία -παρακαλώ- ηλεκτρονικά μηνύματα από αναγνώστες(;) του κατρουγιαλιού. Τρεις διαφορετικούς-κές, να το ξεκαθαρίζω! Έχει σημασία δε γιατί υπολογίζω τους αναγνώστες γύρω στους δέκα με δεκαπέντε άρα οι τρεις είναι ένα υψηλό ποσοστό. Και τα τρία μηνύματα είχαν το ίδιο θέμα: γιατί δεν γράφω.

Γιατί δεν γράφω; Συγγνώμη κιόλας αλλά δεν έχω κάτι να πω-γράψω τις τελευταίες μέρες. Είναι τόσο κακό αυτό; Ποια είμαι, τέλος πάντων; Αν είναι να με αγχώνει το ότι δεν ανεβάζω πόστο κάθε μέρα, να το κλείσω το μαγαζί και να γράφω τις μπούρδες μου ανενόχλητη, στο ημερολόγιο της Μπάρμπι, με το χρυσό λουκέτο.

Όπως και να έχει, ευχαριστώ και με την ευκαιρία, σας παρουσιάζω το πρώτο ποιητικό βιβλίο του καλού φίλου Δημήτρη Αθηνάκη, με τίτλο "χωρίσεμεις". Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις, Κοινωνία των (δε)κάτων. Ο Δημήτρης είναι νέος και ταλαντούχος και είμαι σίγουρη πως θα γίνει ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές! Όσο υπερβολική κι αν διαβάζομαι! Άλλωστε, είναι ήδη γνωστός και από τις μεταφράσεις που έχει κάνει. Αναζητήστε το βιβλίο του και θα με θυμηθείτε!

(Δημήτρη, την επιταγή ξέρεις σε τι όνομα να τη κόψεις. Φιλί!)

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

Το αντέτι της Τσικνοπέμπτης


Τετάρτη μεσημέρι στο γραφείο και η απραξία με έχει κάνει να κουτουλάω σαν τον Ιάπωνα Υπουργό, στη σύνοδο της G7. Ένα βήμα πριν το "χαρακίρι" κι ενώ έχω ακούσει το ίδιο τραγούδι, τουλάχιστον 5 φορές -επειδή βαριόμουν να το αλλάξω και το είχα βάλει στην επανάληψη- χτυπάει το κινητό μου. Μία το τραγούδι που έχω επιλέξει να ακούγεται όταν με καλούν, μία που έπρεπε να τεντωθώ για να πιάσω τη συσκευή, δεν το πρόλαβα. Μόλις λίγα λεπτά αργότερα ο ήχος που μου δηλώνει ότι έλαβα μήνυμα, ήρθε ξανά να με βγάλει από τη νιρβάνα μου. "Άντε κουνήσου!" είπα στον εαυτό μου και έπιασα στα χέρια μου το κινητό, επιτέλους.

Το μήνυμα ήταν σαφές και ήταν καλέστρα. Τσικνοπέμπτη βλέπεις αύριο... Καλέστρα όχι όπως να 'ναι μα όπως πρέπει, η χαρά του αντεταδόρου! Για ξινιστό έλεγε και για κοκορέτσια και γαρδούμες στο ταψί και για λογικές τιμές, ένεκεν η κρίση... καταλαβαίνεις! "Πολύ θα ήθελα να παρευρεθώ κι ευχαριστώ που με θέλετε για παρέα σας αλλά δεν μπορώ ψυχή μου να σε χαρώ!", ήταν η απάντησή μου στον φίλο και γνωστό αντεταδόρο Διονύση. Τι να κάμω, έχουμε κανονίσει με τους συνάδελφους να πάμε κάπου όλοι μαζί. Θα φύγουμε και πιο νωρίς από το γραφείο, θα αποφύγω τις κουτουλιές επάνω στην οθόνη του υπολογιστή. Πρέπει να με καταλάβεις!

