Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Μια μικρή γιορτή με μεγάλη σημασία!


Χθες, κάναμε μια μικρή γιορτή για τα πρώτα γενέθλια της μικρής μας "βαρκούλας". Και το ευχαριστηθήκαμε όλοι! Μικροί και μεγάλοι!




Την εξαιρετική τούρτα - καπέλο, μας την έφτιαξε με τα ταλαντούχα χεράκια της η Κική, στην Μικρή Κουζίνα της και ήταν τόσο νόστιμη εσωτερικά όσο όμορφη ήταν και εξωτερικά! Ευχαριστούμε πάρα πολύ Κική!




Για τη χαρά των παιδιών, είχαμε ετοιμάσει εγώ με τη νόννα (τη μητέρα μου εννοώ), μία πινιάτα γεμάτη καλούδια. Πεταλούδα ήταν το σχέδιό της αλλά μας βγήκε χοντρή και άσχημη. Δεν πειράζει όμως, τα παιδιά ενθουσιάστηκαν!



Και βέβαια, επειδή τελειώσαμε αμπονώρα με τη γιορτούλα, επήγαμε και τη βόλτα μας μέχρι τον Άγιο Λύπιο. Για το αντέτι!


Ομολογώ, χωρίς καμία ντροπή, πως μετά από πάρα πολύ καιρό, πέρασα πολύ όμορφα μαζί με την οικογένειά μου και κοντινούς ανθρώπους και έστω προσωρινά, καταφέραμε να ξεφύγουμε λίγο από την άχαρη πραγματικότητα και να χαλαρώσουμε με κρασί και μεζέ. Άλλωστε, ο καιρός ήταν ιδανικός και όπως και να το κάνει κανείς, όταν έχει τέτοια λιακάδα, όλα τα προβλήματα φαίνονται κομματάκι πιο απλά.

Και του χρόνου!

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Τα Πάσχα της ζωής μου!



Από μικρό παιδί έχω συνδυάσει στο μυαλό μου την περίοδο του Πάσχα, με την διέγερση των αισθήσεων. Όλων των αισθήσεων! Γεύση, όσφρηση, όραση, ακοή ακόμα και αφή δουλεύουν πυρετωδώς αλλά... και μία παραπάνω που ούτε έχει όνομα ούτε και περιγράφεται. Μόνο τη νοιώθει κανείς! Και όχι άδικα! Η φύση στα φόρτε της γιομάτη χρώματα κι αρώματα. Από την άλλη τα ιδιαίτερα εδέσματα των ημερών του Πάσχα, οι θρησκευτικές συνήθειες, οι ψαλμωδίες σε αρμονία με όλα τα παραπάνω.

Μπορεί να γίνομαι υπερβολική αλλά δεν έχω λόγο και να μην γίνω αφού η Άνοιξη είναι η αγαπημένη μου εποχή.
Όλος αυτός ο συμβολισμός του Πάσχα, της Αναγέννησης της Φύσης αλλά και της προσωπικής αναγέννησης του καθενός μας, ακόμα και η "αυτοκάθαρση" που μπορεί να προκύπτει σε κάποιον, μέσα από ήθη, έθιμα αλλά και εντελώς φυσικές διαδικασίες, μπορεί να φαίνονται εντελώς απλά και καθημερινά αλλά στην ουσία, είναι εξαιρετικά σημαντικά και ζωτικής σημασίας για κάθε άνθρωπο!

Σε καμία περίπτωση όμως, δεν θέλω να κουράσω με αναλύσεις επί αναλύσεων για τη σημασία όλων των παραπάνω. Ο καθένας από εμάς ξέρει καλά το πως νοιώθει και το πως βιώνει την περίοδο του Πάσχα, είτε είναι «πιστός» είτε είναι «άπιστος». Θέλω όμως να κουράσω λίγο με τα Πάσχα των παιδικών και εφηβικών
μου χρόνων, που για κάποιο λόγο, ήταν πιο όμορφα από αυτά των τελευταίων χρόνων.

Πρώτα απ' όλα, εκείνες οι Πασχαλιές διαδραματίζονταν εξ' ολοκλήρου στο σπίτι των νόνων στο Ψήλωμα. Κάτι που τα τελευταία χρόνια δεν ισχύει αφού δεν ζουν πια. Υπήρχε ένα ολόκληρο τελετουργικό, που δεν περιοριζόταν απλά και μόνο στις μέρες του
Μεγαλοβδόμαδου. Ξεκινούσε από την Καθαρή Δευτέρα. Η νόνα μου πήγαινε κάθε Παρασκευή απόγιομα στους Χαιρετισμούς. Στο δημοτικό, κάποια από τα εγγόνια ακολουθούσαμε, μετά βρίσκαμε διάφορες προφάσεις για να το αποφεύγουμε. Τη μία είχαμε φροντιστήριο, την άλλη γράφαμε διαγώνισμα κι είχαμε διάβασμα, ώσπου το πήρε απόφαση και δεν μας το μελέταγε καν.

Την Κυριακή των Βαΐων -Βαγιώνε- θα τρώγαμε όλοι μαζί ψάρι -όσοι δεν νήστευαν- με αλιάδα, χτυπημένη στο μεγάλο μουρτάρι της νόνας. Από όλα τα χέρια, μικρών και μεγάλων, θα πέρναγε το ξύλινο μουρταρόχερο, έστω για 3-4 χτυπήματα. Εμείς τα μικρά, συναγωνιζόμασταν το ένα τ' άλλο για το ποιο θα κατάφερνε να κοπανίσει το μείγμα περισσότερη ώρα. Θυμάμαι ακόμα να πονάει το χέρι μου αλλά να μην το βάζω κάτω, σφίγγοντας τα δόντια για να μην δείξω σε κανέναν ότι κουράστηκα. Το ίδιο βέβαια κάνανε όλα τα εγγόνια ενώ οι μεγάλοι παρακολουθούσαν διακριτικά και κρυφογέλαγαν. Συχνά με γλίτωνε ο πατέρας μου που ερχόταν με σηκωμένα τα μανίκια, δήθεν λίγο θυμωμένος και έλεγε: "Για δώσε μου εδώ εμένα να τελειώνουμε σήμερα, γιατί εσείς παίζετε και δεν πρόκειται να φάμε σήμερο!" κι όταν η νόνα έδινε την έγκρισή της μετά από τον τυπικό έλεγχο ότι η αλιάδα ήταν κόρδα, τότε το μουρταρόχερο σώπαινε κι άρχιζε το φαγοπότι.

Κι έπειτα Μεγαλοβδόμαδο.

«Μεγάλη Δευτέρα, μεγάλη μαχαίρα», έλεγε το πρωί ο νόνος κι έφευγε για το χασάπικό του, στον Άγιο Παύλο. Όσοι είχαν απομείνει από την οικογένεια που δεν νήστευαν, άρχιζαν τη νηστεία κι όσοι είχαν ήδη αρχίσει, έκοβαν και το λάδι. Η νόνα μου δεν έστρωνε τίποτα στο σπίτι: ούτε τραπεζομάντηλο στο τραπέζι, ούτε ασπροκέντια πουθενά, μέχρι το Μεγάλο Σαββάτο.

«Μεγάλη Τρίτη, ο Χριστός εκρίθη», συνέχιζε ο νόνος κι ήταν ημέρα συγκέντρωσης της οικογένειας στο πατρικό για να κανονιστούν τα ψώνια και οι δουλειές. Όλοι αναλάμβαναν κάτι να κάνουν, κάπως να συμβάλλουν στις προετοιμασίες για το μεγάλο γεγονός: την Ανάσταση.

