Κάθε μέρα στο καφενείο τσι φλόμωνε ούλους
στο ψέμα! Όπως τονε βλέπανε να πλησιάζει, "αριβάρισε ο ψεύτης" ηλέγανε.
Ούλοι όμως άκουγαν τσι ιστορίες του σιωπηλοί τόμου τα ψέμματά του τα
έλεγε όμορφα.
Μια μέρα όπου εκαθάντουνα στο καφενείο, είπε: "Ακούτε
παιδία ένα παράτο! Επήγα για τρυγόνια τσι άλλες και δεν ήτουνα
τσίπουτες! Ορέ δεν είδα ούτε πούπουλο! Εκαθόμουνα το λοιπό έδε κει στο
πόστο και εκοίταα προς τα κάτου προς τον λόγγο και λέω, τι να κάμω να
περάσει κομμάτι η ώρα; Κοιτάω ένα γύρο ήτουνα κάτι πέτρες μεγάλες, λέω,
θα σπρώξω καμία προς τα κάτου αν δω πούθε να φτάνει. Αμποσάω μία με
δύναμη, αμολιέται στην κατηφοριά και επήαινε. Περνάει ένα σκίνο, περνάει
δεύτερο, στον τρίτο ακούω ένα "άου, άου". Πάω κοντά, τι να ειδώ; Ένας
λαγός σκοτωμένος μες στον σκίνο! Ένα θερίο! Τον επήγα τση γυναίκας και
τον έκαμε σάρτσα!"
Kανείς δεν εμίλησε αλλά ούλοι λέγανε μέσα τσους για τον μπαγάσα που τσου αμπόλησε τέτοιο ψέμα.
Παραπέρα εκαθόντουνα ένας άλλος που άκουγε με προσοχή και άρχισε να μιλεί. "Βρε
παιδία, να σας πω εγώ τι μου σύμβηκε; Όξω από τον σταύλο που έχουμε τα
ζωντανά, επέταγα τσι κροπίες κι ήρθανε κι εφτάσανε ίσα με τη σκέπαση.
Πάω ένα πρωί και τί να ειδώ; Απάνω ψηλά στην κορυφή είχε φυτρώσει μία
μπροκολίνα. Κι όλο εμαγάλωνε ώσπου εθέωσε και είπα αν τηνε κόψω. Έφερα
λοιπόν το πριγιόνι και με τσι γιους μου εκόβαμε και εφορτώναμε το κάρο.
Δυόμιση καρίες εφορτώσαμε κι ετρώαμε ένα μήνα από δαύτο!" Ο
πρώτος, ο γνωστός ψεύτης, μετά από αυτό εσηκώθηκε κι έφυγε
προσβεβλημένος ότι ο άλλος είχε πει μεγαλύτερο ψέμα από δαύτονε. Κι όταν
έφτασε στην πόρτα του καφενείου, εγύρισε προς το μέρος του δεύτερου και
του είπε: "Όρσε μες στα μάτια σου που ήρθες να μας πεις τέτοια
ψέμματα!".
(Η μάντσια είναι αληθινή και μου την διηγήθηκε ο πατέρας μου. Τα ονόματα παραλείφθηκαν για ευνόητους λόγους.)
Εκαθόμουνα λέει και θάμαζα τη μπελέτσα μου σε έναν καθρέφτη και σ' ένα
καιρό ακούω φασαρία όξω στη μπασία. Κοζάρω από το παρεθύρι και γλέπω το
σέμπρο μας μ' έναν βαστάζο που έφερνε νοβιτά. "Ετοιμαστείτε, θα βγουμε
όξω, τσι Αγορές!", έλεε.
Κάνω έτσι, ανοίγω το παρεθύρι, τσι ρωτάω:"Ορέ βεραμέντε θα βγουμε ή
μπαρτζολετάρεις;". "Μα τ' Άγιο Λείψανο, ναίσκε Κυρά μου! Όρντινα του
Πρεβεδούρου να ετοιμαστούμε ούλοι μας!", μου λέει εκειός, ο βαστάζος και
πως να μην τον αφιδευτώ, με τέτοιο όρκο; Να χαρείς!