Έχει και συνέχεια, βάστα! Δεν φτάνει που δεν θα κρατήσω το παραδοσιακό αντέτι το μεσημέρι, παρά θα επιδοθώ στη βρώση παϊδακίων - τα οποία θα είναι και αρνίσια και θα βρωμάνε - αλλά έχω και δεύτερο γύρο το βράδυ, με την οικογένεια. Με κλεισμένο τραπέζι σε γνωστή ταβέρνα του νησιού, με τα καλά μας φορεμένα, με το μικρό ντυμένο Λούκι Λουκ και με μουσική υπόκρουση Νταλάρα να τραγουδάει: "σε μαγικά νησιά, θέλω να βρεθούμε". Μετά στο σπίτι, οπωσδήποτε μπάνιο να φύγει η τσίκνα από το μαλλί!

Μη μου πεις πόσο τραγικό το βρίσκεις! Έχει και τη πλάκα του. Πάντα έχει τη πλάκα του γιατί ο αυτοσαρκασμός μας οργιάζει και επιβάλλει την κατανάλωση μπόλικου κρασιού. Πως να αντέξεις ο άνθρωπος; Παλιά καθόμασταν σπίτι μας και τρώγαμε το ξινιστό μας και πέρναγε η ώρα μας. Τώρα πάμε όπου θέλει το παιδί. Ταβέρνα θέλει το παιδί; Ταβέρνα κι εμείς. Παϊδάκι το παιδί; Παϊδάκι κι εμείς και θα κάνουμε και μία τούμπα άμα χρειαστεί. Μην το στεναχωρεύουμε, μέρες που 'ναι!

Τώρα αν αναρωτιέσαι γιατί στα γράφω όλα αυτά, θα σου λύσω την απορία. Ο φίλος Διονύσης στου οποίου το κάλεσμα δεν θα μπορέσω να ανταποκριθώ, είπε ότι θα με κάνει βούκινο πως αντί να κρατήσω το αντέτι, θα κάνω Τσικνοπέμπτη μωραΐτικη. Το σκέφτηκα από 'δω, το σκέφτηκα από 'κει κι είπα να τα πω μόνη μου, για να του πάρω τη μπροστινή!
Άλλωστε καρναβαλάκι είναι, τα πειράγματα, οι μάντσιες και τα λοιπά, επιβάλλονται!

Και του χρόνου Διονυσάκη μου!

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

Ο νόνος και το καρναβάλι


Ο νόνος μου ο Μπάμπης, ήταν δεινός χορευτής, δεινός χαρτοπαίκτης, δεινός γυναικάς και γενικότερα δεινός bon viveur! Όσο φυσικά του επέτρεπε η πούρσα του και η κοινωνική του θέση.

Είχε μεγάλη αδυναμία στο Καρναβάλι. Θα μπορούσες να πεις πως ζούσε όλη τη χρονιά μόνο για δαύτο. Άλλωστε μέσα στα καρναβάλια είχε γεννηθεί και συνήθως τότε γιόρταζε και τ' όνομά του. Έτσι, δεκαπέντε βράδια που κρατάγανε οι χοροί, δεν έχανε ούτε έναν στο τότε Καζίνο, στο οποίο ήταν και μέλος.

Αντιθέτως, η νόνα μου η Αγγέλικα, δεν ήξερε ούτε ένα χορευτικό βήμα να πάρει και μία ζωή του έκανε φαωμάρα που δεν τηνε μάθαινε, γιατί όπως η ίδια υποστήριζε εκείνος ήθελε "να χορεύει με τσι πουτάνες". Για τη νόνα μου δηλαδή, όποια ήξερε να χορεύει τανγκό, βαλς, φοξ αγκλέ και πόλκα μαζούρκα, ήτανε πουτάνα από κούνια.