«Μεγάλη Τετάρτη, ο Χριστός εχάθη». Ο νόνος είχε πλέον κανονίσει με τους τσοπάνηδες τα ζωντανά που θα σφάζανε σύμφωνα με τις παραγγελίες. Εμείς όλοι τρέχαμε για τα ψώνια για όλα τα χρειαζούμενα και η νόνα όπως κάθε μέρα του Μεγαλοβδόμαδου στην εκκλησιά.

«Μεγάλη Πέμπτη, ο Χριστός ευρέθη» . Θα ακούγαμε το νόνο να λέει, όταν γυρίζαμε τα εγγόνια από την επίσημη λειτουργία της Μητρόπολης και του δείχναμε όλα στη σειρά το «χρυσό δοντάκι» μας. Η νόνα μας έδινε γάλα με φρυγανιές, γιατί το είχαμε στερηθεί λίγες μέρες και μας έλεγε: «Μικρά παιδία είσαστε εσείς, δεν έχετε αμαρτίες! Να πιείτε γάλα να σταλοθείτε!» Και όλη την ημέρα είχε την έννοια μην χτυπήσουμε και ματώσουμε, μην κλάψουμε, μην μας πέσει φαγητό από το στόμα χάμου, γιατί «δεν έκανε» αφού είχαμε μεταλάβει.

Η Μεγάλη Πέμπτη, ήταν πάντα η μέρα με τις περισσότερες δουλειές για τις γυναίκες της οικογένειας ανεξάρτητα από την ηλικία μας. Πράγμα που ισχύει ακόμα και σήμερα για τους περισσότερους Ζακυθινούς. Αμέσως μετά το πρωινό ξεκινάγαμε σαν καλολαδωμένη μηχανή που ξέρει καλά να κάνει τη δουλειά της, το ζύμωμα και το ψήσιμο των πασχαλινών κουλουριών. Παλεύαμε ποια θα κάμει την ωραιότερη πλεξίδα και το ωραιότερο στεφανάκι, όπως μας τα είχε δείξει η νόνα, που τα είχε ζυμώσει μαζί με τις θεγατέρες και τις νύφες της, μέσα στη σκάφη, για να χωράει τόσο πολύ αλεύρι. Όταν η μάνα μου ήταν μικρή, μου έχει πει πως πηγαίνανε και πέρνανε λαμαρίνες από το φούρνο, τις γεμίζανε με τα κουλούρια που είχαν πλάσει και τις πηγαίνανε πίσω για ψήσιμο. Δεν είχανε ηλεκτρική κουζίνα ακόμα, στο σπίτι τους.

Οπωσδήποτε θα βάφαμε τα αυγά κι αν είχε διάθεση η νόνα μάς μάθαινε να κάνουμε πάνω σχεδιάκια με φύλλα από μαϊντανό, σέλινο, αρμπαρόριζα, μάραθο κ.ά. Βάζαμε το φυλλαράκι πάνω στο αυγό, το τυλίγαμε σε ένα κομμάτι από καλσόν, για να μην φεύγει από πάνω του και το βουτάγαμε στη βαφή που ήταν κατά αποκλειστικότητα κόκκινη. Έτσι το αυγό έβαφε αλλά έμενε άβαφτο στο σημείο που ακουμπούσε το φύλλο, σχηματίζοντας ένα αποτύπωμα που άρεσε σε όλους.

Σημαντικό πολύ ήταν και το φαγητό της Μεγάλης Πέμπτης: Αγκινάρες γεμιστές με ρύζι και μπόλικο μάραθο, κοκκινιστές στη κατσαρόλα με μπίζι και κουκιά. Ώρες παιδευόταν η νόνα, με τη βοήθεια των θειάδων, για να γιομίσει αγκινάρες για όλους. Τις μέτραγε να βγαίνουν τουλάχιστον δύο για τον καθένα μας αλλά όσες και να ήταν, ποτέ δεν μας φαίνονταν αρκετές!

Και το βράδυ οπωσδήποτε τα Δώδεκα Ευαγγέλια.

«Μεγάλη Παρασκευή, ο Χριστός στο καρφί», έλεγε και πάλι ο νόνος και ήταν ημέρα πένθους. Η νόνα μου αν είχα κοιμηθεί εκεί αποβραδίς ή η μάνα μου, όπως σηκωνόμουν το πρωί, πριν προλάβω να φάω κάτι άλλο, μου έδινε λίγες σταγόνες ξύδι. Έλεγαν πως έτσι είχαν κάμει και οι σταυρωτές του Χριστού. Η μάνα μου μού το έκανε αυτό ακόμα και όταν ερχόμουν για τις διακοπές του Πάσχα, ως φοιτήτρια αλλά δεν παραπονέθηκα ποτέ γιατί καταλάβαινα το αντέτι.

Το μεσημέρι θα πηγαίναμε όλοι παρέα στο Σταυρό, στην πλατεία Σολωμού. Ακούγαμε τις μανάδες μας πάντα να λένε πως την ώρα που βγαίνει ο Σταυρός και ευλογεί ο Δεσπότης το πλήθος τυχαίνει να συννεφιάζει ο ουρανός ακόμα κι αν όλες τις προηγούμενες κι επόμενες ώρες, είχε λιακάδα. Υποστήριζαν πως ήταν ένα θεϊκό σημάδι ακόμα και γι’ αυτούς που δεν πίστευαν στα Θεία. Έτσι περιμέναμε κάθε χρόνο να δούμε αν θα επαληθευόταν αυτός ο «μύθος» και από όσο θυμάμαι, όντως επαληθευόταν!

Στο τραπέζι των νόνων, θα υπήρχαν νερόβραστες αγκινάρες, κουκιά και ψωμί. Τίποτε άλλο. Λάδι ούτε κατά διάνοια εκτός αν ήθελε κάποιο από τα μικρά παιδιά, για τα οποία επιτρεπόταν και το λάδι.

Το βράδυ πέφταμε όλα για ύπνο από νωρίς γιατί θα μας ξυπνούσαν στις 3.30 τη νύχτα να πάμε στην περιφορά του Επιταφίου, κάτι που το περιμέναμε όλοι πως και πως! Θα πίναμε και ζεστή σοκολάτα στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, θα χαζεύαμε τις «ταμπέλλες» στο Μουσείο, θα αγοράζαμε και το ματζέτο μας για το σπίτι και οπωσδήποτε θα σπάγαμε τη βίκα μας το πρωί, στην Πρώτη Ανάσταση. Πιο μεγάλα βέβαια, στο Λύκειο, δεν ακολουθούσαμε τους μεγάλους αλλά το άγριο ένστικτο του εφήβου, που μας οδηγούσε κατευθείαν σε όλα τα γνωστά μπαράκια του νησιού, μέχρι να βγει ο Επιτάφιος.

