Έχω μια μεγάλη γυάλα με ψαράκια της οικογένειας Γκάμπι. Δεν ξέρω τίποτα για αυτή τη ράτσα. Δεν το έψαξα ποτέ. Δεν ενδιαφέρθηκα. Πίστευα πάντα πως αρκούσε να τους αλλάζω το νερό και να τα ταΐζω κάθε μέρα.
Στην αρχή τους άλλαζα το νερό κάθε μέρα και τα τάιζα 2-3 φορές κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου. Μετά άρχισα να τα παραμελώ, να τους αλλάζω νερό όποτε το θυμόμουν. Περιορίστηκα στο τάισμα μία φορά, ημερησίως. Προσαρμόστηκαν όμως, εύκολα.
Από τον Γενάρη, έχουν αρχίσει κάποια να διαμαρτύρονται για την αδιαφορία μου. Όταν πλησιάζω τη γυάλα έρχονται όλα προς τη πλευρά που βρίσκομαι και κολλάνε τα μούτρα τους στο τζάμι. Με κοιτούν κάπως, απειλητικά. Τα ταΐζω και κάποιες φορές, περιμένουν να πισωπλατήσω για να φάνε. Κι όταν απελπίζονται εντελώς με την αναλγησία μου προς αυτά, γυρίζουν ανάποδα και σταματούν να ζουν.
Τη μια φορά, ένα. Μετά από δέκα μέρες, τρία. Μετά ξανά άλλο ένα. Δύο, τρία, τέσσερα. Γεννούν όμως συχνά και αναπληρώνεται ο πληθυσμός τους. Χθες το βράδυ κουβέντιαζα με την Φιορούλα και τις τα έδειχνα, τα πεθαμένα με τις φουσκωμένες κοιλιές που επέπλεαν ήσυχα.
Χθες βράδυ, ήταν τέσσερα. Αποφάσισα να μην τα αφαιρέσω από τη γυάλα. Σήμερα το πρωί βρήκα ανάποδα άλλα τρία. Και τα υπόλοιπα διστακτικά άρχισαν να τσιμπολογούν τα ψοφίμια. Τους έβαλα τροφή αλλά την αγνόησαν. Είχαν βρει προφανώς, πιο νόστιμο μεζέ. Και πλέον τον κατασπάραζαν με μανία! Τα άφησα να φαγωθούν. Άφησα και κάθε ίχνος ενοχής που ένοιωθα γι' αυτά.
Ουσιαστικά, περισσότερο ανακούφιση νοιώθω και μια κρυφή ελπίδα πως μια μέρα θα σηκωθώ και θα είναι όλα ανάποδα ή θα έχουν αλληλοφαγωθεί. Να ησυχάσω από αυτήν την ευθύνη, όσο μικρή κι αν είναι. Αλλά φοβάμαι πως αν γίνει αυτό, θα σπεύσουν να με τροφοδοτήσουν με καινούρια όσοι τους έχω χαρίσει μερικά από τα δικά μου, όταν ευημερούσαν και ήθελα να τα αραιώσω.
Στην αρχή τους άλλαζα το νερό κάθε μέρα και τα τάιζα 2-3 φορές κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου. Μετά άρχισα να τα παραμελώ, να τους αλλάζω νερό όποτε το θυμόμουν. Περιορίστηκα στο τάισμα μία φορά, ημερησίως. Προσαρμόστηκαν όμως, εύκολα.
Από τον Γενάρη, έχουν αρχίσει κάποια να διαμαρτύρονται για την αδιαφορία μου. Όταν πλησιάζω τη γυάλα έρχονται όλα προς τη πλευρά που βρίσκομαι και κολλάνε τα μούτρα τους στο τζάμι. Με κοιτούν κάπως, απειλητικά. Τα ταΐζω και κάποιες φορές, περιμένουν να πισωπλατήσω για να φάνε. Κι όταν απελπίζονται εντελώς με την αναλγησία μου προς αυτά, γυρίζουν ανάποδα και σταματούν να ζουν.
Τη μια φορά, ένα. Μετά από δέκα μέρες, τρία. Μετά ξανά άλλο ένα. Δύο, τρία, τέσσερα. Γεννούν όμως συχνά και αναπληρώνεται ο πληθυσμός τους. Χθες το βράδυ κουβέντιαζα με την Φιορούλα και τις τα έδειχνα, τα πεθαμένα με τις φουσκωμένες κοιλιές που επέπλεαν ήσυχα.
Χθες βράδυ, ήταν τέσσερα. Αποφάσισα να μην τα αφαιρέσω από τη γυάλα. Σήμερα το πρωί βρήκα ανάποδα άλλα τρία. Και τα υπόλοιπα διστακτικά άρχισαν να τσιμπολογούν τα ψοφίμια. Τους έβαλα τροφή αλλά την αγνόησαν. Είχαν βρει προφανώς, πιο νόστιμο μεζέ. Και πλέον τον κατασπάραζαν με μανία! Τα άφησα να φαγωθούν. Άφησα και κάθε ίχνος ενοχής που ένοιωθα γι' αυτά.
Ουσιαστικά, περισσότερο ανακούφιση νοιώθω και μια κρυφή ελπίδα πως μια μέρα θα σηκωθώ και θα είναι όλα ανάποδα ή θα έχουν αλληλοφαγωθεί. Να ησυχάσω από αυτήν την ευθύνη, όσο μικρή κι αν είναι. Αλλά φοβάμαι πως αν γίνει αυτό, θα σπεύσουν να με τροφοδοτήσουν με καινούρια όσοι τους έχω χαρίσει μερικά από τα δικά μου, όταν ευημερούσαν και ήθελα να τα αραιώσω.
|