Όπως φαίνεται πλέον, ο νόνος μου κάποιο λόγο σοβαρό θα είχε, που δεν εμάθαινε χορό στη νόνα και που ποτέ δεν τηνε πήρε μαζί του στα μπαλ μασκέ. Δεν εξηγείται διαφορετικά ότι στις θυγατέρες τους και έμαθε χορό και τις χόρευε όταν εκείνες εμεγαλώσανε και πηγαίνανε μονάχες τους στους χορούς, ή με τους συζύγους τους.Σαν παιδί θυμάμαι, στο παρκέ του Κόκκινου Βράχου να χορεύει ο νόνος μου με τη μάνα μου και να κάθεται ούλος ο κόσμος κάτω, να τους αφήνει χώρο. Αυτά τα χρόνια όμως, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί κι αισθάνομαι ιδιαίτερα τυχερή, που έχω αυτές τις εικόνες έστω και ως παιδική ανάμνηση.

Ένα βράδυ καρναβαλιού στο Χορό του Πρασίνου συγκεκριμένα, τα χρόνια που είχανε ακόμα τα παιδιά μικρά, η νόνα μου αποφάσισε να μην αφήσει τον νόνο να πάει στο χορό. Επειδή όμως ήξερε πως με τα λόγια δεν θα κατάφερνε απολύτως τίποτα, σκέφτηκε κι έπραξε τούτο: Του έβαλε τα καλά του τα παπούτσια μέσα σε έναν σίγλο με νερό. Πονηρή η νόνα, σου λέει που θα πάει χωρίς παπούτσια; Εκείνος όμως δεν έκανε πίσω! Την έβρισε, δανείστικε άλλο ζευγάρι από κάποιον άλλον της παρέας του και πήγε κανονικά στο χορό.

Η Αγγέλικα έσκασε από το κακό της, όπως μας περιέγραφε στις μετέπειτα εξιστορήσεις της και η ίδια υποστηρίζει πως κάποιο άλλο βράδυ, ντύθηκε μασκαρούλα και πήγε και τον βρήκε στο Καζίνο. Κατά τα λεγόμενά της, πάντα, όλη νύχτα του έβγαλε τα μάτια κι εκείνος χαμπάρι δεν επήρε και όταν λέει της πρότεινε να την πάει στο σεπαρέ εκείνη έφυγε και πήγε σπίτι. Δεν ξέρω γιατί αλλά κανένας μας δεν έχει πιστέψει ούτε λέξη από αυτή την ιστορία της νόνας όπως και μία άλλη που κατά την ίδια έπιασε από το πέτο κάποιον που τηνε σταύρωνε και του έδωκε δύο χαστουκιές.

Όπως και να έγιναν, εκείνος συνέχισε μέχρι τα τελευταία του - που ήταν και τα τελευταία εκείνων των χορών- να βγαίνει, δεκαπέντε νύχτες στη σειρά κι εκείνη, να μένει σπίτι και να μουρμουράει 365 νύχτες το χρόνο...



Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

Διαστημικό μποτιλιάρισμα


Υπάρχει κανείς που να έχει την ψευδαίσθηση ακόμα, πως μπορεί να κρυφτεί από τον Big Brother;

Όσο ρομαντικός κι αν είσαι, λυπάμαι που θα στο χαλάσω αλλά το ίδιο χάλια ένοιωσα κι εγώ βλέποντας αυτή τη φωτογραφία στο σημερινό φύλλο της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.

Χιλιάδες τεχνητοί δορυφόροι περιστρέφονται γύρω από τη Γη μας για να εξυπηρετήσουν τις "ανάγκες" μας. Όπως διαβάζω στο σχετικό άρθρο, τις προάλλες ένας ρωσικός κι ένας αμερικανικός δορυφόρος συγκρούστηκαν εκεί ψηλά! Μπορεί να μην συγκρούονται -τουλάχιστον φανερά- οι δυο υπερδυνάμεις πια αλλά στο διάστημα γίνεται ο κακός χαμός!