Όταν ήμαστε αγέννητα ακόμα, ο νόνος μου καθώς και όλοι οι μακελαραίοι στο Ζάντε, δεν έσφαζαν τίποτα όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα. Δεν επιτρεπόταν και για θρησκευτικούς αλλά και για πρακτικούς λόγους. Πήγαιναν στο σφαγείο μετά την περιφορά του Επιταφίου για τα αρνοκάτσικα αλλά και το μοσχάρι το οποίο ολόκληρο το κρέμαγαν αμέσως μετά την Πρώτη Ανάσταση, έξω από τα χασάπικα, στολισμένο με βαγιά – κάποιοι κρεμάνε το σφαχτό ακόμα και τα τελευταία χρόνια. Οι νοικοκυραίοι έσπευδαν τότε να ψωνίσουν τα χρειαζούμενα αλλά και να πάρουν το πρώτο κομμάτι του μοσχαριού, για καλή τύχη. Έτσι έχει μείνει και μέχρι σήμερα ο όρος «το Κομμάτι», που πλέον το λέμε λανθασμένα, αναφερόμενοι στην Πρώτη Ανάσταση που γίνεται γύρω στις 7 το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου όταν σπάμε και τις βίκες στην πλατεία του Αγίου Μάρκου.

«Μεγάλο Σαββάτο, χαρές γιομάτο», αναφωνούσαμε όλοι μαζί μικροί – μεγάλοι και ξεκινάγαμε τις προετοιμασίες για το τραπέζι της Ανάστασης. Ο νόνος μου έπλεκε τα σγατζέτα στην πίσω αυλή, με σηκωμένα τα μανίκια και το τσιγάρο στο στόμα. Συνήθως τον βοήθαγε κι η νόνα μου και όποιος άλλος βρισκόταν στο σπίτι εκείνη την ώρα και μετά την Ανάσταση στη Μητρόπολη, όλοι στο γιορτινό τραπέζι να φιρίρουμε με τον νόνο και να φάμε πρώτα απ’ όλα το φρέσκο χοιρομέρι που θα μας είχε ετοιμάσει. Η νόνα μου ποτέ δεν ερχόταν στην Ανάσταση μαζί μας. Καθόταν να ρίξει το αυγολέμονο στη μαγειρίτσα ώστε να είναι όλα έτοιμα όπως θα γυρνάγαμε εμείς πεινασμένοι, από την πλατεία. Ούτε κι ο νόνος ερχόταν, μας περίμενε στη θέση του στο τραπέζι. Από το ράδιο ακούγανε το «Χριστός Ανέστη».

Την Κυριακή του Πάσχα, αντίθετα με το έθιμο που έχει επικρατήσει σήμερα, εμείς τρώγαμε μοσχάρι αυγολέμονο. Κάποιοι μάλιστα από την οικογένεια κρατάνε αυτό το αντέτι ακόμα. Το παραδοσιακό λοιπόν έθιμο είναι το μοσχάρι σούπα αυγολέμονο και όχι το ψητό στη σούβλα. Αυτό είναι μοραΐτικο έθιμο που το έχουμε «κολλήσει» κι εμείς οι νεοζακυνθινοί. Ψητό στη σούβλα θα τρώγαμε της Παναγίας, τη δεύτερη μέρα του Πάσχα δηλαδή. Πηγαίναμε πάλι όλοι μαζί, στο Βασιλικό για να ψήσουμε στου Νικολαρία ή στο Πόρτο Ρώμα. Τα τελευταία Πάσχα πριν πεθάνει ο νόνος, επειδή ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε να μετακινηθεί, ψήναμε στην αυλή στο Ψήλωμα ακόμα και ανήμερα Λαμπρής.

Σήμερα τα Πάσχα μας είναι διαφορετικά αλλά κάποια αντέτια τα κρατάμε και σε κάθε περίπτωση, αισθάνομαι εξαιρετικά τυχερή για τις μνήμες που έχω. Μνήμες από ανθρώπους πολύ αγαπημένους, γεμάτους λατρεία και φροντίδα για την οικογένεια αλλά και για την παράδοση. Μνήμες γιομάτες από αισθήσεις: γεύσεις, αρώματα, εικόνες, ψαλμωδίες, αγκαλιές, φιλιά και απέραντη χαρά.

Καλή Λαμπρή για όλους!


(Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό LIBRO, το Πάσχα του 2011.)

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Βαγιώνε


Βαγιώνε πάλι. Άλλη μια χρονιά πέρασε αστραπή και μας φόρτωσε με τα καλά και τα κακά της.

Βγαίνω στην πίσω αυλή να φέρω λεμόνια για την αλιάδα. Ο ήλιος εκτυφλωτικός, κάνει τα μάτια μου να κλαίνε, είναι και αυτή η αλλεργία στην γύρη που με έχει ταράξει. Παρότι απ' τα μεγάφωνα της εκκλησίας ακούγονται δυνατά οι ψαλμοί, μπορώ να διακρίνω το μανιασμένο χτύπημα του μουρταριού, που βγαίνει από το σπίτι της Νιόνιας. Στέκομαι και αφουγκράζομαι καλύτερα. Και από το σπίτι του Λάμπρου ακούγονται φωνές και ένας ρυθμικός χτύπος. Η θεία Μπούλα μαζώνει κάτι ρούχα και παραλογάει ότι δεν της έδωσε καλό μπακαλάο ο μπακάλης.

Στέκομαι με τα λεμόνια στα χέρια και χαζεύω τις αυλές, με τις μαργαρίτες και τα φρεσκο-οργωμένα ορδίνια για τα κηπευτικά τα καλοκαιρνά, πλέον. Μου φαίνεται πως για μια στιγμή τα μουρταρόχερα συντονίζονται και όλα μαζί βαστάνε το ίσο στο τροπάριο της σοφίας. Ο ήλιος καυτός, μου φέρνει μια γλυκειά ζαλάδα. Κλείνω τα μάτια μου και γυρίζω πίσω, στα Πάσχα των παιδικών χρόνων στο Ψήλωμα. Στα Πάσχα, στο πατρικό στις Βαρρές. Κι ένα χαμόγελο που συναγωνίζεται σε ζέστα και τον ήλιο, αναδύεται από τα βάθη της ψυχής μου στο πρόσωπό μου. Γιατί αυτό είναι το Πάσχα, ανάσταση του Θεανθρώπου μα και προσωπική του καθενός.

Βάζω τις σωστές αναλογίες στο μίξερ και όχι παραδοσιακά στο μουρτάρι. Δεν έχω την υπομονή να χτυπάω την αλιάδα μέχρι να γίνει κόρδα, που λέει κι η νόνα μου. Η τεχνολογία μας έλυσε τα χέρια και σε αυτό. Το βάζω πρώτα στο αργό, να σπάσει η πατάτα και μετά στο πιο γρήγορο. Τη δοκιμάζω, θέλει λίγο λεμόνι ακόμα. Μας αρέσει να "ακούγεται" πολύ το λεμόνι. Και το σκόρδο όσο πρέπει. Να μην πετάς καρούλες από το κάψιμο αλλά να το ακούς, να μην είναι τέλεια αχαμνή.

Κολλάει το βλέμμα μου στο μείγμα που στροβιλίζεται στο διάφανο μπωλ. Μεγαλοβδμόμαδο μπαίνει. Πέρυσι Μ. Τρίτη έφυγε από κοντά μας ο Πατέρας, χθες του κάμαμε το χρόνο. Και ήμαστε όλοι μαζί, όπως θα το ήθελε. Κρίμα που δεν είναι μαζί μας να φάει μπακαλιάρο και σκορδαλιά, ήταν από τα αγαπημένα του φαγιά. Αν υπάρχει παράδεισος για έναν τέτοιο καλοφαγά, σίγουρα θα έχει βουνά από μαγειρεμένους μπακαλιάρους, γίδα σάλτσα και χοιρινό στο φούρνο με πατάτες. Και ποτάμια καλό κρασί, να ρέουν ασταμάτητα.

