Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΑΝΤΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΑΝΤΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

Ο λαγός κι η μπροκολίνα



Κάθε μέρα στο καφενείο τσι φλόμωνε ούλους στο ψέμα! Όπως τονε βλέπανε να πλησιάζει, "αριβάρισε ο ψεύτης" ηλέγανε. Ούλοι όμως άκουγαν τσι ιστορίες του σιωπηλοί τόμου τα ψέμματά του τα έλεγε όμορφα.

Μια μέρα όπου εκαθάντουνα στο καφενείο, είπε:
"Ακούτε παιδία ένα παράτο! Επήγα για τρυγόνια τσι άλλες και δεν ήτουνα τσίπουτες! Ορέ δεν είδα ούτε πούπουλο! Εκαθόμουνα το λοιπό έδε κει στο πόστο και εκοίταα προς τα κάτου προς τον λόγγο και λέω, τι να κάμω να περάσει κομμάτι η ώρα; Κοιτάω ένα γύρο ήτουνα κάτι πέτρες μεγάλες, λέω, θα σπρώξω καμία προς τα κάτου αν δω πούθε να φτάνει. Αμποσάω μία με δύναμη, αμολιέται στην κατηφοριά και επήαινε. Περνάει ένα σκίνο, περνάει δεύτερο, στον τρίτο ακούω ένα "άου, άου". Πάω κοντά, τι να ειδώ; Ένας λαγός σκοτωμένος μες στον σκίνο! Ένα θερίο! Τον επήγα τση γυναίκας και τον έκαμε σάρτσα!"

Kανείς δεν εμίλησε αλλά ούλοι λέγανε μέσα τσους για τον μπαγάσα που τσου αμπόλησε τέτοιο ψέμα.

Παραπέρα εκαθόντουνα ένας άλλος που άκουγε με προσοχή και άρχισε να μιλεί.
"Βρε παιδία, να σας πω εγώ τι μου σύμβηκε; Όξω από τον σταύλο που έχουμε τα ζωντανά, επέταγα τσι κροπίες κι ήρθανε κι εφτάσανε ίσα με τη σκέπαση. Πάω ένα πρωί και τί να ειδώ; Απάνω ψηλά στην κορυφή είχε φυτρώσει μία μπροκολίνα. Κι όλο εμαγάλωνε ώσπου εθέωσε και είπα αν τηνε κόψω. Έφερα λοιπόν το πριγιόνι και με τσι γιους μου εκόβαμε και εφορτώναμε το κάρο. Δυόμιση καρίες εφορτώσαμε κι ετρώαμε ένα μήνα από δαύτο!"
Ο πρώτος, ο γνωστός ψεύτης, μετά από αυτό εσηκώθηκε κι έφυγε προσβεβλημένος ότι ο άλλος είχε πει μεγαλύτερο ψέμα από δαύτονε. Κι όταν έφτασε στην πόρτα του καφενείου, εγύρισε προς το μέρος του δεύτερου και του είπε: "Όρσε μες στα μάτια σου που ήρθες να μας πεις τέτοια ψέμματα!".

(Η μάντσια είναι αληθινή και μου την διηγήθηκε ο πατέρας μου. Τα ονόματα παραλείφθηκαν για ευνόητους λόγους.)

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Ο Πρίγκηπας τση Νύχτας



Η ντισκοτέκ του Νήρου στο Κρυονέρι ήταν μια παράγκα -ουσιαστικά- κατασκευασμένη στην παραλία. Σε στυλ, κάτι ανάμεσα σε "Μπαρμπαρέλα" και "Βιετνάμ".
Νωρίς έπαιζε "ξένα", αναβόσβηναν πολύχρωμα φώτα και άστραφτε η ντισκομπάλλα. Τη χαζεύαμε εκστασιασμένα, τα μικρά.

Είχα την τύχη οι γονείς μου να με παίρνουν μαζί τους όπου πήγαιναν ακόμα και τη νύχτα. Έτσι, έχω παιδικές μνήμες (και) από τον Νήρο, στα μέσα του '80 αλλά και το '90 που πια ήμουν αρκετά μεγάλη ώστε να βγαίνω μόνη μου. Βέβαια, εκεί, μόνη μου δεν πήγα ποτέ.
Ο ίδιος ο Νήρος, ήταν τεράστια μορφή! Έβγαινε αργά, αφού είχε ολοκληρωθεί το ξένο πρόγραμμα και είχε μετατραπεί το μαγαζί σε μπουζούκια. Δεν έβγαινε πρώτος. Έβγαιναν άλλοι και τραγουδούσαν κι αυτός, ως αληθινός Πρίγκηπας της Νύχτας -όπως αυτοαποκαλείτο- έβγαινε απρέ.

Με λευκό κοστούμι, γαλάζιο ή κόκκινο πουκάμισο και ένα γαρύφαλλο στο χέρι. Ήταν ψηλός και εύσωμος. Στο λαιμό του γυάλιζαν χοντρές, χρυσές καδένες κι είχε λίγο χαίτη το μαλλί. Μετά από λίγη ώρα ίδρωνε και έβγαζε το σακάκι. Μας έδινε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε τι χρώμα εσώρουχο φόραγε -συνήθως γαλάζιο- μιας κι αυτό "έφεγγε" κάτω από το κατάλευκο παντελόνι.

 Ο Πρίγκηπας της Νύχτας, ήθελε να είναι τραγουδιστής. Δεν ξέρω αν θα μπορούσε να είναι. Δεν άκουσα ποτέ τη φωνή του, σκέτη. Τραγουδούσε παράλληλα με το δίσκο ή την κασέτα που έβαζε δίπλα του να παίζει και ακουμπούσε στο ηχείο ένα μικρόφωνο. Τραγουδούσε Βοσκόπουλο, Κόκοτα... Τραγουδούσε "πλέι μπακ" φόρα παρτίδα, απροκάλυπτα και απενοχοποιημένα. Είχε έκφραση θεατράλε, μεγάλου καλλιτέχνη και ο κόσμος τον αποθέωνε! Τι λουλούδια, τι πιάτα γύψινα του πετάγανε. Μεγάλη ζημιά γινόταν με τον Νήρο τον Πρίγκηπα.

Είχε κι έναν τύπο -άλλη φοβερή μορφή!- με το παρατσούκλι Ποντικός και του κράταγε πάνω του τον προβολέα, από ένα παραθυράκι. Όπου πήγαινε ο Νήρος, τον έλουζε μες φως ο Ποντικός. Μια φορά ένας θείος μου άρπαξε την μεταλλική παγοθήκη που ήταν γεμάτη νερό από λιωμένο πάγο και το πέταξε στον Ποντικό. Δεν έγινε φασαρία βέβαια, μην φανταστεί κανείς! Γέλια και κραξίματα μόνο! Ο Ποντικός μούσκεμα, εκεί! Να κρατά τον προβολέα πάνω στον Νήρο! Πως δεν έπαθε ηλεκτροπληξία, απορώ...

Η μουσική από του Νήρου, ακουγόταν σε όλη την περιοχή και φορές, πηγαίναμε βόλτα με τα πόδια παραλία, παραλία κι ακούγαμε και το πρόγραμμα.

Το μαγαζί, δεν υπάρχει εδώ και χρόνια. Το ίδιο και ο Νήρος, ο Πρίγκηπας της Νύχτας.

Στην φωτογραφία, το Ενετικό Υδραγωγείο στο Κρυονέρι από το www.gozakynhtos.gr. Δίπλα στο ενετικό κτίσμα, βρισκόταν η ντισκοτέκ του Νήρου.

