Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Οικιακά

 
Τώρα κάνω τις δουλειές τους σπιτιού πιο ήρεμα. Τις απολαμβάνω, μπορώ να πω. Δεν βιάζομαι να τις διεκπεραιώσω. Δεν με κυνηγά το ίδιο ο χρόνος. Τις κάνω με βαθιά επίγνωση κι είναι ωραία.

Άπλωνα κάτι ρούχα το πρωί κι άκουσα μια μαμά πιο πέρα να λέει κάτι στο παιδί της, με σαρκασμό. Σταμάτησα για λίγο το άπλωμα και έκρινα στο μυαλό μου το γεγονός. Πολύ γρήγορα έβαλα ένα νοητό φρένο και είπα -πάντα μέσα στο μυαλό μου- πως δεν πρέπει να κρίνω τους άλλους και πως ίσως να έχω κάνει κι εγώ το ίδιο λάθος, κάποια στιγμή. Πολύ γρήγορα, επέστρεψα στο άπλωμα των ρούχων. Και φρόντισα, κατά την προσφιλή μου συνήθεια, να σετάρω το χρώμα των ρούχων με τα μανταλάκια.

Δεν μαγειρεύω σήμερα. Έχω φαγητό από τα χθες και καθόλου διάθεση για μαγείρεμα. Το καλοκαίρι είναι πιο εύκολη η τροφή, ούτως ή άλλως. Μια σαλάτα, ψωμί με ντομάτα, λίγα αυγά και φρούτα είναι αρκετά. Δεν μαγειρεύω σήμερα. Ασχολούμαι μόνο με τα ρούχα. Μπουγάδα, σιδέρωμα, τακτοποίηση. Τακτοποιώ και σκέψεις, παράλληλα.

Η βιβλιοθήκη θέλει ξεσκόνισμα. Πρέπει να φτιάξω και λίγο τα βιβλία. Θέλουν ξανά ταξινόμηση. Τα ταξινομώ με ένα δικό μου σύστημα που ξέρω ότι δύσκολα άλλος θα το διέκρινε. Θα τα κάνω από βδομάδα. Έχω χρόνο. Έχω πολύ χρόνο.

Στα διαλείμματα από τις δουλειές, κάνω τηλεφωνήματα. Κανονίζω πράγματα, μιλάω με ανθρώπους που είχα χάσει τελευταία, ξαναβρίσκω επαφή. Όλοι ρωτούν για τη δουλειά κι εγώ μιλάω για τις δουλειές του σπιτιού. Ουσιαστικά, δεν μου λείπει το γραφείο. Έχω πολλά να κάνω, πάρα πολλά. 

Τα Σαββατοκύριακα, αποφάσισα: Μόνο θάλασσα και βόλτες. Η μικρή, είναι ενθουσιασμένη και δεν θέλει να τελειώσει ποτέ, αυτό το καλοκαίρι. Κι εγώ δεν βιάζομαι. Επιτέλους, δεν βιάζομαι!

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Εκείνο

 
 
Για χρόνια κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι μου. Το έπαιρνα μαζί μου και στις διακοπές με τους γονείς. Δεν ήταν αυτό το είδος του "φανταστικού φίλου" που γνωρίζουμε. Ήταν ο "φανταστικός εχθρός". Ένα πλάσμα με σώμα ανθρώπινο και κεφάλι που μια θύμιζε γάτα και μια σκύλο.

Το είχα δημιουργήσει στο κεφάλι μου πριν ακόμα μάθω για την ύπαρξη του αιγυπτιακού θεού που αποκαλούν  Άνουβι, που τόσο έμοιαζαν. Ίσως να τον είχα κουβαλήσει στο υποσυνείδητό μου ως κληροδότημα μιας προηγούμενης ζωής. Δεν ξέρω. Ξέρω πως με τρόμαζε.


Τις νύχτες φοβόμουν ότι θα βγει από κάτω από το κρεβάτι και θα χωθεί στα σκεπάσματά μου με μοναδικό σκοπό να εισχωρήσει μέσα στο κεφάλι μου από την είσοδο των αυτιών μου. Κοιμόμουν κοιτώντας το ταβάνι με τις παλάμες να προστατεύουν τις διόδους των αυτιών. Του έκλεινα τις πόρτες. 

Μετά γνώρισα ένα αγόρι στην Α' δημοτικού και είχαν τα ίδια μάτια. Το αγαπούσα αυτό το αγόρι και το φοβόμουν κάπως, επειδή έμοιαζε με Εκείνο. Όταν το καλοκαίρι φύγαμε για το νησί, ανακουφίστηκα. Δεν θα ξαναέβλεπα αυτό το αγόρι, ποτέ. 

Ούτε Εκείνο, με ακολούθησε στο νησί. Μπορούσα επιτέλους να κοιμάμαι άνετα, χωρίς να χρειάζεται να προστατεύω τα αυτιά μου. 

Πολύ αργότερα, στα χρόνια της σχολής, γνώρισα ένα αγόρι και το ερωτεύθηκα πολύ. Τα μάτια του ήταν ίδια με Εκείνου. Όταν με κοίταζε βαθιά, τρόμαζε όλο το Είναι μου. Περάσαμε καλά και κακά. Δύσκολα και εύκολα. Κοιμόμασταν αγκαλιά και πρόσεχα πάλι, λίγο, τ' αυτιά μου. Τον εγκατέλειψα και κοιμόμουν ξανά όπως ήθελα.


Γνώρισα κι άλλους ανθρώπους, με τέτοια μάτια. Καμία εντύπωση δε μου έκαναν πια. Νομίζω πως, καλά καλά, δεν θυμάμαι εκείνα τα μάτια του Εκείνου. Και κοιμάμαι καλά, χωρίς να προσέχω τα αυτιά μου.