Μην φοβάσαι λοιπόν πως όταν κάνεις γυμνός μπάνιο στη θάλασσα ή όταν κάνεις σεξ στους αγρούς, σε βλέπει κάποιος. Σε βλέπουν χιλιάδες. Πάρτο απόφαση...

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Η θεία μας η Μαλούλα


Η θεία μου η Μαλούλα είναι η μία από τις αδερφάδες της νόνας μου. Το πραγματικό της όνομα είναι Αμαλία αλλά από μικρουλούλα τηνε φωνάζανε έτσι, χαϊδευτικά. Το ίδιο χαϊδευτικά εφωνάζανε και τη νόνα μου Τουτούλα, από το Αγγελική και την άλλη τους αδερφή Μαρούλα, από το Μαρία. Είχανε και αδερφούς αλλά γι' αυτούς θα σου πω άλλη φορά. Ούλη η οικογένεια εμεγάλωσε στη Διαολόλακα, στα Γερακαρία.

Εδώ και γύρευε πόσα χρόνια μένει στη Πάτρα, η θεία Μαλούλα και φυσικά όχι μονάχη της! Έχει ζήσει τη ζωούλα της και ακόμα τη ζει, ας έχει πατήσει τα 80. Και γάμους έχει κάμει και διαζύγια έχει πάρει και παθιασμένους έρωτες έχει ζήσει και απ' ούλα! Έχει κάμει και τρία παιδία. Τα τελευταία χρόνια έχει σταθεροποιηθεί κάπως η ερωτική της ζωή. Είναι αφιερωμένη στον Μήτσο, ένα χασάπη από τη Τρίπολη που τη φωνάζει "τσούπρα μ' ".

Τον πρώτο άντρα της θείας Μαλούλας, της τονε πάτησε φορτηγό στα Μέγαρα, όπου είχανε πάει εκδρομή. Μεγάλο το κορέτο της θείας. Τα ζύγισε καλά και επαντρεύτηκε "τον οδηγό του μοιραίου φορτηγού" όπως θα έλεγε κι ο Σόμπολος. Αυτός -ο οδηγός, όχι ο Σόμπολος- μετά από λίγα χρόνια, εξεπόρτισε με την θεγατέρα της θείας Μαλούλας και από τότε, κανείς δεν τους ματαείδε.

Είχε μεγάλη καρδία όμως η θεία και εχώραγε πολλούς. Αν και πληγωμένη από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα της μοίρας της, δεν το έβαλε χάμου. Σύντομα εσταφανώθηκε και πάλι, για να χωρίσει μετά από λίγα χρόνια για τα μάτια ενός λιμοκοντόρου από που, ούτε και που ξέρω να σου πω.

Ούτε ξέρω αν όλα αυτά η θεία τα έκανε σκόπιμα ή απλά ήταν η φυσική της ροπή. Ίσως πάλι να ήταν αντίδραση στο σοβαρό πρόβλημα οράσεως που έχει από κοπελούλα. Το πρόβλημα αυτό το ήξεραν οι πάντες και η νόνα μου το χρησιμοποιούσε κατά κόρον για να τη δικαιολογήσει. Ότι και να της έλεγε ο νόνος μου για τις πομπές της αδερφής της εκείνη του απάνταγε: "Μα βλέπει Μπάμπη μου;" και εκεί ενετάριζε το θέμα.

Ένα καλοκαίρι, πριν είκοσι χρόνια περίπου, η θεία Μαλούλα μετά από κάποιο χωρισμό της, ήρθε να κάμει διακοπές στο Ζάντε και που θα έμενε αν όχι στην αγαπημένη της αδερφή Τουτούλα; Από το σπίτι της νόνας μου, είχαν φύγει πλέον ούλα της τα παιδία εκτός από το μικρότερο γιό της που ήταν ακόμα ελεύθερος και ωραίος.