Φωνάζω τση Πηγής, τση δούλας μου, τση δίνω και ρεγάλο να τσι πάει για τη
νοβιτά, βεραμέντε, δελέγκου και μετά ευτούνοι, πάνε καλιά τσους κι η
Πηγούλα που τον αγάπαε τον βαστάζο τσι φώναζε: "Μπαμπάκια η ρούγα σας!".
Έρχεται απάνου η Πηγή, τηνε βάνω με πλένει, με σενιάρει, φωνάζει και
τον Άντζουλο να ετοιμάσει τη λεντίκα μου, να βγω κι εγώ στον Πλατύφορο
για τσι αγορές.
Σ' ένα καιρό, ξεκινάμε με τσι λεντίκες και από τα
άλλα αρχοντικά το γύρω και επηγαίναμε στο Φόρο. Κάνω έτσι να σιάξω τα
βελέσια μου, να 'μαι σεστάδα, τι να ειδώ; Ξεκουρβουλωμάρα! Δεν εφόρια
παπούτσια, εφόρια κάτι κλαρόνια τρούπια! Κόβω ένα σάρτο όξω από τη
λεντικά και μπαίνω σε μία καντουνάδα αλλά δεν ημπόρια να τρέξω με τα
κλαρόνια!
Και να 'ναι, τσι παραθύρες κόσμος και να γελάει μ' εμένανε που έτρεχα
μήτε μουρλή να πάω στο αρχοντικό μου και να με κογιονάρουνε! Από ένα
δίπατο μου 'ρθε και καθικιά μες στα μούτρα κι από ένα άλλο, μου κάμανε
το βελέσι μουσκίδια, με μπροκολόζουμο. Κι όλο εγελάγανε με το κάζο μου!
Φτάνω με τα πολλά στο αρχοντικό να βρω την Πηγή να τηνε
τσουρομαδήσω που μ' άφηκε και βγήκα όξω με τα κλαρόνια τσης. Πουθενά η
βουρλισμένη, εκρυβότουνα! Τηνε βρίσκω στο κατώι, κρυμμένη, πάω να τση
δώκω χαρμπετία, "Μη με βαρείς Κυρά μου, να χαρείς ό,τι αγαπάς!", μου
λέει το έρμο θυληκό και τηνε λυπήθηκα γιατί είμαι και πονετικιά κι
ευτούνη κομμάτι σενσάδα, ο διάσκαντζος!
Έδωκα τόπο τση οργής μου και
πισωπλάτησα να πάω στην κάμαρά μου κι εκείνη τη στιγμή, ακούω την
Πηγούλα με ατζάρντο: "Κυρά μου, ήθελες άστε ντουε να βγεις τσι αγορές
και δεν εγνοιάστηκες αν είσαι ποδεμένη μήτε αν είναι η νοβιτά βέρα ή σε
κογιονάρουνε ο σέμπρος και ο βαστάζος...". Κι έδε κει εκατάλαβα την
πάρτε που μου εκάμανε, σέμπρος, βαστάζος και μην το γελάς, ακόμα κι
εκειός ο ίδιος ο Πρεβεδούρος!
"Α μόντε!" εφώναξα και ξύπνησα από το σκόρσο! Κι όποιος
νογάει και είναι γκιούστος, τονε παρακαλώ να μου το εξηγήσει τ' όνειρο!
Γιατί, μεγάλη σύγχηση έλαβα και με ζώνουνε τα φίδια μην πα' και μου
βγει!