Βαγιώνε σήμερα, πλησιάζει το Πάσχα και εγώ όπως τόσοι άλλοι προσδοκώ. Προσδοκώ Ανάσταση νεκρών και ζωντανών.
Στη φωτογραφία, χειροποίητο μουρτάρι από Γυριώτη μάστορα, προικιό του συντρόφου μου. Έχει σκαλισμένο το έτος κατασκευής του: 1950.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

Η Αυτού Μεγαλειότης...Το ρυζόγαλο!


Από τις αποκριές της παιδικής ηλικίας στις αρχές του '80, μου έχουν μείνει έντονα οι αναμνήσεις των παιδικών χορών στον "Κόκκινο Βράχο". Χοροί κανονικοί, με πλήρη ορχήστρα -η ίδια έπαιζε και τις νύχτες εκεί- με κομφετί και σερπαντίνες και με στολή νοικιασμένη από το "Λυχνάρι".

Κάποια χρονιά, πριν εγκατασταθούμε μόνιμα στη Ζάκυνθο, είχαμε έρθει με τους γονείς μου την τελευταία εβδομάδα, για το καρναβάλι φυσικά. Με πήγε η μαμά μου η καλή να μου νοικιάσει στολή αλλά είχαν δοθεί όλες εκείνες που ονειρεύονται τα κοριτσάκια να ντυθούν. Δεν υπήρχε μπαλαρίνα ούτε για δείγμα. Ούτε βασίλισσα. Ούτε καν πριγκίπισσα! Κι έτσι, βρέθηκα ντυμένη μελισσούλα, να χορεύω τη γιάνγκα, ανάμεσα σε δεκάδες Άννα-Μαρίες και Βασιλιάδες, ελαφρώς κλαμένη αφού ήμουν το κοριτσάκι με την πιο γελοία στολή, όπως νόμιζα.

Τώρα φυσικά που το σκέφτομαι, χαμογελάω μιας και όσο μεγαλώνω τόσο πιο γελοία θέλω να μασκαρεύομαι. Αλλά επειδή "ουδέν κακόν αμ(π)ιγές καλού" η εμπειρία μου σαν παιδί με έμαθε να κατανοώ τους ευσεβείς πόθους του γιου μου, που θέλει να ντύνεται αυτό που θα ήθελε να είναι: σούπερ ήρωας, κουρσάρος των επτά θαλασσών (και βάλε) αλλά και Λούκι Λουκ.

Δεν είναι όμως οι χοροί στο παρκέ του Καζίνου, η μόνη γλυκιά θύμηση. Είναι και οι "ομιλίες" στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, η κηδεία τση μάσκας, την τελευταία Κυριακή και το ρυζόγαλο της νόνας. Εκείνο το ρυζόγαλο που έφτιαχνε η Αγγέλικα και μοσχοβόλαγε όλο το Ψήλωμα. Τρέχαμε σαν τα μουρλά μετά το τέλος του καρναβαλιού, να πάμε στο σπίτι της να μας γλυκάνει και να μας διώξει τον καημό που θα έπρεπε να περιμένουνε έναν χρόνο για να ξανάρθουν οι χοροί και οι μασκαράτες.

Την λατρεία για το ρυζόγαλο πρέπει να την κληρονόμησα από τη μητερούλα. Εκείνη το έτρωγε με την κουτάλα σαν παιδί και μια φορά, έφαγε τόσο που κόντεψε να πεθάνει κι όλη νύχτα βάιζε πάνω στο κρεβάτι "ω μανούλα μου τι έπαθα!". Τελικά τη γλίτωσε, προφανώς...

Για όλες αυτές τις θύμησες και για "το καλό"...Μάνα, μητέρα, μανούλα, μαμά! Σου στέλνω μήνυμα από το μετερίζι του μπλογκσποτ, κανόνισε να μας φτιάξεις κομμάτι ρυζόγαλο να μας τρατάρεις γιατί δεν μας βλέπω καθόλου καλά εφέτο! Και μην αρχίσεις πάλι τσι φαωμάρες για το που θα βρεις καλό γάλα, θα σου φέρω εγώ! Εντάξει;;; Φιλί!

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Το αντέτι της Τσικνοπέμπτης


Τετάρτη μεσημέρι στο γραφείο και η απραξία με έχει κάνει να κουτουλάω σαν τον Ιάπωνα Υπουργό, στη σύνοδο της G7. Ένα βήμα πριν το "χαρακίρι" κι ενώ έχω ακούσει το ίδιο τραγούδι, τουλάχιστον 5 φορές -επειδή βαριόμουν να το αλλάξω και το είχα βάλει στην επανάληψη- χτυπάει το κινητό μου. Μία το τραγούδι που έχω επιλέξει να ακούγεται όταν με καλούν, μία που έπρεπε να τεντωθώ για να πιάσω τη συσκευή, δεν το πρόλαβα. Μόλις λίγα λεπτά αργότερα ο ήχος που μου δηλώνει ότι έλαβα μήνυμα, ήρθε ξανά να με βγάλει από τη νιρβάνα μου. "Άντε κουνήσου!" είπα στον εαυτό μου και έπιασα στα χέρια μου το κινητό, επιτέλους.

Το μήνυμα ήταν σαφές και ήταν καλέστρα. Τσικνοπέμπτη βλέπεις αύριο... Καλέστρα όχι όπως να 'ναι μα όπως πρέπει, η χαρά του αντεταδόρου! Για ξινιστό έλεγε και για κοκορέτσια και γαρδούμες στο ταψί και για λογικές τιμές, ένεκεν η κρίση... καταλαβαίνεις! "Πολύ θα ήθελα να παρευρεθώ κι ευχαριστώ που με θέλετε για παρέα σας αλλά δεν μπορώ ψυχή μου να σε χαρώ!", ήταν η απάντησή μου στον φίλο και γνωστό αντεταδόρο Διονύση. Τι να κάμω, έχουμε κανονίσει με τους συνάδελφους να πάμε κάπου όλοι μαζί. Θα φύγουμε και πιο νωρίς από το γραφείο, θα αποφύγω τις κουτουλιές επάνω στην οθόνη του υπολογιστή. Πρέπει να με καταλάβεις!

Έχει και συνέχεια, βάστα! Δεν φτάνει που δεν θα κρατήσω το παραδοσιακό αντέτι το μεσημέρι, παρά θα επιδοθώ στη βρώση παϊδακίων - τα οποία θα είναι και αρνίσια και θα βρωμάνε - αλλά έχω και δεύτερο γύρο το βράδυ, με την οικογένεια. Με κλεισμένο τραπέζι σε γνωστή ταβέρνα του νησιού, με τα καλά μας φορεμένα, με το μικρό ντυμένο Λούκι Λουκ και με μουσική υπόκρουση Νταλάρα να τραγουδάει: "σε μαγικά νησιά, θέλω να βρεθούμε". Μετά στο σπίτι, οπωσδήποτε μπάνιο να φύγει η τσίκνα από το μαλλί!

Μη μου πεις πόσο τραγικό το βρίσκεις! Έχει και τη πλάκα του. Πάντα έχει τη πλάκα του γιατί ο αυτοσαρκασμός μας οργιάζει και επιβάλλει την κατανάλωση μπόλικου κρασιού. Πως να αντέξεις ο άνθρωπος; Παλιά καθόμασταν σπίτι μας και τρώγαμε το ξινιστό μας και πέρναγε η ώρα μας. Τώρα πάμε όπου θέλει το παιδί. Ταβέρνα θέλει το παιδί; Ταβέρνα κι εμείς. Παϊδάκι το παιδί; Παϊδάκι κι εμείς και θα κάνουμε και μία τούμπα άμα χρειαστεί. Μην το στεναχωρεύουμε, μέρες που 'ναι!