Στο σπίτι αυτό, στο Ψήλωμα, επερνάγαμε και κάποια από τα εγγόνια της Τουτούλας, τα απογεύματά μας αφού εδουλεύανε οι γονέοι μας και δεν είχαν εμπιστοσύνη να μας αφήνουνε μονάχα στα σπίτια μας, τέτοιοι δαιμόνοι που είμαστε. Κι ένα απόγιομα, εκεί που παίζαμε κρυφτό μέσα στα λουλούδια της νόνας, ενώ εφτούνη μας εφώναζε γλυκιάρικα που θα της καταστρέψουμε το κήπο, εμφανίστηκε η θεία Μαλούλα στη πόρτα, μόλις είχε έβγει από το μπάνιο. Ευτυχώς ο νόνος μας έλειπε από το σπίτι, γιατί θα 'χαμε άλλα...

Η θεία Μαλούλα με τα νερά ακόμα απάνου της, εφόραγε μία φιοράδα καλοκαιρινή ρόμπα, της οποίας μόλις δυο-τρία κουμπία είχε κουμπώσει, αφήνοντας εκτεθειμένα στα μάτια μας τα τερατώδη στήθια της και τους γιομάτους μηρούς της. Ευθύς κρυφτήκαμε πίσω από την τεράστια μαργαρίτα, έτσι αυθόρμητα και περιμέναμε να δούμε τι θα κάμει.

Στη βεράντα όμως, ήδη καθόταν ο μικρός μας θείος κι έπινε τον απογευματινό του καφέ. Με τη θεία δεν είχε πολλά - πολλά και δεν της μίλησε μόλις την είδε να ξεπροβάλλει. Τώρα όμως που το σκέφτομαι, μπορεί να ήταν και από το σοκ της εμφάνισής της. Εκείνη, είδε μια σκιά, θα μύρισε κιόλας ανθρώπινη σάρκα - αφού λένε πως όσοι δεν βλέπουν καλά, μυρίζουν άριστα- και πήγε και θρονιάστηκε σε μια καρέκλα απέναντι του. Εφτός μόλις την είδε να κάθεται απέναντί του με τα πόδια τέντα, έκαμε απότομα προς τα πίσω και κουτούλησε το κεφάλι του στο τοίχο του σπιτιού.

"Ουφ..." , αναστέναξε η θεία κι άρχισε να κάνει αέρα στο λαιμό της με τη μαύρη ισπανική της βεντάλια. "...Και που λες Αγγελικά μου", συνέχισε "ευτυχώς που έριξα κομμάτι νερό απάνου μου. Μου περάσανε οι φουμάδες, μου περάσανε οι καούρες... Εξελάφρωσα η χριστιανή!". Ο θείος, αφού έκαμε έναν μορφασμό που δήλωνε ελαφρώς απελπισία, εσηκώθηκε και πήγε στη νόνα μας που άπλωνε μπουγάδα στην πίσω αυλή, για να της πει: "Μάνα, πήγαινε μπροστά εκείνη η θεόμουρλη η λάλα σου σε γυρεύει". Κι εκείνη του απάντησε: "Μα βλέπει παιδάκι μου;;;"

Το παρόν αφιερώνεται με πολλή αγάπη στη λατρεμένη Φιορούλα, μεγάλη θαυμάστρια της θείας Μαλούλας, μαζί με τις ευχές μου για καλή επιτυχία!

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

Τώρα ξέρω...


...τι θα ντυθώ εφέτος τις απόκριες: Όλιβ.

Όχι όποια Όλιβ να 'ναι αλλά αυτή τη συγκεκριμένη από το τραγούδι της Μάρως Μαρκέλλου και θα με παπιοαγαπώ πολύ, γιατί με έχω ανάγκη!

Θερμές ευχαριστίες στον Χ. που μοιράστηκε μαζί μου το "βίνδεο".



Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

Para ti!


Τον γνώρισα πριν 5 χρόνια περίπου, στο διαδίκτυο (ω ναι!). Τον λένε Paco Cremades και είναι Ισπανός.