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Για τον νόννο μου, τον Σπύρο

Σεπτέμβριος του 1964. Ο νόννος μου ο Σπύρος, πατέρας του πατέρα μου, έχοντας αφήσει πίσω του Πόλεμο, Κατοχή, Αντάρτικο, κυνηγητό στο βουνό, Εμφύλιο, Μακρόνησο κι άλλα πολλά όμορφα... πήρε τη νόννα μου, Φωτεινή να την πάει στην Αθήνα, στον γιατρό.
Η νόννα μου χρειαζόταν γυναικολόγο και εκείνος, μη εμπιστευόμενος κάποιον στο νησί, την έτρεξε στον Γρηγόρη Λαμπράκη, που όπως του είχαν πει από το Κόμμα, ήταν καλός και έντιμος γιατρός.
Πήραν μαζί και τον πατέρα μου που τότε ήταν 14 ετών και φιλοξενήθηκαν στο σπίτι ενός ζακυνθινού, του Ρουμαντζά,  που είχε καταφύγει στην Αθήνα και εργαζόταν χρόνια σε ένα κεντρικό ξενοδοχείο της πρωτεύουσας.
Την ημέρα που θα πήγαιναν στον γιατρό, ο Ρουμαντζάς προσφέρθηκε να πάρει τον πατέρα μου μαζί του, στο ξενοδοχείο. Ο νόννος μου είχε κάποιες αντιρρήσεις αλλά εκείνος του είπε, "Άσε μωρέ Σπύρο το παιδί να το πάρω μαζί μου να δει και το ξενοδοχείο!" κι έτσι έγινε.
Η αλήθεια ήταν πως ο Ρουμαντζάς, είχε σχέδια για τον μικρό. Η ημέρα εκείνη δεν ήταν μια τυχαία ημέρα μα η ημέρα γάμων των τέως βασιλέων Κωνσταντίνου και Άννας Μαρίας. Η πομπή θα περνούσε από τον κεντρικό δρόμο που βρισκόταν το ξενοδοχείο όπου εργαζόταν και θα μπορούσαν να την δουν.
Είχε μαζευτεί κόσμος στο ξενοδοχείο για να μπορέσει να παρακολουθήσει από το μπαλκόνι το βασιλικό ζεύγος που χαιρετούσε με περίσσια χαρά το πλήθος. Ο Ρουμαντζάς πήρε τον πατέρα μου από το χέρι και τον έβγαλε στο μπαλκόνι του Πράσινου Σαλονιού, να δει τους βασιλιάδες. Και τους είδε.
Όταν το βράδυ το έμαθε ο νόννος μου, κόντεψε να πάθει συγκοπή. Ο γιος του, το μοναχοπαίδι του, να είναι στα μπαλκόνια να χαιρετάει τους βασιλιάδες! Ο γιος τού κομμουνιστή! Έγινε φασαρία. Δεν γνωρίζω λεπτομέρειες αλλά από όσο θυμάμαι τον νόννο μου, ήταν ικανός να μην ξαναμίλησε ποτέ ξανά με τον φίλο του τον Ρουμαντζά.
Ο πατέρας μου πάντως, περιχαρής που είδε βασιλιάδες. Αληθινούς βασιλιάδες! Το γεγονός, στα μάτια ενός επαρχιώτη έφηβου, έμοιαζε το πιο σπουδαίο πράγμα στον κόσμο! Αργότερα, έμαθε κι αυτός. Δεν είχε ποτέ καμιά σπουδαία δράση πολιτική αλλά δεν είχε σημασία. Ο φάκελος του πατέρα του, ήταν αρκετός για να υπηρετήσει ο ίδιος κάμποσα χρόνια στο στρατό, επί Χούντας, σε Τάγμα Ανεπιθυμήτων.
Με τη νόννα μου και τον γιατρό Λαμπράκη, δεν γνωρίζω τι απέγινε. Δεν γνωρίζει ούτε ο πατέρας μου. Βλέπεις τότε, αυτές ήταν κουβέντες για "μεγάλους" κι έτσι έμεναν, για πάντα.
Θα ήθελα να είχε ζήσει λίγα παραπάνω χρόνια ο νόννος μου και να είχα την ευκαιρία να μου πει για το τότε. Μαθαίνω διάφορα από παλιούς συντρόφους του. Για τα παρατσούκλια του, για την απίστευτη σκληρότητά του. Σε εμένα υπήρξε πάντα πολύ γλυκός. Νομίζω πως μόνο σε εμένα υπήρξε τόσο γλυκός. Θα ήθελα να είχε ζήσει παραπάνω αλλά το άσθμα που κονόμησε από την καλοπέραση στην Εξορία, τον πέθανε νωρίς. Θα ήθελα να είχε ζήσει παραπάνω αλλά όχι τόσο ώστε να έβλεπε πολλά από αυτά που ζήσαμε τα τελευταία χρόνια και ζούμε. Μεταξύ αυτών, και το "Μενού της Εξορίας".
Εκείνο που κρατώ περισσότερο στη μνήμη μου από αυτόν, είναι το ότι ένα βράδυ που ζήτησα στον ύπνο μου νερό, μου ζέστανε στο μπρίκι, μην το πιω παγωμένο και κρυώσω. Και, το δάκρυ του όταν ανακοινώθηκε στην τηλεόραση η Οικουμενική Κυβέρνηση, το 1989.

Στη φωτογραφία, ο πατέρας μου, νέος κι ωραίος.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Περί Αποκριάς...





Όταν ήμασταν παιδιά η Τσικνοπέμπτη ήταν μια κάπως δύσκολη μέρα, για εμάς τα κορίτσια ειδικά. Βλέπεις τα αγόρια, περίμεναν πως και πως να μας υποδεχτούν με τις τσουκνίδες στα χέρια και γι' αυτό το λόγο, έπιαναν στασίδι από νωρίς το πρωί στο προαύλιο του σχολειού. Αλίμονο σε όποια ξεχασμένη, είχε γυμνά πόδια!

Όταν ήμασταν παιδιά τρώγαμε «ξυνιστό» την Τσικνοπέμτη. Έτσι όπως όριζε το έθιμο, μα κυρίως όπως όριζε το αντέτι που κουβαλούσαμε στις ζακυνθινές καρδιές μας. Μετά ακλουθήσαμε τη μόδα του ψητού, τη «μωραΐτικη» συνήθεια. Σουβλάκια και μπίρες στους δρόμους, στα προαύλια, στις δημόσιες υπηρεσίες. Μια νέα, άτυπη μισοαργία. Ένα σύννεφο τσίκνας πάνω από τη Χώρα και ένα σωρό σκουπίδια παρατημένα, ανακατωμένα με σερπαντίνες και κομφετί.



Όταν ήμασταν παιδιά, οι γονείς πηγαίνανε κάθε βράδυ στους χορούς στο Καζίνο. Μας πέρνανε μαζί τη Δευτέρα του «μπαλ μασκέ» και την άλλη μέρα στο σχολείο κουτουλούσαμε. Τα άλλα βράδια μέναμε στου νόνου. Η νόνα μας έφτιαχνε καλαμπομαγέρεμα και μας έλεγε ιστορίες από το δικό της Καρναβάλι. Το ραδιόφωνο έπαιζε μονίμως –θαρρώ- χαβάγιες και σε κάθε δωμάτιο υπήρχε και από ένα.