Τώρα αν αναρωτιέσαι γιατί στα γράφω όλα αυτά, θα σου λύσω την απορία. Ο φίλος Διονύσης στου οποίου το κάλεσμα δεν θα μπορέσω να ανταποκριθώ, είπε ότι θα με κάνει βούκινο πως αντί να κρατήσω το αντέτι, θα κάνω Τσικνοπέμπτη μωραΐτικη. Το σκέφτηκα από 'δω, το σκέφτηκα από 'κει κι είπα να τα πω μόνη μου, για να του πάρω τη μπροστινή!
Άλλωστε καρναβαλάκι είναι, τα πειράγματα, οι μάντσιες και τα λοιπά, επιβάλλονται!

Και του χρόνου Διονυσάκη μου!

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

Ο Νικολός κι οι καλικαντζάροι


Για τη Μαρνέττα μας





Ο Νικολός, δεν επείραζε κανένανε κι ας τονε λέγανε ούλοι μουρλό, στο χωριό του. Αρκετοί όμως ήταν εκείνοι, που τον εσταυρώνανε, όπως κι όλους τους μισοκούτελους του κόσμου. Ιδιαίτερα, εκειά τα παιδιά τση Μπάμπαινας. Τα γλυκιάρικα! Του βγάνανε τα μάτια κάθε τρεις και λίγο, του καψερού.

Έτσι, προπαραμονή Χριστουγέννων (πάει να πει του Χριστού), μαζωχτήκανε τα παιδία τση Μπάμπαινας να καταστρώσουνε σχέδιο, για το τι θα κάνανε τη νύχτα του Νικολού. Ο Γιάννος, ο μεγάλος ήταν εφτός, είπε να μπούμε σιγά-σιγά στο σπίτι του και να τονε μπουγελιώσουνε όπως θα κοιμότανε. Ο δεύτερος, εσκέφτηκε να του πάρουνε τα ρούχα, να σηκωθεί το πρωί και να μην έχει να φορέσει να έβγει όξω. Ο τρίτος, είπε να φωνάξουνε και τον Σταθάκη τση Μαρίκας, που ήτανε γεροδεμένος, και να τονε βγάλουνε το Νικολό όξω από το σπίτι, μαζί με το στρώμα, να τον αφήσουνε στα χωράφια. Καλή ιδέα τους φάνηκε αυτή και φώναξαν τον Σταθάκη, που δεν δυσκολεύτηκε να πεισθεί ώστε να συμμετέχει στο κάζο.

Τη νύχτα λοιπόν, τα τέσσερα γλυκιάρικα μαζώχτηκαν στην αυλή του Νικολού και αφού βεβαιώθηκαν -από το ροχαλητό του- ότι εκειός εκοιμότουνα βαριά, άνοιξαν την ξώπορτα και μπήκαν στη κάμαρή του. Καθόλου δεν δυσκολεύτηκαν, μιας και ο Νικολός δεν κλείδωνε ποτέ την οξώπορτά του. Έπιασαν το λοιπόν οι δαιμόνοι, τσι τέσσερις γωνίες του στρώματος και βγάλανε όξω, στα χωράφια τον Νικολό. Τον αφήσανε κάτου από μία κουτσουπία και πήγανε καλιά τους.

Το πρωί, με το πρώτο φως το ήλιου τση παραμονής, ο Νικολός άνοιξε τα μάτια του και η πρώτη του σκέψη ήταν που θα πήγαινε να διακονέψει κομμάτι μπροκολίνα για το βράδυ. Μα πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη σκέψη του, εκατάλαβε πως εβρισκότουνα κάπου όξω από το σπίτι του και σηκώθηκε απάνου σκορσαρισμένος! Δεν άργησε βέβαια να αναγνωρίσει το χωράφι δίπλα από το σπιτικό του μα ο φόβος του, δεν τον άφηκε να μπει και να φορέσει τα ρούχα του. Όπως ήτουνα με τα σώβρακα, έτρεξε να βρει τον παπά, ενώ στο δρόμο εσταυροκοπιότανε και φώναζε: "Θε μου σγχώρα με!".

Φτάνοντας στο σπίτι του παπά, τον εσυνάντησε όπως έβγαινε κι έπεσε στα πόδια του κλαίγοντας: "βοήθεια παπούλη, με πήρανε οι δαιμόνοι!". Ο παπάς αλαφιασμένος, έσκυψε να τονε σηκώσει και προσπάθησε να τονε μορώσει λέγοντάς σου: "Σώπα ορέ Νικόλα, σήκω απάνου και πέσμου τι σ' έβρικε αχάραγο και μου 'ρθες με τα σώβρακα, μέρα που είναι;". Ο Νικολός δεν εσηκώθηκε παρά κρατώντας το πόδι του παπά σφιχτά, συνέχισε τη κλάψα: "Παπά μου σου λέω οι δαιμόνοι, οι καλικάντζαροι, ούλη νύχτα με προβάτιανε με το στρώμα όξω στα χωράφια και μ' αφήσανε κάτου από τη κουτσουπία. Διάβασέ με να φύγει το κακό!". Ο παπάς, δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβει ποιων "καλικάντζαρων" δουλειά ήταν εφτούνη, μα καθησύχασε τον Νικολό και τον έστειλε σπίτι του.

Για να τον μορώσει τέλεια και να του φύγει το σκόρσο, τονε κάλεσε το βράδυ σπίτι του. Να φάνε μαζί τη μπροκολίνα και να κόψουνε το χριστόψωμο, που ζύμωνε ολοένα η παπαδιά. Κι έτσι, του περάσανε ούλα του Νικολού, αφού και την ευλογία του παπά επήρε και τη κοιλούλα του θα γιόμιζε το κοντόβραδο, μέρα που ήταν...

Χριστόψωμο (χωραΐτικο):

Υλικά για τη ζύμη
1,5 κιλό αλεύρι σταρένιο
50 γραμ. προζύμι
1,5 νεροπότηρο λάδι
μισό κουταλάκι μαγειρική σόδα
2 κούπες ζάχαρη
ένα ποτηράκι του κρασιού κονιάκ
ένα ποτηράκι κρασί
μπόλικο ξύσμα πορτοκαλιού
μία κούπα χοντροκομμένα καρύδια
μία κούπα σταφίδα σουλτανίνα
2 κουταλάκια του γλυκού γαρύφαλλο σε σκόνη
2 κουταλάκια του γλυκού κανέλα σε σκόνη
χλιαρό νερό (όσο πάρει η ζύμη καθώς τη δουλεύουμε)

Υλικά για το στόλισμα του Χριστόψωμου
Μερικά καρύδια ολόκληρα, με το τσόφλι
ζάχαρη άχνη
λίγο σουσάμι
χρωματιστά ζαχαρωτά

Εκτέλεση

Σε μία λεκάνη ρίχνουμε το αλεύρι και κάνουμε στη μέση μία λακουβίτσα όπου ρίχνουμε το λάδι, τη ζάχαρη και τη σόδα. Τα ανακατεύουμε σιγά - σιγά και προσθέτουμε το προζύμι, τα κανελογαρύφαλο, το κονιάκ και το κρασί και λίγο χλιαρό νερό. Αφού τα ζυμώσουμε όλα τα υλικά καλά, προσθέτουμε τα καρύδια και τη σταφίδα και συνεχίζουμε το ζύμωμα μέχρι η ζύμη να είναι έτοιμη. Η ζύμη δεν πρέπει να είναι ούτε πολύ σκληρή, ούτε πολύ μαλακή και δεν πρέπει να κολλάει στα χέρια μας. Αν η ζύμη κολλάει, προσθέτουμε λίγο αλεύρι. Αν είναι σκληρή, προσθέτουμε λίγο ζεστό νερό.