Από κάποιες σύντομες διακοπές του στη Ζάκυνθο, δεν θα ξεχάσω ποτέ το πόσο γελάσαμε στις νυχτερινές εξόδους, το πόσο χορέψαμε, το πόσο του άρεσε το στιφάδο, το πόσο δυνατά ροχάλισε στο καναπέ μας αλλά και την φοβερή επικοινωνία που είχε με το μικρό μας ενώ δεν μιλάει λέξη ελληνικά και φυσικά το παιδί, ούτε λέξη ισπανικά.




Είναι δ/ντής σε κάποιον ραδιοφωνικό σταθμό της Μαδρίτης και στον ελεύθερό του χρόνο ζωγραφίζει. Είμαι τυχερή που είναι πραγματικά φίλος μου και μου έχει χαρίσει δυο μικρά έργα του. Τα φυλάω ως κόρες οφθαλμών. Άλλωστε, θα γίνει διάσημος και θα έχουν μεγάλη αξία!




Οι πίνακές του μου αρέσουν γιατί έχουν έντονα χρώματα και με κάνουν να νοιώθω όμορφα όταν τους κοιτώ. Μερικούς από αυτούς, σας τους παρουσιάζω εδώ κι ελπίζω να σας αρέσουν.




Για τον Paco, που τον αγαπώ πολύ και το ξέρει αλλά που δεν θα μπορέσει να διαβάσει ετούτο το πόστο λόγω ελληνικών, αφιερώνω το μουσικό μέρος του και του στέλνω "un beso muy grande"!




Paco, ΤQM cielo!









Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

TGIF!


Η Παρασκευή είναι θεωρητικά η καλύτερη ημέρα της εβδομάδας, για τους περισσότερους εργαζόμενους του πενθήμερου. Εκεί δηλαδή που λες "δεν αντέχω ούτε μισή μέρα παραπάνω", έρχεται η Παρασκευή και σου δίνει μια κλωτσιά και σε στέλνει καρφί, στο πλεχτό του σαββατοκύριακου. Γκολ δηλαδή, με τον όποιο τρόπο. Είτε από τα πολλά ξύδια της επιβαλλόμενης σαββατιάτικης εξόδου, είτε από όλα εκείνα που έχεις αφήσει να κάνεις το σαββατοκύριακο, δεδομένου ότι στη διάρκεια της εβδομάδας, που να προκάμεις;;;

Κάνω ένα πρόχειρο διάγραμμα σε μια κόλα χαρτί. Είναι φανερό, το "πικ" το πιάνω Παρασκευή απόγευμα. Σάββατο μεσημέρι, πέφτω πάλι στα Τάρταρα γιατί έχω κάνει γενική όλο το σπίτι, λες κι έχει να καθαριστεί πάνω από μήνα. Σάββατο απόγευμα, αναλαμπή. Αν βγω, είμαι Κυριακή σε κώμα, αν όχι είμαι σε κακή κατάσταση από βαρεμάρα. Κυριακή γιορτή και σχόλη, μαγειρεύω το αγαπημένο φαΐ της οικογένειας και αν έχει καλό καιρό, πάω και μαζεύω λάχανα στα χωράφια. Αν όχι, παθαίνω προσωρινή κατάθλιψη, γιατί σε λίγες ώρες μπαίνει η νέα εβδομάδα και το άλλο ξημέρωμα θα με βρει πάλι μέσα σ' ένα αυτοκίνητο να τρέχω μες στο άγχος. Την ώρα δε που πάω στο γραφείο, έχω ήδη κάνει τόσα που είμαι ψόφια και μόλις άρχισε η εβδομάδα!