Δεν ξέρω αν έφταιγε η ευχή σε ρίμα του Δύ-στιχου κι αν θα πρέπει να του φορτώσω την ευθύνη της ηθικής αυτουργίας ή τα παρακάλια του μικρού μας -εδώ και τέσσερα χρόνια. Δεν ξέρω κι ούτε έχει σημασία κιόλας. Το γεγονός είναι ένα και έχει δώσει μεγάλη χαρά στην οικογένειά μας: την ερχόμενη Άνοιξη θα γίνω για δεύτερη φορά, μαμά. Τουτέστιν εγκυμονώ, κι όχι κινδύνους! Αυτούς άλλωστε έχω από παλιά την τάση να τους προκαλώ. Εγκυμονώ παιδί. Και ξέρω ετούτη η ανακοίνωση δεν έχει και καμιά ιδιαίτερη σημασία, έτσι σκέτη - νέτη γι' αυτό θα της κοτσάρω και μια ιστορία ζακυθινή, που έχω καιρό να γράψω και όλο παράπονα ακούω και γι' αυτό.
Η ιστορία μιας άλλης γκαστρίας λοιπόν, που συνέβη αρκετά χρόνια πριν και που έγινε κάπως έτσι:
Η Μαρία -που ήτανε κομμάτι μισοκούτελη- έζηε με τσι γονέους της, σ' ένα χωρίο του κάμπου. Μία μέρα που την εστείλανε για ξύλα, εσυνάντησε τον Άντζουλο που έβοσκε κάτι λίγα προβατάκια που 'χε και να μην στα πολυγράφω, τση 'πε να κάτσει έδε 'κει κοντά του κι εφτούνη η βλοημένη έκατσε και μετά από λίγους μήνες είδε κάτου από τα βελέσια τση να φουσκώνει μία κοιλιά τόση ε, μήτε ταμπούρλο.
Εσάστησε το έρμο θηλυκό, δε νόγαγε τι ήτουνα το "πρήξιμο", επήγε στη μάνα τση να το δείξει. Η μάνα βέβαια, που ήτουνα και πρακτική μαμή του χωριού, δεν χρειάστηκε και δεύτερη ματία για να καταλάβει ότι η θυγατέρα της ήτουνα γκαστρωμένη και την εύρηκε μεγάλη ξεκουρβουλωμάρα!
"Ορή, που να σε κόψει το γλυκί σου, που επήες κι εγκαστρώθηκες;" την ερώταε αγριεμένη και μετά ετσουρομαδιότανε πως θα το πει του αντρός τσης. "Δε νογάω μάνα, μα τ' Άγιο Λείψανο", έσκουζε κι η Μαρία, "Μία φορά που με στείλτε για ξύλα μου είπε ο Άντζουλος να κάτσω έδε 'κει δίπλα του και να σα να με κουτούπωσε μου φάνηκε αλλά σάμπως και νογάω εγώ από εφτούνα εφτού τα πράματα;" "Κι εσύ ορή έκατσες;" ούρλιαζε η μάνα. Για να πάρει την απάντηση από τη θυγατέρα τσης: "Και που να το ξέρω εγώ ορή μάνα, ότι γκαστρώνει εφτό το πράμα;;;"
Εσκέφτηκε η μάνα μην είχανε το περιθώριο να το ρίξει το παιδί η Μαρία κι έτσι να μη γένουνε ρεντίκολο στο χωρίο αλλά όταν την ερώτησε πότε εγίνηκε το κάζο, η Μαρία δεν εθυμότουνα άλλο από αυτό: "Τον καιρό που 'τανε οι μούρες" κι έκαμε τη μάνα τσης να τσουρομαδηθεί αφού τα 'βαλε χάμου και εκατάλαβε πως η γκαστρία είχε προχωρήσει και δεν έπαιρνε τσίποτες, βεραμέντε!