Αφού η ζύμη είναι έτοιμη, λαδώνουμε ελαφρά ένα ταψί και τη ρίχνουμε μέσα. Σκεπάζουμε το ταψί και αφήνουμε τη ζύμη να φουσκώσει. Σε προθερμασμένο φούρνο, τοποθετούμε το ταψί αφού πρώτα τοποθετήσουμε τα ολόκληρα καρύδια πάνω στη ζύμη, σπρώχνοντάς τα ελαφρά προς τα μέσα. Να βρίσκεται το μισό καρύδι μέσα στη ζύμη και το άλλο έξω. Ψήνουμε το Χριστόψωμο στους 180 βαθμούς C, για περίπου 40' (ανάλογα με το φούρνο μας). Όταν το βγάλουμε από το φούρνο, το ραντίζουμε πολύ λίγο με ωμό λάδι ώστε να κολλήσει πάνω η ζάχαρη άχνη που πασπαλίζουμε, το σουσάμι και τα ζαχαρωτά.

Και του χρόνου!

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008

Το Τραταμέντο (γλυκό του κουταλιού κυδώνι)



Κάνει γιάτσο απόψε. Έβαλε βοριά. Τέτοιο καιρό, επεριμέναμε πως και πως σαν παιδιά. Δε νογάς για ποίο πράμα σου μιλώ...


Που να καταλάβετε εσείς οι νέοι! Μετά τσι σεισμούς του '53, τότε που μέναμε τσι παράγκες τση Παναγούλας, ήτανε δύσκολα τα χρόνια. Πιότερο δύσκολα για τσι γονέους μας, που είχανε οχτώ στόματα να θρέψουνε, ξέχωρα τα δικά τους.


Εμείς ως χωραΐτες, δεν είχαμε να σε χαρώ ούτε ένα λιόφυτο δικό μας. Πως νομίζεις πως εκονομάγαμε το λάδι μας; Θα σου πω να το μάθεις. Επηγαίναμε στα λιοστάσια εκεί κοντά στον Άγιο Λύπιο, στον Καλλιτέρο και μαζώναμε από χάμου τσι ελιές, μία – μία.


Τσι πιο πολλές φορές, επηγαίναμε στο λιοστάσι του Γιωργέλου. Εφτός δεν τσι φύλαγε και πολύ τσι ελιές του κι έτσι καταφέρναμε να μαζώξουμε αρκετές. Μας είχε η μάνα μας φτιασμένα τενεκεδάκια, από γάλα εβαπορέ. Εφτά γιομίζαμε και τα αδειάζαμε σ' ένα σακί που είχαμε. Να δεις παιχνίδια και χαρές! Εσβινταριζόμασταν, ποίο παιδί θα μαζέψει τα περισσότερο μπουρούκια ελιές, από χάμου. Βέβαια, μες στη βιασύνη μας, εμαζώναμε και λάσπες και φύλλα αλλά δεν μας επείραζε. Με ησυχία στο σπίτι, τα ξεδιαλέγαμε.


Μία φορά το λοιπό, απογιοματάκι με τέτοιο καιρό, βοριά του κερατά, μας έστειλε η μάνα μας στου Γιωργέλου να μαζώξουμε ελούλες. Νοέμβρης ήτανε κι έκανε ένα κρύο! Μα τι να σου ειπώ; Και το λιοστάσι μέσα λάσπη ένα γόνα, είχε βρέξει τσι προηγούμενες μέρες. Πάμε το λοιπό ούλα μαζί τα παιδία, με τα μπουρουκάκια μας και με το σακί μας. Εκειός όμως ο αναθεματισμένος ο Γιωργέλος, ήτανε απάνου σ' ένα ύψωμα κρυμμένος κι έκανε την "ανάγκη" του. Επήγε ψηλά για να επιτηρεί και το λιοστάσι, ήξερε πως ήτουνα μέρα «πονηρή»!


Εκεί, να σε χαρώ, που είχαμε μαζώξει μισό σακί ελιές και εγελάγαμε κι επαίζαμε βλέπουμε τον Γιωργέλο να κατεβαίνει τσι όχτους με τα παντελόνια μισοκατεβασμένα, τα βάσταγε με το ένα χέρι μην του πέσουνε και στο άλλο εκράταγε μία κατσουρίδα. Μας εφώναζε από μακρία: «να πάρει ο διάοτσος τσι πατεράδες σας, δεν θα σας τσακώσω, θα δείτε παλιοπράματα!». Μία πεταξία εμείς τα μπουρούκια και βάνουμε τη πιλάλα. Ο αδερφός μου ο Γιάννης, ως μεγαλύτερος, εσκέφτηκε και πήρε το σακί με τσι ελιές και για να μην το κουβαλούμε που έπρεπε να τρέξουμε μην μας πιάσει ο φουρκισμένος, το 'κρυψε μέσα σε μία ριζολιά.


Που να μας τσακώσει ο Γιωργέλος με τα σώβρακα κατεβασμένα; Εσκόνταψε και γκρεμοτσακίστηκε – ο έρμος- κι εμείς είχαμε φτάσει στη Χώρα, που λέει ο λόγος. Έλα όμως που εμένανε εχώθηκε το παπούτσι μου στη λάσπη και παραλίγο να με τσακώσει; Με ένα παπούτσι έφυγα από τον Άι Λύπιο! Ε, μα το σταυρό που σου κάνω! Και κλάμα ούλο το δρόμο που έχασα το παπουτσάκι μου. Σάμπως είχα κι άλλο ζευγάρι από δαύτο;


Και σαν πονηράδια που ήμαστε, δεν επήγαμε αμέσως στο σπίτι, μην έρθει και μας έβρει εκεί. Ήξερε ότι ήμαστε παιδιά τση Μπάμπαινας, μην πα' και λες...Μετά από ώρα επήγαμε σπίτι μας, στη παράγκα δηλαδή εκεί, στη Παναγούλα. Κι ήρθε εφτός ο Γιωργέλος κι έκαμε τα παράπονα στη μάνα μας! Εφτούνη όμως βάσταγε από το Γερακαρίο, δεν είχε και πολλούς Αγίους, που λέμε. Τον έκαμε τρία λεφτά, πως τση κατηγόριε τα παιδιά τσης άδικα αφού από το σπίτι δεν είχανε ξεμυτίσει παρά εμελετάγανε τα μαθήματά τους. Τι να κάμει κι ο Γιωργέλος; Επήγε καλιά του, σπίτι του.


Το κοντόβραδο, ο αδερφός μας ο Γιάννης επήγε ξανά οπίσω στο λιοστάσι κι έφερε το σακί με τσι ελιές που το είχε τρουπομένο μέσα στη ριζολιά, κρυμμένο καλά κι έβρηκε και το παπουτσάκι μου και μου το έφερε! Ω χαρές που του 'καμα! Μόνο τα πόδια που δεν του φίλησα από τη χαρά μου!