Στο μεταξύ, ενώ γράφω το πόστο, ακούω ραδιόφωνο -ΣΤΙΓΜΑ, εννοείται- και βγαίνει η Γιώτα Τσιμπρικίδου να μας πει πως με το που ξημερώνει Παρασκευή, την πιάνει ένα μπρίο κι ένα νάζι, ως επιβεβαίωση των παραπάνω αλλά δεν μας λέει παρακάτω... Υποψιάζομαι πως περίπου τα ίδια θα κάνει. Κρατάω μια επιφύλαξη για το μάζεμα των χόρτων, μόνο. Χωρίς να είμαι βέβαιη... αλλά τη συγχωρώ γιατί μετά από λίγο παίζει αγαπημένο τραγούδι.

Άσχετα με όλα τα παραπάνω, περιμένω εναγωνίως να ανοίξει το τριώδιο. Δεν έχω σκεφτεί τι θα ντυθώ φέτος, ακόμα, αλλά δεν έχει σημασία. Θέλω να καρναβαλλιστώ, να καρναβαλλιστώ πολύ! Αρκεί τα πάρτυ να είναι Παρασκευή. Άντε το πολύ - πολύ Σάββατο...

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2009

Διασφάλιση ποιότητας


Μη με λογαριάζετε πλέον στους "άστεγους της αριστεράς", ούτε στους "αναποφάσιστους" να με λογαριάζετε. Ξέρω πλέον τι θα ψηφίσω στις επόμενες εκλογές: ΠΑ.ΣΟ.Κ.


Μην απορείτε, με έπεισε ο Χρυσοχοΐδης. Τώρα ξέρω πως τα δακρυγόνα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι τα καλά ενώ μόνο της Ν.Δ. τα κακά. Υποθέτω πως τα πρώτα θα έχουν πιστοποιηθεί και κατά ISO.


Κι έχω μια εμμονή, με την ποιότητα...


(Φωτογραφία από το : spocksbeard.wordpress.com)

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

Rudyard Kipling's Vampire


Βαμπίρ


Ένας ανόητος ήταν που προσευχόταν
(Όπως εσύ κι εγώ!)
Σ' ένα κουρέλι και σ' ένα κόκκαλο και σε μια τούφα μαλλιά
(Την είπαμε Αδιάφορη Γυναίκα)
Ο ανόητος την έκανε Θεά του
(Όπως εσύ κι εγώ!)


Ω, τα χρόνια που ξοδέψαμε και τα δάκρυα που ξοδέψαμε
Κι η γνώση μας κι ο κόπος μας
Για χάρη αυτής που δεν ήξερε
(Και τώρα γνωρίζουμε πως δεν θα μπορούσε να ξέρει)
Και που δεν κατάλαβε!

Ένας ανόητος ήταν και ξόδεψε τ' αγαθά του
(Όπως εσύ κι εγώ!)
Τιμή και δόξα και σιγουριά
(Και δεν ήταν καν το ελάχιστο, που ζήτησε η Κυρία)
Μα ένας ανόητος πρέπει να αφήνεται στη φυσική του ροπή
(Όπως εσύ κι εγώ!)

Ω, ο μόχθος και η καταστροφή που χάσαμε
Κι εκείνα όλα τα υπέροχα που σχεδιάσαμε
Για χάρη αυτής που δεν ήξερε το λόγο
(Και τώρα ξέρουμε πως ποτέ δεν τον ήξερε)
Και που δεν κατάλαβε

Ο ανόητος ξεγύμνωσε το φαιδρό κουφάρι του
(Όπως εσύ κι εγώ!)
Έπρεπε να το είχε δει όταν τον αγνοούσε
(Μα κανείς δεν ξέρει αν εκείνη προσπάθησε)
Κι έτσι κάτι από εκείνον έζησε μα ο περισσότερος πέθανε
(Όπως εσύ κι εγώ!)

Και δεν είναι η ντροπή ούτε και η ενοχή
Που πονάει σαν λευκός, καυτός πυρσός
Είναι η παραδοχή πως αυτή ποτέ δεν ήξερε το λόγο
(Κατανοώντας τελικά, ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να τον ξέρει)
Και ποτέ δεν θα μπορούσε Αυτή, να καταλάβει