Η νόνα δεν πήγαινε ούτε νέα στους χορούς. Δεν ήξερε να χορεύει. Ήταν άγαρμπη. Ο νόνος ήταν φινετσάτος και εξαίσιος χορευτής. Δεν την έπαιρνε μαζί του. Κι εκείνη όλο παράπονα μας έκανε –μετά από τόσα χρόνια- ότι ποτέ δεν την πήγε στους Χορούς. Κι όλο θυμόταν τότε που του έβαλε τα παπούτσια τα καλά στο νερό, για να μην έχει να φορέσει μα εκείνος δανείστηκε από κουμπάρο ένα ζευγάρι. Κι εκείνο το άλλο, που η νόνα ντύθηκε μασκαρούλα και πήγε και τον βρήκε και τον σταύρωνε όλη νύχτα χωρίς να του λέει ποια είναι. Δεν ξέραμε αν ήταν αλήθεια αλλά γελάγαμε πάντα όταν τα έλεγε.



Όταν ήμασταν παιδιά, φοράγαμε τις μορέτες μας και βγαίναμε βόλτες από σπίτι σε σπίτι, στη γειτονιά. Μασκαράτα. Τώρα πια, οι μορέτες μόνιμα φορεμένες ανάλογα με την περίσταση και το πώς πρέπει της ζωής. Δεν έχει γούστο το Καρναβάλι πια. Και τι να ντυθείς άλλωστε;  Ίσως «άνθρωπος!» που λέγαμε, παιδιά…

(To κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο ένθετο ΣΤΙΓΜΕΣ, της εφημερίδας "ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ", την Παρασκευή 4/3/2016.)

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Είμαστε στον αέρα!

Μια Κυριακή -και το περίμενα πως θα 'ταν Κυριακή!- του Οκτώβρη που μόλις πέρασε, εγκαινιάσαμε, στην πάντα αγαπημένη και ιδιαιτέρως φιλόξενη ραδιοσυχνότητα του ΣΤΙΓΜΑ 97.6, την εκπομπή "Ξεφυλλίζοντας μετά Μουσικής". Μια εκπομπή για τα βιβλία και τους συγγραφείς τους. Ενίοτε και για τους αναγνώστες τους. Κι όλα αυτά με επιστέγασμα αγαπημένες μουσικές.

Μετά από τις  λίγες, πρώτες αυτές εκπομπές που βγήκαν στον αέρα μέχρι και σήμερα, νοιώθω  χαρούμενη  και ιδιαιτέρως τυχερή, επειδή έχω τη στήριξη και την αγάπη πολλών ανθρώπων. Δικών μου ανθρώπων, φίλων, αγαπημένων, συνεργατών μα και άγνωστων. Ανθρώπων που δεν γνωρίζω ή που γνωρίζω ελάχιστα μέσα από την διαδικτυακή μου δράση.
Ξέρω πως το ευχαριστώ μέσα από το  blog ίσως να είναι ελάχιστο αλλά είναι ειλικρινές. Χρωστώ κι ένα μεγάλο ευχαριστώ  και σε όλα τα παιδιά στον ΣΤΙΓΜΑ Radio, για την εμπιστοσύνη και τη στήριξη και την πολύτιμη βοήθεια.
Η απειρία μου είναι εμφανής και κάνω λάθη. Υπόσχομαι να τα διορθώσω ή τουλάχιστον να προσπαθήσω να τα διορθώσω. Το σίγουρο είναι πως ό,τι κάνω το κάνω με αγάπη. Δεν θα μπορούσα αλλιώς!

Η εκπομπή, βγαίνει στον αέρα του ΣΤΙΓΜΑ κάθε Κυριακή 11π.μ. με 12μ.μ.. Για όποια ή όποιον επιθυμεί να ακούσει τις προηγούμενες εκπομπές, είναι συγκεντρωμένες όλες εδώ και κάθε εβδομάδα θα ανεβαίνει η καινούργια.

Για βιβλιοπροτάσεις, σχόλια και ό,τι άλλο προκύψει μπορείτε να επικοινωνείτε στη σελίδα της ομάδας στο FB, "Ξεφυλλίζοντας μετά Μουσικής" ή via e-mail στο stigmabook@gmail.com .

Καλές ακροάσεις και καλές αναγνώσεις!

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Έχω απόψε ραντεβού!

Σήμερα στις 8.30 μ.μ., στον υπέροχο κήπο του Barrage στο Αργάσι, έχουμε ραντεβού! Θα μιλήσουμε και θα παρουσιάσουμε τα δύο νέα βιβλία της αγαπητής ζακυνθινοπούλας  Διονυσίας Μούσουρα - Τσουκαλά. Σας περιμένουμε με χαρά!


Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Όνειρο, η έξοδος τσι Αγορές! (Το έγλεπα το όνειρο το έγλεπα το θάμα!)

Άκου να σε χαρώ ένα όνειρο που έγλεπα εψές!

Εκαθόμουνα λέει και θάμαζα τη μπελέτσα μου σε έναν καθρέφτη και σ' ένα καιρό ακούω φασαρία όξω στη μπασία. Κοζάρω από το παρεθύρι και γλέπω το σέμπρο μας μ' έναν βαστάζο που έφερνε  νοβιτά. "Ετοιμαστείτε, θα βγουμε όξω, τσι Αγορές!", έλεε.

Κάνω έτσι, ανοίγω το παρεθύρι, τσι ρωτάω:"Ορέ βεραμέντε θα βγουμε ή μπαρτζολετάρεις;". "Μα τ' Άγιο Λείψανο, ναίσκε Κυρά μου! Όρντινα του Πρεβεδούρου να ετοιμαστούμε ούλοι μας!", μου λέει εκειός, ο βαστάζος και πως να μην τον αφιδευτώ, με τέτοιο όρκο; Να χαρείς!

Φωνάζω τση Πηγής, τση δούλας μου, τση δίνω και ρεγάλο να τσι πάει για τη νοβιτά, βεραμέντε, δελέγκου και μετά ευτούνοι, πάνε καλιά τσους κι η Πηγούλα που τον αγάπαε τον βαστάζο τσι φώναζε: "Μπαμπάκια η ρούγα σας!".

Έρχεται απάνου  η Πηγή, τηνε βάνω με πλένει, με σενιάρει, φωνάζει και τον Άντζουλο να ετοιμάσει τη λεντίκα μου, να βγω κι εγώ στον Πλατύφορο για τσι αγορές.

Σ' ένα καιρό, ξεκινάμε με τσι λεντίκες και από τα άλλα αρχοντικά το γύρω και επηγαίναμε στο Φόρο. Κάνω έτσι να σιάξω τα βελέσια μου, να 'μαι σεστάδα, τι να ειδώ; Ξεκουρβουλωμάρα! Δεν εφόρια παπούτσια, εφόρια κάτι κλαρόνια τρούπια! Κόβω ένα σάρτο όξω από τη λεντικά και μπαίνω σε μία καντουνάδα αλλά δεν ημπόρια να τρέξω με τα κλαρόνια!

Και να 'ναι, τσι παραθύρες κόσμος και να γελάει μ' εμένανε που έτρεχα μήτε μουρλή να πάω στο αρχοντικό μου και να με κογιονάρουνε! Από ένα δίπατο μου 'ρθε και καθικιά μες στα μούτρα κι από ένα άλλο, μου κάμανε το βελέσι μουσκίδια, με μπροκολόζουμο. Κι όλο εγελάγανε με το κάζο μου!