Κι η μάνα μας, χαρούμενη κι εφτούνη η καψερή, ξεκλείδωσε το ντουλάπι όπου εφύλαγε βάζα με γλυκό του κουταλιού και μας εκέρασε κυδώνι, που το 'χε φτιάξει τον Οκτώβρη. Ακόμα θυμάμαι τη γλύκα του στο στόμα μου! Το πιο ωραίο τραταμέντο τση ζωής μου ούλης!



Κι η συνταγή, για γλυκό του κουταλιού κυδώνι από την κυρά Μπάμπαινα:

Υλικά
Μία οκά κυδώνια
Μία οκά κι εκατό δράμια ζάχαρη
Δύο φλυτζάνες του τσαγιού νερό
Δύο – τρία φύλλα αρμπαρόριζα
Δύο κουταλιές της σούπας, χυμό λεμονιού

Εκτέλεση

Καθαρίζουμε τα κυδώνια και τα τρίβουμε στον χοντρό τρίφτη του τυριού. Τα βάζουμε στην παδέλα με το νερό και τα αφήνουμε να βράσουνε σκεπασμένα, μέχρι να μαλακώσουν. Κατόπιν, ρίχνουμε τη ζάχαρη και τα βράζουμε σε δυνατή φωτιά μέχρι να δέσει καλά το σιρόπι του γλυκού μας. Στο τέλος, λίγο πριν το σβήσουμε, προσθέτουμε την αρμπαρόριζα για το άρωμα και το λεμόνι.

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

Ένα Τραπέζωμα ζακυθινό





Πρώτη φορά, επήγε στο σπίτι του αντρός της, λίγες μέρες αφότου αυτός την γύρεψε από τους γονείς της κι εδώκανε λόγο.

Το καντούνι μπροστά από το πατρικό του, ήταν όμορφο και της έκαμε καλή εντύπωση που υπήρχαν ακόμα, παλαιά σπίτια στο χωριό. Νόμιζε πως –όπως στα περισσότερα πλέον χωριά του Ζάντε- τα σπίτια στα χωριά είναι φουλ στο αλουμίνιο και τα μοντέρνα υλικά. Μετά έμαθε πως στα ορεινά, δεν έπεσαν τα σπίτια με τους σεισμούς του 1953 άρα εγλιτώσανε και τον εκσυγχρονισμό, της κακιάς ώρας!

Το ισόγειο του σπιτιού, ήταν ένα μικρό μπακαλικάκι από εκειά που κάποτε ήταν και καφενεία. Την υποδέχτηκαν όρθιοι τα αδέρφια του, που ήδη γνώριζε, ο πατέρας του και η θεία του, που ζούσε μια ζωή μαζί τους, αφού είχε μείνει αστεφάνωτη. Αυτή η θεία έτρεξε στη πόρτα να της δώσει μια κουταλιά μέλι, πριν μπει, για το καλό! Φόραγαν όλοι τα καλά τους χαμόγελα και άρχισαν τα φιλιά και οι αγκαλιές.

Κάθισαν στους καναπέδες και στις καρέκλες γύρω από μια ξυλόσομπα και ένοιωσε όλα τα μάτια να τηνε κοιτάνε. Για να μην δείξει την αμηχανία της, άρχισε να περιεργάζεται το χώρο και το βλέμμα της έπεσε στην οροφή. Ένας τεράστιος στριφτός κορμός κυπαρισσιού, συγκρατούσε το ταβανοπάτωμα. Ήταν πολύ όμορφο!

Δεν γνώριζε τους «κανόνες» του χωριού. Ποτέ της δεν είχε ζήσει σε κάποιο. Όταν η πόρτα άνοιξε διάπλατα, χωρίς προειδοποίηση, και μπήκε φουριόζα μια γειτόνισσα να πάρει τσιγάρα – και να τσεκάρει τη νύφη, βεραμέντε- αναστατώθηκε με την ιδέα πως όποιος ήθελε έμπαινε, όποια στιγμή ήθελε. Η καλή γειτόνισσα, μετά τις συστάσεις φυσικά, της έκαμε παρατήρηση γιατί «νύφη πράμα» εφόριε μαύρα ρούχα. Εκείνη, παραμέρισε για λίγο τους καλούς της τρόπους και απάντησε πως την επόμενη φορά θα φόραγε κόκκινα σαν τον Άγιο Βασίλη, μια που πλησίαζαν τα Χριστούγεννα. Η γειτόνισσα, εχάλασε τα μούτρα της και πήρε το δρόμο.

Ενώ ο πατέρας της, της έδωσε μία τσιμπιά με τρόπο και ρώτησε τον συμπέθερο αν ήτανε καλά στην υγεία του. Εκειός, πριν του απαντήσει, της απευθύνθηκε και την επικρότησε που δεν της πήρε η κουτσομπόλα τον αέρα! Σιγά σιγά, όλοι άρχισαν να μιλούνε με όλους και ήταν πιο εύκολα τα πράματα.

Το κέρασμα ήταν γλυκόπιοτο τριαντάφυλλο και το ήπιανε όλοι μονορούφι. Της έκαψε λίγο τα σωθικά που είχαν και κάπως στεγνώσει από την αγωνία και το άγχος της. Ευτυχώς, δεν άργησε η ώρα του φαγητού.

Περάσανε κάτω από το βόρτο, με τα παρατεταγμένα βαρέλια γιομάτα κρασί και πήγανε σε ένα άλλο σπίτι κι αυτό της οικογένειας. Παλαιά, το σπίτι αποτελείτο από διάφορα μικρά σπιτάκια. Αργότερα τα γκρέμισαν κι έμεινε μόνο το μπροστινό που είναι και δίπατο και το πίσω που του είχαν κάμει κάποια ανακαίνιση.

Στρώθηκαν στην εξάγωνη τραπεζαρία. Αν κι η μεσάλα ήταν μακριά, αναγνώρισε αμέσως το στυλ «αρτ ντεκό» και υποψιάστηκε πως επρόκειτο για κάποια αντίκα, ποιος ήξερε που, πως, πότε και γιατί. Οι καρέκλες ήταν «κακοποιημένες». Είχε αφαιρεθεί από το κάθισμά τους το καναντίδι που μάλλον κάποτε τις διακοσμούσε και τη θέση του είχε πάρει ένα κομμάτι νοβοπάν καρφωμένο στο παλαιό ξύλο και από πάνου ένα λεπτό μαξιλαράκι. Ευτυχώς, το υπέροχο σκάλισμα της πλάτης, ένα απλό λουλούδι, ήταν ανέπαφο από το χρόνο ή κάποια άλλη, ανθρώπινη επέμβαση.

Εκείνη τη τραπεζαρία, αργότερα, τηνε πήρε το νιο ζευγάρι προικιό. Ήταν φερμένη από τη Μικρασία, από τη δεύτερη γυναίκα ενός μπάρμπα τους. Τους την είχε αφημένη ως κληρονομιά μαζί με μία ξύλινη, σκαλιστή κασέλα και κάποια άλλα μικροπράματα. Η θεία είχε παραπονεθεί πως επέρασε χρόνια στη φροντίδα του γέρου θείου, σε ένα σπίτι στον Πειραιά και τελικά το σπίτι το «φάγανε» κάτι μακρινά ανίψια από άλλη οικογένεια.

