Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Η δική μας καλοσύνη

Το μυαλό μπορεί με απίστευτους συνειρμούς να μεταμορφώσει το αρχικό ερέθισμα σε κάτι που είτε η μνήμη ανακαλεί είτε η καρδιά χρειάζεται.

Ένας τέτοιος συνειρμικός αλγόριθμος μού προέκυψε παρατηρώντας εικόνες από την Ειδομένη. Εικόνες που δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι θα έβλεπα ποτέ στη ζωή μου, τόσο κοντά στον μικρόκοσμό μου. Συντέλεσαν και κάποιες άλλες εικόνες. Εικόνες ανθρώπων που ανοίγουν τα σπίτια και τις αγκαλιές τους. Ανθρώπων που καθημερινά αυτόδιατίθενται και  προσφέρουν με όποιον τρόπο μπορούν.

Είπα μέσα μου, πως ναι, μπορούμε ακόμα να πιστεύουμε στον Άνθρωπο. Στο αγνό αίσθημά του, στη μεγαλοψυχία, στην αλληλεγγύη, στην καλοσύνη του.

Κι έτσι κάπως, με δεκάδες σκέψεις που αγωνίστηκαν στη σκυταλοδρομία  θυμήθηκα πως πριν κάποια χρόνια, το 2008, όταν η «Κρίση» δεν είχε σκάσει ακόμα στα μούτρα μας διάβασα εκείνο το βιβλίο του Πέτρου Τατσόπουλου, «Η καλοσύνη των ξένων». Πόσο ωραίο το είχα βρει αυτό το βιβλίο!

Δεν ήταν απλά η έκθεση του συγγραφέα απέναντι στο κοινό του αποκαλύπτοντας ένα μεγάλο κομμάτι του βίου του, μιας και πρόκειται για την ιστορία της δικής του υιοθεσίας. Ήταν η απλότητα που ο ίδιος επέλεξε να μας εξιστορήσει τα γεγονότα με γνώμονα πάντα την καλοσύνη των άλλων.

Ακόμα κι αν σκεφτώ σήμερα πως ο Τατσόπουλος αργότερα έγινε βουλευτής. Έκανε  το ένα, έκανε το άλλο, είπε πράγματα που δεν μου άρεσαν κ.λ.π., η καλοσύνη των ξένων είναι αυτή που του έδωσε την ευκαιρία, το δικαίωμα. Ο Πέτρος Τατσόπουλος, ήταν από τους τυχερούς που ενώ οι συγκυρίες της ζωής τα έφεραν έτσι ώστε να εξαρτάται η δική του ζωή από την όποια καλοσύνη θα επιδείξουν οι άλλοι, βρέθηκαν γι’ αυτόν οι «ξένοι» που την προσέφεραν απλόχερα.

Είναι λίγο τρομακτική η διαπίστωση πως μπορεί να εξαρτηθεί η ζωή χιλιάδων ανθρώπων απλά από την καλοσύνη άλλων ανθρώπων. Είτε το δεις το θέμα πολιτικά είτε ανθρωπιστικά.  Όμως για σκέψου λίγο, αν η καλοσύνη δεν υπήρχε, τι θα είχε μείνει όρθιο τελικά στον κόσμο αυτό;

(Το άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά, την Τετάρτη 23/03/2016, στο πολιτιστικό περιοδικό "Τέχνης Λόγια".)

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

Περί Αποκριάς...





Όταν ήμασταν παιδιά η Τσικνοπέμπτη ήταν μια κάπως δύσκολη μέρα, για εμάς τα κορίτσια ειδικά. Βλέπεις τα αγόρια, περίμεναν πως και πως να μας υποδεχτούν με τις τσουκνίδες στα χέρια και γι' αυτό το λόγο, έπιαναν στασίδι από νωρίς το πρωί στο προαύλιο του σχολειού. Αλίμονο σε όποια ξεχασμένη, είχε γυμνά πόδια!

Όταν ήμασταν παιδιά τρώγαμε «ξυνιστό» την Τσικνοπέμτη. Έτσι όπως όριζε το έθιμο, μα κυρίως όπως όριζε το αντέτι που κουβαλούσαμε στις ζακυνθινές καρδιές μας. Μετά ακλουθήσαμε τη μόδα του ψητού, τη «μωραΐτικη» συνήθεια. Σουβλάκια και μπίρες στους δρόμους, στα προαύλια, στις δημόσιες υπηρεσίες. Μια νέα, άτυπη μισοαργία. Ένα σύννεφο τσίκνας πάνω από τη Χώρα και ένα σωρό σκουπίδια παρατημένα, ανακατωμένα με σερπαντίνες και κομφετί.



Όταν ήμασταν παιδιά, οι γονείς πηγαίνανε κάθε βράδυ στους χορούς στο Καζίνο. Μας πέρνανε μαζί τη Δευτέρα του «μπαλ μασκέ» και την άλλη μέρα στο σχολείο κουτουλούσαμε. Τα άλλα βράδια μέναμε στου νόνου. Η νόνα μας έφτιαχνε καλαμπομαγέρεμα και μας έλεγε ιστορίες από το δικό της Καρναβάλι. Το ραδιόφωνο έπαιζε μονίμως –θαρρώ- χαβάγιες και σε κάθε δωμάτιο υπήρχε και από ένα.



Η νόνα δεν πήγαινε ούτε νέα στους χορούς. Δεν ήξερε να χορεύει. Ήταν άγαρμπη. Ο νόνος ήταν φινετσάτος και εξαίσιος χορευτής. Δεν την έπαιρνε μαζί του. Κι εκείνη όλο παράπονα μας έκανε –μετά από τόσα χρόνια- ότι ποτέ δεν την πήγε στους Χορούς. Κι όλο θυμόταν τότε που του έβαλε τα παπούτσια τα καλά στο νερό, για να μην έχει να φορέσει μα εκείνος δανείστηκε από κουμπάρο ένα ζευγάρι. Κι εκείνο το άλλο, που η νόνα ντύθηκε μασκαρούλα και πήγε και τον βρήκε και τον σταύρωνε όλη νύχτα χωρίς να του λέει ποια είναι. Δεν ξέραμε αν ήταν αλήθεια αλλά γελάγαμε πάντα όταν τα έλεγε.



Όταν ήμασταν παιδιά, φοράγαμε τις μορέτες μας και βγαίναμε βόλτες από σπίτι σε σπίτι, στη γειτονιά. Μασκαράτα. Τώρα πια, οι μορέτες μόνιμα φορεμένες ανάλογα με την περίσταση και το πώς πρέπει της ζωής. Δεν έχει γούστο το Καρναβάλι πια. Και τι να ντυθείς άλλωστε;  Ίσως «άνθρωπος!» που λέγαμε, παιδιά…

(To κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο ένθετο ΣΤΙΓΜΕΣ, της εφημερίδας "ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ", την Παρασκευή 4/3/2016.)