Φτάνω με τα πολλά στο αρχοντικό να βρω την Πηγή να τηνε τσουρομαδήσω που μ' άφηκε και βγήκα όξω με τα κλαρόνια τσης. Πουθενά η βουρλισμένη, εκρυβότουνα! Τηνε βρίσκω στο κατώι, κρυμμένη, πάω να τση δώκω χαρμπετία, "Μη με βαρείς Κυρά μου, να χαρείς ό,τι αγαπάς!", μου λέει το έρμο θυληκό και τηνε λυπήθηκα γιατί είμαι και πονετικιά κι ευτούνη κομμάτι σενσάδα,  ο διάσκαντζος! 
 Έδωκα τόπο τση οργής μου και πισωπλάτησα να πάω στην κάμαρά μου κι εκείνη τη στιγμή, ακούω την Πηγούλα  με ατζάρντο: "Κυρά μου, ήθελες άστε ντουε να βγεις τσι αγορές και δεν εγνοιάστηκες αν είσαι ποδεμένη μήτε αν είναι η νοβιτά βέρα ή σε κογιονάρουνε ο σέμπρος και ο βαστάζος...". Κι έδε κει εκατάλαβα την πάρτε που μου εκάμανε, σέμπρος, βαστάζος και μην το γελάς, ακόμα κι εκειός ο ίδιος ο Πρεβεδούρος!

"Α μόντε!" εφώναξα και ξύπνησα από το σκόρσο! Κι όποιος νογάει  και είναι γκιούστος, τονε παρακαλώ να μου το εξηγήσει τ' όνειρο! Γιατί, μεγάλη σύγχηση έλαβα και με ζώνουνε τα φίδια μην πα' και μου βγει!

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

Του Αυγούστου

 
 
Πρωί, πρωί με την τσίμπλα στο μάτι -κυριολεκτικά- είπα "έχω όρεξη να γράψω κάτι σήμερα". Από που πηγάζει η όρεξη, δεν ξέρω να σας πω. Κουρασμένη είμαι κι ετούτος ο αργόσυρτος Αύγουστος έχει βγάλει την πίστη σ' εμένα και σχεδόν σε όλους όσους γνωρίζω, εδώ στο νησί.
Περίεργος ο Αύγουστος, περίεργο καλοκαίρι. Κόσμος, χαμός! Από τη μία να λέμε "ευτυχώς που δουλεύουμε, που δουλεύουν οι επιχειρήσεις του τουρισμού, να μπορέσουμε να βγάλουμε τις υποχρεώσεις του χειμώνα" κι από την άλλη, η ανελέητη κάψα και η πέρα από κάθε υποψία κούραση, να μας γονατίζει. Κολλημένος πάνω από ένα μήνα στο ίδιο σημείο ο καιρός, με υπέρ δυνατή κόλλα στιγμής. Τουλάχιστον οι νύχτες στο βουνό, περνάνε δίχως να ιδρώσουμε.
Όλοι περιμένουμε "του Αγίου", να σηματοδοτήσει το ξελάφρωμα του νησιού από τον υπερβολικό κόσμο και να γίνει η δουλειά κάπως πιο ανθρωπινή, κάπως πιο εύκολη. Για άλλους βέβαια, σημαίνει την αρχή άλλων, νέων προβλημάτων αν δεν έχουν δουλέψει καλά ως τώρα και για τους μικρούς, το καμπανάκι πως όπου να 'ναι επιστρέφουν στα θρανία.
Αργόσυρτος ο Αύγουστος μα παρ' όλα αυτά, μου φεύγει σχεδόν, μέσα από τα χέρια. Ούτε μπάνια ιδιαίτερα, ούτε βόλτες, ούτε παρέες. Τρέξιμο, τρέξιμο, τρέξιμο! Και πάλι, όλα να μην τα προλαβαίνω. Ούτε δυο γραμμές δεν έγραψα για τα γενέθλια του μικρού μας, που έγινε δέκα ετών. Κάθε χρόνο κάτι του γράφω. Εφέτος, λέξη. Βέβαια, ενοχή δεν φορτώνομαι μιας και του δίνω από μέσα μου ό,τι καλύτερο και περισσότερο μπορώ. Δεν του λείπει το "γραφτό" μου! Ποτέ δεν του έλειψε ή δεν το αναζήτησε κι η αλήθεια είναι πως ό,τι έχω γράψει κατά καιρούς για τα παιδιά μου, είναι για να καλύψω τη δική μου την ανάγκη να εκφράσω, να επικοινωνήσω τη δική μου σκέψη και το δικό μου συναίσθημα, σε σχέση με αυτά. Όχι, τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από αυτό, έχουν ανάγκη από ουσιαστικό χρόνο που περνάω μαζί τους. Και αισθάνομαι τυχερή, που μπορώ να το κάνω!
Μια φορά μόνο, ο μικρός μας μου ζήτησε να του γράψω ένα παραμύθι με γίγαντες. Πριν 4 χρόνια ήταν. Το ξεκίνησα, με έβαλε να του διαβάσω τι είχα γράψει, δεν του άρεσε πολύ, μου είπε να το αλλάξω. Το παράτησα. Ούτε το άλλαξα ούτε το τελείωσα. Γι' αυτό, ίσως να νοιώθω μια μικρή ενοχή αλλά επινοώ πολλά παραμύθια σχεδόν καθημερινά και ένα σωρό ιστορίες για να τα ηρεμώ και να τα κρατάω λίγο φρόνιμα. Και πάντα με ακούνε με προσοχή, τους αρέσουν πολύ και δείχνουν να τα απολαμβάνουν. Μόνο που να, ο μικρός δεκάχρονος, έχει αρχίσει πια να εκλογικεύει τα πράγματα και όταν λέω για φτερωτά πλοία και σύννεφα με παντελόνια -εις μνήμην Μαγιακόφσκι- γελάει και μου κάνει συνωμοτικά νεύματα πως  δήθεν συνεργαζόμαστε για να "ξεγελάσουμε" την μικρή αδερφή του. Κι εγώ βέβαια, επιστρέφω τα συνωμοτικά νεύματα ώστε να γίνουμε "συνένοχοι" στο κόλπο. Και είμαστε όλοι ευχαριστημένοι!
Μακάρι με τα κόλπα, τις ιστορίες και τα συνωμοτικά νεύματα και βλέμματα να γινόντουσαν και όλες οι δουλειές του σπιτιού που συσσωρεύονται και απλά περιμένουν πότε θα βρω το χρόνο να τις τακτοποιήσω! Αλλά τέτοια μαγικά δεν γίνονται, παρά μόνο στο σινεμά. Τώρα, μπορεί να φταίει που ποτέ μου δεν κατάφερα να πω σωστά το "Supercalifragilisticexpialidocious". Μη νομίζετε, και τώρα copy-paste το έκανα από το google.

Και καλά ο κόσμος, η κάψα, οι δουλειές... Το άγχος; Που το πας το άγχος; Μόνο οι κυνηγοί δεν έχουν άγχος! Ναι, διαπιστωμένα αλλιώς πως να εξηγήσω την οδηγική τους συμπεριφορά; Κάθε πρωί για να πάω στη δουλειά μου κατεβαίνω από το βουνό, πηγαίνω τη μικρή στον παιδικό σταθμό και μετά στο γραφείο. Τις τελευταίες μέρες που ξεκίνησαν οι κυνηγοί τις εξορμήσεις στα ορεινά του νησιού, περνάω μαρτύριο! Ο κυνηγός έχει συνήθως όχημα 4X4, που διαθέτει κουτί για τα κυνηγόσκυλα πίσω και που στις περισσότερες περιπτώσεις, κρύβει και τα στοπ και τα φλας με αποτέλεσμα να μην έχεις καμία προειδοποίηση εσύ που ακολουθείς, για την πρόθεση του οδηγού.