Τη τραπεζαρία όμως, τα παιδιά την περιποιήθηκαν. Τηνε πήγανε σε συντηρητή, τη λουστράρανε, της πετάξανε τα παλιονοβοπάν από τις καρέκλες και της βάλανε όμορφα δερμάτινα καθίσματα με μικρά στρογγυλά καρφάκια. Τηνε κάμανε κούκλα! Κι ήταν εκείνη η τραπεζαρία που χρησιμοποιήσουν στο δικό τους σπιτικό και για πρώτη και για δεύτερη. Πάνω της έφαγε κόσμος και κοσμάκης, όλα τα καλά του Χριστού! Κι εκεί εδοκιμάζανε κάθε χρόνο το νιό κρασί. Σε δαύτη εκουβεντιάζανε και τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα της οικογένειάς τους. Σε δαύτη γελάσανε και κλάψανε και τραγουδήσανε και μαλώσανε κι αγαπηθήκανε και μεθύσανε. Κι εκεί τους βρήκε ο θάνατος του πατέρα, μετά από πολλά χρόνια, Μεγαλοβδόμαδο.

Η μεσάλα λευκή κεντηνή. Κοφτό κέντημα στο χέρι. Ήξερε να το ξεχωρίζει από εκειό της μηχανής, της είχε μάθει η μάνα της κι ας μην ήξερε η ίδια να ράβει τίποτα παραπάνω από κουμπί. Τα πιατικά και τα μαχαιροπίρουνα απλά και όμορφα. Τα ποτήρια το ίδιο. Μέσα τους όμως άστραφτε ένα κρασί σαν τη λίρα τη χρυσή! Η οικογένεια, είχε παράδοση στο σπιτικό κρασί.

Στο τραπέζι κατέφθασαν οι πιατέλες με το φαγητό για να επιβεβαιωθεί η υποψία που της είχε προκαλέσει η οσμή του. Χοιρινό στο φούρνο με πατάτες. Από τα αγαπημένα της φαγιά. Τούτο όμως δεν ήταν μόνο του! Το συνόδευαν καλοψημένες φέτες κολοκυθιού και φρέσκιας τομάτας κι ήτανε ψημένο, στο φούρνο με τα ξύλα.

Αν κι η ίδια, αγαπούσε πολύ τα λαχανικά, δεν είχε σκεφτεί ποτέ της να τα βάλει με κρέας στο φούρνο! Κι αυτή η ανακάλυψη την ενθουσίασε, όχι όμως τόσο όσο την ενθουσίασε η υπέροχη γεύση του φαγητού. Ανέλυε τα υλικά στον ουρανίσκο της και ανακάλυψε πως σίγουρα η χοιρινή σπάλα είχε μαγειρευτεί στο φούρνο μαζί με λευκό κρασί.

Φάγανε κι ήπιανε πολύ κι αυτό βοήθησε τις δυο φαμίλιες να ξεκλειδωθούν και να κάτσουν πιο χαλαρά στις καρέκλες. Μετά από λίγα κιλά κρασί, άρχισαν και το τραγούδι. Ζακυθινές αρέκιες και καντάδες. Κι εκεί πεθερός και νύφη «ερωτεύθηκαν» σφόδρα, αφού κι οι δυο καλλίφωνοι, κράταγαν το σεκόντο στους υπόλοιπους που τραγουδάανε πρίμο. Κι ακόμα εκαταλάβανε, πως εκειός ο «έρως» θα κράταγε, μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος…

«Σώπα μωρέ, σώπα μωρέ τραγουδιστή, να τραγουδήσει κι άλλος. Το πόνο που ‘χω στη καρδιά, το πόνο που ‘χω στη καρδιά, να μην τον νοιώσει άλλος…» (από τα ζακυθινά λαϊκά δίστιχα, γνωστά και ως «διπλά» ή «τση φυλακής").


Η συνταγή:

Υλικά:
2 κιλά σπάλα χοιρινή
πατάτες
3 κολοκύθια μέτρια
2 τομάτες
4-5 σκελίδες σκόρδο
ένα ποτήρι του νερού λευκό κρασί
ένα ποτήρι του νερού ελαιόλαδο
2 λεμόνια
αλατοπίπερο
ρίγανη

Εκτέλεση:
Κόβουμε τη σπάλα σε φέτες, την αλατοπιπερώνουμε και την τοποθετούμε στο ταψί. Κόβουμε τις πατάτες κυδωνάτες και τα κολοκύθια σε φέτες χοντροκομμένες, στρογγυλές, τα αλατοπιπερώνουμε και τα βάζουμε γύρω από το κρέας στο ταψί. Ψιλοκόβουμε πάνω από το ταψί τα σκόρδα. Βάζουμε από πάνω τις τομάτες κομμένες λεπτές φέτες. Στύβουμε και τα λεμόνια στα υλικά, αφού έχουμε βγάλει τα κουκούτσια και περιχύνουμε με κρασί. Βάζουμε και το λάδι και στο τέλος πασπαλίζουμε λίγη ρίγανη.

Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 200 βαθμούς για περίπου 90 λεπτά. Στη διάρκεια του ψησίματος, γυρίζουμε το κρέας και τα λαχανικά, να ψηθούν και οι δυο πλευρές και να πάρουν χρώμα. Αν έχουμε την τύχη να έχουμε φούρνο με ξύλα, μετά τη μια ώρα ψησίματος, το σκεπάζουμε με ένα καπάκι το ταψί, να μην «αρπάξει» το φαγητό και το αφήνουμε άλλη μια ώρα σκεπασμένο, να βράσει ενώ έχουμε βάλει και μισό ποτήρι νερό από την αρχή.

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

Άκρατος Οίνος




Σεπτέμβρης: Το νησί έχει χαλαρώσει αρκετά. Η θάλασσα στα καλύτερά της. Τα ηλιοβασιλέματα, "γεμάτα αναμνήσεις".

Στους αμπελώνες οργασμός τρύγου και μια κρυφή αγωνία για το "γράδο". Μύρισαν οι γειτονιές μούστο. Πιο νωρίς εφέτος. Δεν έβρεξε βλέπεις!

Στα πέτρινα αλώνια, λιγοστοί λόφοι από σταφίδες, επιμένουν να λιάζονται.

Στις κατσαρόλες βράζουν μουσταλευριές και γλυκό του κουταλιού σταφύλι, με καβουρδισμένα αμύγδαλα. Πλάθω κουλουράκια, με τα δυο χεράκια κι είναι κι αυτά με μούστο.

Στα κατώγια ακούς μιλιές μέσα από τα βαρέλια, συζητούν τα νέα κρασιά μεταξύ τους, με ζωηρό γουργουρητό. Σε μεθάνε οι αναθυμιάσεις, η σπιρτάδα της αλκοόλης.

Στις τσιπουριές, πορφυρός Αυγουστιάτης μαστελάρεται, μέχρι να γίνει μαύρος. Τα Χριστούγεννα, θα ρέει γλυκά στα ποτήρια μας και θα μεθάμε με τ' άρωμα και το χρώμα του.



- Ποιο είναι το ποτό του πάθους;
- Το κρασί!
- Ποιος είναι ο χορός του πάθους;
- Το τάνγκο!
- Χορεύουμε;
- Και πίνουμε!

- Και το κρασί χορεύει στα ποτήρια...




Στο video clip, βλέπεις και ακούς τους λατρεμένους Gotan Project στο κομμάτι "Una musica brutal" από το cd τους "La revancha del tango". Και τούτη η εκδίκηση, τρώγεται καυτή, πολλή καυτή! Τους άκουγα το πρωί στο αυτοκίνητο, στη διαδρομή για το γραφείο. Έτσι, για να πάει καλά η μέρα...