Ο κυνηγός πάει με 20, 30 χιλιόμετρα/την ώρα, το ανώτερο. Δεν βιάζεται. Έχει μάθει από το καρτέρι. Σηκώνεται αχάραγο και πάει στο βουνό και εκείνη την ώρα που πηγαίνει ο περισσότερος κόσμος στις δουλειές του, επιστρέφει στο σπίτι του. Δεν βιάζεται. Κοιτάει δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω, οπουδήποτε. Ο δρόμος όλο στροφές και στενός, δυνατότητα προσπέρασης σε ελάχιστα σημεία αλλά και την ώρα που πάω να τον προσπεράσω, κάτι παρατηρεί από την άλλη μεριά -δεν κοιτάει ποτέ καθρέφτη, δεν ξέρει ότι ακολουθώ- οδηγεί μες στη μέση του δρόμου, οπότε υπαναχωρώ, για να μη θέσω σε κίνδυνο το παιδί μου κι εμένα.
Δεν τα βάζω με τους κυνηγούς. Έχω μεγαλώσει σε οικογένεια κυνηγών. Ο πατέρας μου είναι ένας από αυτούς και ξέρω πόσο αγαπάει και σέβεται τη φύση. Δεν τους τσουβαλιάζω όλους ούτε τους χαρακτηρίζω φονιάδες κ.λ.π. χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι όλοι τους σωστοί. Οι περισσότεροι, νεοζακυνθινοί κυνηγοί, είναι παλιοπράματα. Τα βάζω όμως με τον κυνηγό-οδηγό. Αυτόν που γυρνάει από το χόμπι του στο σπίτι του, την ώρα που  πηγαίνω στη δουλειά μου και όσο να 'ναι βιάζομαι. Είναι πολύ αναίσθητος και μάλλον τον ζηλεύω λίγο...
Είναι και οι κουβέντες του Αυγούστου κουραστικές. Πολύς κόσμος, πολλές κουβέντες. Όλοι κάτι έχουν να πουν: Από την ελληνική "διανόηση", στους τοπικούς δημοσιογραφίσκους και από τα μεγαλοκάναλα στις γιαγάδες στις γειτονιές που μαλώνουν για τα σαπουνόνερα από τις μπουγάδες που πέφτουν στις αυλές. Ναι, αυτά τα τελευταία γίνονται ακόμα, μα την αλήθεια!
Αθάνατε Έλληνα, Νεοέλληνα! Όλα τα ξέρουμε, όλα τα σχολιάζουμε, όλα τα κρίνουμε. Ελευθερία λόγου, βεβαίως! Δημοκρατία, βεβαίως! Μόνο στη σάχλα μας όμως υπάρχει ελευθερία λόγου πραγματική και δημοκρατία. Και κουτσομπολιό και συκοφαντία και ό,τι θες! Και σπάνια μια δόση λογικής, πριν ανοίξουμε τα στόματά μας και κατηγορήσουμε-κρίνουμε-βρίσουμε-δικάσουμε. Και κανένας σεβασμός στο συνάνθρωπο, τον γείτονα που ακούς το βράδυ ως και το ροχαλητό του, τόσα κοντά που είναι τα σπίτια.
Γεμίσαμε όμως τα θέατρα στα θερινά θεάματα. Συναυλίες, παραστάσεις, όλα τα είδαμε και θα δούμε κι άλλα αν και το "μπούγιο" πέρασε. Και χειροκρότημα! Πολύ χειροκρότημα! Η χαρά του καλλιτέχνη! Παίζεται το έργο και με το που βγαίνει στη σκηνή ο πρωταγωνιστής/φίλος/γνωστός/ωραίος-α που θέλουμε, δώστου χειροκρότημα! Κρατηθείτε βρε παιδιά, είναι κι άλλοι συντελεστές και περιμένουν στο τέλος την επιδοκιμασία μας! Βασταχτείτε λίγο ν' ακούσουμε το έργο! Δείξτε λίγη παιδεία! Στο Φιόρο του Λεβάντε είμαστε, που κάποτε ήταν κέντρο πολιτισμού. Κάποτε, κάποτε... 60 χρόνια συμπληρώθηκαν από τη σεισμοπυρκαγιά του 1953 και είναι λες σαν  αυτή να κατέστρεψε ό,τι σπόρο πολιτισμού είχαμε φυτεμένο τα προηγούμενα χρόνια. Βέβαια και απάνω στα χαλάσματα, κάτι λίγα καταφέρανε και ευδοκίμησαν, να γράφω την αλήθεια μα, για πόσο θα βγάζουνε καρπούς;
Θα δείξει. Για όλα θα δείξει! Αισιόδοξη δεν είμαι, στην παρούσα φάση αν και πάντα με διακατείχε η αισιοδοξία. Αισιόδοξη δεν είμαι κι ας έχει και Πανσέληνο απόψε. Μια υποψία ελπίδας όμως μέσα μου, την έχω. Κι όσο μπορώ, θα την κρατάω ζωντανή! Τ' ορκίζομαι στον Άγιο!

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Αμφιθυμική ταλαιπωρία... τση κρίσης!


Πριν δυο χρόνια περίπου, όταν η το θέμα "κρίση" είχε μπει για τα καλά στις καθημερινές συζητήσεις όλων μας, ήμουν ήδη πεπεισμένη ότι η κρίση αυτή είναι πρώτα από όλα κοινωνική. Το οικονομικό κομμάτι, για εμένα είναι απλά μια συνέπεια αλλά είναι αυτό που "πονάει" βέβαια περισσότερο, όλους μας - ή σχεδόν όλους.

Βλέπετε, τα τελευταία 30 χρόνια περίπου, ζώντας οι περισσότεροι μέσα σε μια  επίπλαστη ευμάρεια, μπορεί να βρίσκαμε kitsch συμπεριφορές και πρόσωπα - όπως τον απαίδευτο γείτονα που χάλαγε χιλιάδες ευρώ στα μπουζούκια κάθε βράδυ- αλλά ουσιαστικά, δεν μας ενοχλούσε και δεν μας προβλημάτιζε σε βαθμό τέτοιο ώστε να προβλέψουμε με μια κάποια σιγουριά, το τι θα επακολουθούσε και πόσο γρήγορα θα ζούσαμε στο πετσί μας, τις συνέπειες της όλης κατάστασης. Αντιθέτως, συμμετείχαμε κι εμείς με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.


Στην πραγματικότητα, συμμετείχαμε σε ένα καλοφτιαγμένο σχέδιο που σκοπό είχε την πλήρη εξαθλίωση του κοινωνικού ιστού, ξεκινώντας από την έλλειψη παιδείας -σε όλα τα επίπεδα- και δημιουργώντας σιγά, σιγά και μεθοδικά τέλειους πελάτες του συστήματος.


Βέβαια, όλα αυτά δεν χρειάζεται να τα γράψω και να τα αναλύσω εγώ. Σίγουρα, κάποιοι από εσάς, τουλάχιστον, και τα ξέρετε και τα έχετε διαπιστώσει και εν πάση περίπτωση τα ακούτε ή τα διαβάζετε καθημερινά.


Την αφορμή για να γράψω αυτές τις σκέψεις, που μέχρι στιγμής ποτέ πριν δεν εξέφρασα μέσα από το blog, μου την έδωσαν δυο κυρίως γεγονότα, που είχαμε την "τύχη" να ζήσουμε οι ζακυνθινοί εδώ στο νησί μας, τις τελευταίες μέρες. Το ένα είναι ο θάνατος του 32χρονου, στο Ναυάγιο και το άλλο, η λεηλασία και ο εμπρησμός του θερινού κινηματογράφου "Χρήστος Νέγκας".


Το κάθε ένα από αυτά τα γεγονότα, για διαφορετικούς λόγους -σε πρώτη ανάγνωση- επιβεβαιώνουν περίτρανα, δυστυχώς, αυτή την τόσο βαθιά κοινωνική κρίση. Κρίση αξιών, θεσμών, ηθών. Κρίση πολιτισμική. Και γιατί στην πρώτη περίπτωση, το κράτος απέδειξε ξανά την ανικανότητά του να γλιτώσει τη ζωή ενός ανθρώπου που επί 4 ώρες κρεμόταν πάνω από το Ναυάγιο, αβοήθητος αλλά και γιατί κάποιοι μπαίνουν στη διαδικασία να κλέψουν και να καταστρέψουν, τον μοναδικό θερινό κινηματογράφο του νησιού. Λες και τούτος ο τόπος είναι γεμάτος από θεάματα και δραστηριότητες!


Η έξαρση της βίας και της εγκληματικότητας, δεν θεωρώ πως είναι η αιτία του κακού και για την καταστροφή του θερινού σινεμά. Η αιτία, νομίζω, είμαστε εμείς και η ανοχή μας σε πράγματα και καταστάσεις. Το αυτό ισχύει και για το δυστύχημα στο Ναυάγιο, για το οποίο, μέχρι στιγμής, δεν έχει παραιτηθεί κανείς από τους υπεύθυνους της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για παράδειγμα, που είχε την υποχρέωση να σώσει τον άνθρωπο. Κατά τα άλλα, κάποιοι κόπτονται για την ραγδαία πτώση του τουρισμού στο νησί και την αποδίδουν καθαρά στην "πολιτική αστάθεια" που δημιουργεί η άνοδος της αριστεράς.


Και όσο κι αν θέλω να αποφύγω να γίνω μελό και πάλι, ε δεν μπορώ να μη στενοχωρηθώ για την έλλειψη του θερινού σινεμά ούτε να μην ανακαλέσω στη μνήμη μου, τα παιδικά χρόνια που πήγαινα με την κολλητή μου στο "Λουξ" και βλέπαμε ό,τι βλακεία προβάλλονταν τα καλοκαίρια του '80. Δεν μπορώ να ξεχάσω ούτε τα "ξένα" που βλέπαμε με τον παππού και τη γιαγιά και έπρεπε να τους διαβάζω τους υπότιτλους, γιατί δεν έβλεπαν ή δεν προλάβαιναν να διαβάσουν. Βέβαια κάπου εκεί, μέσα από αυτά που βλέπαμε τότε, είχε αρχίσει ήδη να "σαπίζει" η κατάσταση. Μόνο που τότε δεν το καταλαβαίναμε και η σαπίλα καλύπτονταν πλήρως από τη μυρωδιά του γιασεμιού και του ψημμένου ηλιόσπορου.

Και με την μυρωδιά αυτή, στο μυαλό και στην ψυχή, θα πάω στην κάλπη την Κυριακή. Με την ελπίδα, πως μπορεί κάτι να αλλάξει σε τούτη την κακομοίρα τη Ζακυνθούλα (και όχι μόνο), που έχει καταντήσει χειρότερη και από ρουμπί, που έλεγε κι η νόνα Αγγέλικα...

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Μια μικρή γιορτή με μεγάλη σημασία!


Χθες, κάναμε μια μικρή γιορτή για τα πρώτα γενέθλια της μικρής μας "βαρκούλας". Και το ευχαριστηθήκαμε όλοι! Μικροί και μεγάλοι!




Την εξαιρετική τούρτα - καπέλο, μας την έφτιαξε με τα ταλαντούχα χεράκια της η Κική, στην Μικρή Κουζίνα της και ήταν τόσο νόστιμη εσωτερικά όσο όμορφη ήταν και εξωτερικά! Ευχαριστούμε πάρα πολύ Κική!




Για τη χαρά των παιδιών, είχαμε ετοιμάσει εγώ με τη νόννα (τη μητέρα μου εννοώ), μία πινιάτα γεμάτη καλούδια. Πεταλούδα ήταν το σχέδιό της αλλά μας βγήκε χοντρή και άσχημη. Δεν πειράζει όμως, τα παιδιά ενθουσιάστηκαν!



Και βέβαια, επειδή τελειώσαμε αμπονώρα με τη γιορτούλα, επήγαμε και τη βόλτα μας μέχρι τον Άγιο Λύπιο. Για το αντέτι!


Ομολογώ, χωρίς καμία ντροπή, πως μετά από πάρα πολύ καιρό, πέρασα πολύ όμορφα μαζί με την οικογένειά μου και κοντινούς ανθρώπους και έστω προσωρινά, καταφέραμε να ξεφύγουμε λίγο από την άχαρη πραγματικότητα και να χαλαρώσουμε με κρασί και μεζέ. Άλλωστε, ο καιρός ήταν ιδανικός και όπως και να το κάνει κανείς, όταν έχει τέτοια λιακάδα, όλα τα προβλήματα φαίνονται κομματάκι πιο απλά.

Και του χρόνου!

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Τα Πάσχα της ζωής μου!



Από μικρό παιδί έχω συνδυάσει στο μυαλό μου την περίοδο του Πάσχα, με την διέγερση των αισθήσεων. Όλων των αισθήσεων! Γεύση, όσφρηση, όραση, ακοή ακόμα και αφή δουλεύουν πυρετωδώς αλλά... και μία παραπάνω που ούτε έχει όνομα ούτε και περιγράφεται. Μόνο τη νοιώθει κανείς! Και όχι άδικα! Η φύση στα φόρτε της γιομάτη χρώματα κι αρώματα. Από την άλλη τα ιδιαίτερα εδέσματα των ημερών του Πάσχα, οι θρησκευτικές συνήθειες, οι ψαλμωδίες σε αρμονία με όλα τα παραπάνω.

Μπορεί να γίνομαι υπερβολική αλλά δεν έχω λόγο και να μην γίνω αφού η Άνοιξη είναι η αγαπημένη μου εποχή.
Όλος αυτός ο συμβολισμός του Πάσχα, της Αναγέννησης της Φύσης αλλά και της προσωπικής αναγέννησης του καθενός μας, ακόμα και η "αυτοκάθαρση" που μπορεί να προκύπτει σε κάποιον, μέσα από ήθη, έθιμα αλλά και εντελώς φυσικές διαδικασίες, μπορεί να φαίνονται εντελώς απλά και καθημερινά αλλά στην ουσία, είναι εξαιρετικά σημαντικά και ζωτικής σημασίας για κάθε άνθρωπο!

Σε καμία περίπτωση όμως, δεν θέλω να κουράσω με αναλύσεις επί αναλύσεων για τη σημασία όλων των παραπάνω. Ο καθένας από εμάς ξέρει καλά το πως νοιώθει και το πως βιώνει την περίοδο του Πάσχα, είτε είναι «πιστός» είτε είναι «άπιστος». Θέλω όμως να κουράσω λίγο με τα Πάσχα των παιδικών και εφηβικών
μου χρόνων, που για κάποιο λόγο, ήταν πιο όμορφα από αυτά των τελευταίων χρόνων.

Πρώτα απ' όλα, εκείνες οι Πασχαλιές διαδραματίζονταν εξ' ολοκλήρου στο σπίτι των νόνων στο Ψήλωμα. Κάτι που τα τελευταία χρόνια δεν ισχύει αφού δεν ζουν πια. Υπήρχε ένα ολόκληρο τελετουργικό, που δεν περιοριζόταν απλά και μόνο στις μέρες του
Μεγαλοβδόμαδου. Ξεκινούσε από την Καθαρή Δευτέρα. Η νόνα μου πήγαινε κάθε Παρασκευή απόγιομα στους Χαιρετισμούς. Στο δημοτικό, κάποια από τα εγγόνια ακολουθούσαμε, μετά βρίσκαμε διάφορες προφάσεις για να το αποφεύγουμε. Τη μία είχαμε φροντιστήριο, την άλλη γράφαμε διαγώνισμα κι είχαμε διάβασμα, ώσπου το πήρε απόφαση και δεν μας το μελέταγε καν.

Την Κυριακή των Βαΐων -Βαγιώνε- θα τρώγαμε όλοι μαζί ψάρι -όσοι δεν νήστευαν- με αλιάδα, χτυπημένη στο μεγάλο μουρτάρι της νόνας. Από όλα τα χέρια, μικρών και μεγάλων, θα πέρναγε το ξύλινο μουρταρόχερο, έστω για 3-4 χτυπήματα. Εμείς τα μικρά, συναγωνιζόμασταν το ένα τ' άλλο για το ποιο θα κατάφερνε να κοπανίσει το μείγμα περισσότερη ώρα. Θυμάμαι ακόμα να πονάει το χέρι μου αλλά να μην το βάζω κάτω, σφίγγοντας τα δόντια για να μην δείξω σε κανέναν ότι κουράστηκα. Το ίδιο βέβαια κάνανε όλα τα εγγόνια ενώ οι μεγάλοι παρακολουθούσαν διακριτικά και κρυφογέλαγαν. Συχνά με γλίτωνε ο πατέρας μου που ερχόταν με σηκωμένα τα μανίκια, δήθεν λίγο θυμωμένος και έλεγε: "Για δώσε μου εδώ εμένα να τελειώνουμε σήμερα, γιατί εσείς παίζετε και δεν πρόκειται να φάμε σήμερο!" κι όταν η νόνα έδινε την έγκρισή της μετά από τον τυπικό έλεγχο ότι η αλιάδα ήταν κόρδα, τότε το μουρταρόχερο σώπαινε κι άρχιζε το φαγοπότι.

Κι έπειτα Μεγαλοβδόμαδο.

«Μεγάλη Δευτέρα, μεγάλη μαχαίρα», έλεγε το πρωί ο νόνος κι έφευγε για το χασάπικό του, στον Άγιο Παύλο. Όσοι είχαν απομείνει από την οικογένεια που δεν νήστευαν, άρχιζαν τη νηστεία κι όσοι είχαν ήδη αρχίσει, έκοβαν και το λάδι. Η νόνα μου δεν έστρωνε τίποτα στο σπίτι: ούτε τραπεζομάντηλο στο τραπέζι, ούτε ασπροκέντια πουθενά, μέχρι το Μεγάλο Σαββάτο.

«Μεγάλη Τρίτη, ο Χριστός εκρίθη», συνέχιζε ο νόνος κι ήταν ημέρα συγκέντρωσης της οικογένειας στο πατρικό για να κανονιστούν τα ψώνια και οι δουλειές. Όλοι αναλάμβαναν κάτι να κάνουν, κάπως να συμβάλλουν στις προετοιμασίες για το μεγάλο γεγονός: την Ανάσταση.

«Μεγάλη Τετάρτη, ο Χριστός εχάθη». Ο νόνος είχε πλέον κανονίσει με τους τσοπάνηδες τα ζωντανά που θα σφάζανε σύμφωνα με τις παραγγελίες. Εμείς όλοι τρέχαμε για τα ψώνια για όλα τα χρειαζούμενα και η νόνα όπως κάθε μέρα του Μεγαλοβδόμαδου στην εκκλησιά.

«Μεγάλη Πέμπτη, ο Χριστός ευρέθη» . Θα ακούγαμε το νόνο να λέει, όταν γυρίζαμε τα εγγόνια από την επίσημη λειτουργία της Μητρόπολης και του δείχναμε όλα στη σειρά το «χρυσό δοντάκι» μας. Η νόνα μας έδινε γάλα με φρυγανιές, γιατί το είχαμε στερηθεί λίγες μέρες και μας έλεγε: «Μικρά παιδία είσαστε εσείς, δεν έχετε αμαρτίες! Να πιείτε γάλα να σταλοθείτε!» Και όλη την ημέρα είχε την έννοια μην χτυπήσουμε και ματώσουμε, μην κλάψουμε, μην μας πέσει φαγητό από το στόμα χάμου, γιατί «δεν έκανε» αφού είχαμε μεταλάβει.

Η Μεγάλη Πέμπτη, ήταν πάντα η μέρα με τις περισσότερες δουλειές για τις γυναίκες της οικογένειας ανεξάρτητα από την ηλικία μας. Πράγμα που ισχύει ακόμα και σήμερα για τους περισσότερους Ζακυθινούς. Αμέσως μετά το πρωινό ξεκινάγαμε σαν καλολαδωμένη μηχανή που ξέρει καλά να κάνει τη δουλειά της, το ζύμωμα και το ψήσιμο των πασχαλινών κουλουριών. Παλεύαμε ποια θα κάμει την ωραιότερη πλεξίδα και το ωραιότερο στεφανάκι, όπως μας τα είχε δείξει η νόνα, που τα είχε ζυμώσει μαζί με τις θεγατέρες και τις νύφες της, μέσα στη σκάφη, για να χωράει τόσο πολύ αλεύρι. Όταν η μάνα μου ήταν μικρή, μου έχει πει πως πηγαίνανε και πέρνανε λαμαρίνες από το φούρνο, τις γεμίζανε με τα κουλούρια που είχαν πλάσει και τις πηγαίνανε πίσω για ψήσιμο. Δεν είχανε ηλεκτρική κουζίνα ακόμα, στο σπίτι τους.

Οπωσδήποτε θα βάφαμε τα αυγά κι αν είχε διάθεση η νόνα μάς μάθαινε να κάνουμε πάνω σχεδιάκια με φύλλα από μαϊντανό, σέλινο, αρμπαρόριζα, μάραθο κ.ά. Βάζαμε το φυλλαράκι πάνω στο αυγό, το τυλίγαμε σε ένα κομμάτι από καλσόν, για να μην φεύγει από πάνω του και το βουτάγαμε στη βαφή που ήταν κατά αποκλειστικότητα κόκκινη. Έτσι το αυγό έβαφε αλλά έμενε άβαφτο στο σημείο που ακουμπούσε το φύλλο, σχηματίζοντας ένα αποτύπωμα που άρεσε σε όλους.

Σημαντικό πολύ ήταν και το φαγητό της Μεγάλης Πέμπτης: Αγκινάρες γεμιστές με ρύζι και μπόλικο μάραθο, κοκκινιστές στη κατσαρόλα με μπίζι και κουκιά. Ώρες παιδευόταν η νόνα, με τη βοήθεια των θειάδων, για να γιομίσει αγκινάρες για όλους. Τις μέτραγε να βγαίνουν τουλάχιστον δύο για τον καθένα μας αλλά όσες και να ήταν, ποτέ δεν μας φαίνονταν αρκετές!

Και το βράδυ οπωσδήποτε τα Δώδεκα Ευαγγέλια.

«Μεγάλη Παρασκευή, ο Χριστός στο καρφί», έλεγε και πάλι ο νόνος και ήταν ημέρα πένθους. Η νόνα μου αν είχα κοιμηθεί εκεί αποβραδίς ή η μάνα μου, όπως σηκωνόμουν το πρωί, πριν προλάβω να φάω κάτι άλλο, μου έδινε λίγες σταγόνες ξύδι. Έλεγαν πως έτσι είχαν κάμει και οι σταυρωτές του Χριστού. Η μάνα μου μού το έκανε αυτό ακόμα και όταν ερχόμουν για τις διακοπές του Πάσχα, ως φοιτήτρια αλλά δεν παραπονέθηκα ποτέ γιατί καταλάβαινα το αντέτι.

Το μεσημέρι θα πηγαίναμε όλοι παρέα στο Σταυρό, στην πλατεία Σολωμού. Ακούγαμε τις μανάδες μας πάντα να λένε πως την ώρα που βγαίνει ο Σταυρός και ευλογεί ο Δεσπότης το πλήθος τυχαίνει να συννεφιάζει ο ουρανός ακόμα κι αν όλες τις προηγούμενες κι επόμενες ώρες, είχε λιακάδα. Υποστήριζαν πως ήταν ένα θεϊκό σημάδι ακόμα και γι’ αυτούς που δεν πίστευαν στα Θεία. Έτσι περιμέναμε κάθε χρόνο να δούμε αν θα επαληθευόταν αυτός ο «μύθος» και από όσο θυμάμαι, όντως επαληθευόταν!

Στο τραπέζι των νόνων, θα υπήρχαν νερόβραστες αγκινάρες, κουκιά και ψωμί. Τίποτε άλλο. Λάδι ούτε κατά διάνοια εκτός αν ήθελε κάποιο από τα μικρά παιδιά, για τα οποία επιτρεπόταν και το λάδι.

Το βράδυ πέφταμε όλα για ύπνο από νωρίς γιατί θα μας ξυπνούσαν στις 3.30 τη νύχτα να πάμε στην περιφορά του Επιταφίου, κάτι που το περιμέναμε όλοι πως και πως! Θα πίναμε και ζεστή σοκολάτα στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, θα χαζεύαμε τις «ταμπέλλες» στο Μουσείο, θα αγοράζαμε και το ματζέτο μας για το σπίτι και οπωσδήποτε θα σπάγαμε τη βίκα μας το πρωί, στην Πρώτη Ανάσταση. Πιο μεγάλα βέβαια, στο Λύκειο, δεν ακολουθούσαμε τους μεγάλους αλλά το άγριο ένστικτο του εφήβου, που μας οδηγούσε κατευθείαν σε όλα τα γνωστά μπαράκια του νησιού, μέχρι να βγει ο Επιτάφιος.

Όταν ήμαστε αγέννητα ακόμα, ο νόνος μου καθώς και όλοι οι μακελαραίοι στο Ζάντε, δεν έσφαζαν τίποτα όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα. Δεν επιτρεπόταν και για θρησκευτικούς αλλά και για πρακτικούς λόγους. Πήγαιναν στο σφαγείο μετά την περιφορά του Επιταφίου για τα αρνοκάτσικα αλλά και το μοσχάρι το οποίο ολόκληρο το κρέμαγαν αμέσως μετά την Πρώτη Ανάσταση, έξω από τα χασάπικα, στολισμένο με βαγιά – κάποιοι κρεμάνε το σφαχτό ακόμα και τα τελευταία χρόνια. Οι νοικοκυραίοι έσπευδαν τότε να ψωνίσουν τα χρειαζούμενα αλλά και να πάρουν το πρώτο κομμάτι του μοσχαριού, για καλή τύχη. Έτσι έχει μείνει και μέχρι σήμερα ο όρος «το Κομμάτι», που πλέον το λέμε λανθασμένα, αναφερόμενοι στην Πρώτη Ανάσταση που γίνεται γύρω στις 7 το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου όταν σπάμε και τις βίκες στην πλατεία του Αγίου Μάρκου.

«Μεγάλο Σαββάτο, χαρές γιομάτο», αναφωνούσαμε όλοι μαζί μικροί – μεγάλοι και ξεκινάγαμε τις προετοιμασίες για το τραπέζι της Ανάστασης. Ο νόνος μου έπλεκε τα σγατζέτα στην πίσω αυλή, με σηκωμένα τα μανίκια και το τσιγάρο στο στόμα. Συνήθως τον βοήθαγε κι η νόνα μου και όποιος άλλος βρισκόταν στο σπίτι εκείνη την ώρα και μετά την Ανάσταση στη Μητρόπολη, όλοι στο γιορτινό τραπέζι να φιρίρουμε με τον νόνο και να φάμε πρώτα απ’ όλα το φρέσκο χοιρομέρι που θα μας είχε ετοιμάσει. Η νόνα μου ποτέ δεν ερχόταν στην Ανάσταση μαζί μας. Καθόταν να ρίξει το αυγολέμονο στη μαγειρίτσα ώστε να είναι όλα έτοιμα όπως θα γυρνάγαμε εμείς πεινασμένοι, από την πλατεία. Ούτε κι ο νόνος ερχόταν, μας περίμενε στη θέση του στο τραπέζι. Από το ράδιο ακούγανε το «Χριστός Ανέστη».

Την Κυριακή του Πάσχα, αντίθετα με το έθιμο που έχει επικρατήσει σήμερα, εμείς τρώγαμε μοσχάρι αυγολέμονο. Κάποιοι μάλιστα από την οικογένεια κρατάνε αυτό το αντέτι ακόμα. Το παραδοσιακό λοιπόν έθιμο είναι το μοσχάρι σούπα αυγολέμονο και όχι το ψητό στη σούβλα. Αυτό είναι μοραΐτικο έθιμο που το έχουμε «κολλήσει» κι εμείς οι νεοζακυνθινοί. Ψητό στη σούβλα θα τρώγαμε της Παναγίας, τη δεύτερη μέρα του Πάσχα δηλαδή. Πηγαίναμε πάλι όλοι μαζί, στο Βασιλικό για να ψήσουμε στου Νικολαρία ή στο Πόρτο Ρώμα. Τα τελευταία Πάσχα πριν πεθάνει ο νόνος, επειδή ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε να μετακινηθεί, ψήναμε στην αυλή στο Ψήλωμα ακόμα και ανήμερα Λαμπρής.

Σήμερα τα Πάσχα μας είναι διαφορετικά αλλά κάποια αντέτια τα κρατάμε και σε κάθε περίπτωση, αισθάνομαι εξαιρετικά τυχερή για τις μνήμες που έχω. Μνήμες από ανθρώπους πολύ αγαπημένους, γεμάτους λατρεία και φροντίδα για την οικογένεια αλλά και για την παράδοση. Μνήμες γιομάτες από αισθήσεις: γεύσεις, αρώματα, εικόνες, ψαλμωδίες, αγκαλιές, φιλιά και απέραντη χαρά.

Καλή Λαμπρή για όλους!


(Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό LIBRO, το Πάσχα του 2011.)