Τελικά η Μαρία το 'καμε το παιδί και το ανάστησε με τσι γονέους μοναχή της, χωρίς τον Άντζουλο που ποτέ δεν εδέχτηκε την ευθύνη για το κάζο. Γλέπεις ο πατεράκης του, είχε μεγάλη πούρσα και του πέρναγε στο χωρίο του. Και το παιδί τση Μαρίας εμεγάλωσε κι ήτανε ίδιος ο πατέρας του στην εμφάνιση μα στο μυαλό, χειρότερος από τη μάνα του. Για να καταλάβεις, μέχρι και σκουράτζους επήγε και φύτεψε, με το κεφάλι προς τα κάτου, με την ορπίδα πως θα του κάμουνε κι άλλους, να μην τσι αγοράζει...
Ναι, αγάπη μου όπως το ακούς: τη χτύπησε κι αυτήν η κρίση. (μικρή παύση) Η οικονομική ντε! Μεταξύ μας, εμένα μου κάνει τη χάρη όχι μόνο να τη χτυπήσει, στην εντατική να τη στείλει, μπας και γλιτώσουμε επιτέλους από την κακογουστιά της! Γιατί εγώ -το ξέρεις άλλωστε- δεν τους αντέχω τους νεόπλουτους αγάπη μου! Όπου δω νεόπλουτο, να... παθαίνω ένα πράγμα, σαν αναφυλαξία σου λέω! Τι ποιους εννοώ; Αυτούς που τους έκανε "μάγκες" το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Ανδρέα, τότε που κουβάλησε την Αλλαγή στη Χώρα και λίγδωσε τ' αντεράκι του Έλληνα. Ναι, ναι. Όοοοοχι αγάπη μου, εμείς είχαμε πάντα χρήματα, δεν λέμε για εμάς τώρα! Ναι, ναι... και που λες, αυτηνής ο πατέρας για τη σπουδάσει στα Λονδίνα, έβοσκε πρόβατα. Ναι, όπως το ακούς: πρό-βα-τα. Κανονικά πρόβατα! Αυτά που βλέπεις στα ντοκυμαντέρ. Ναι! Και που λες, αυτός την έστειλε την κυρία στα Λονδίνα να σπουδάσει, υποτίθεται, αρχιτέκτονας. Πήρε πτυχίο ναι αλλά πήρε και τον Τάκη, πακέτο. Γιος μεγαλοδικηγόρου, πολλά λεφτά. Σιγά μην τον άφηνε! Και της έκανε σου λέει ο πατέρας της έναν γάμο! Δεν υπήρχε δεύτερος, στο θεσσαλικό κάμπο! Τριών ετών επιδοτήσεις ξόδεψε, συν τα αρνιά που σούβλισε για το γαμήλιο γλέντι. Αλλά τι τα θες; Αυτή τα ξέχασε όλα και μας παρίστανε την κυρία! Γι' αυτό δεν τη λυπάμαι! Πόσα χρόνια νόμιζε ότι θα μπορούσε να ξεγελάει τους πάντες, με τη δήθεν οικονομική της επιφάνεια; Άσχετο πράγμα με ρωτάς αλλά θα σου πω: δεν την απασχολούν τα μπλόκα των αγροτών διότι δεν βγαίνει στην εθνική με το jeep. Αυτό το έχει για να κατεβαίνει στη Σκουφά να ψωνίζει γόβες. Η βλαχάρα! Μα όπως πάει, θα της το πάρουνε κι αυτό και τότε θα μας το παίξει εναλλακτική. Εδώ θα είμαστε και θα τα λέμε! Θα τη δεις με φόρμα και αθλητικό που δεν την έχεις ξαναδεί, να γυρνάει από βιτρίνα σε βιτρίνα στο Κολωνάκι και να σου λέει:" Όχι χρυσή μου δεν ψωνίζω σήμερα, είμαι θλιμμένη για τους νεκρούς της Αϊτής... Μα δεν ήταν τρομερό;;;" Φυσικά εσύ θα ξέρεις πως έχει τιγκάρει τις πιστωτικές και να θέλει να αγοράσει δεν θα μπορεί πια και το φοβερότερο όλων είναι που θα το ξέρει ότι το ξέρεις αλλά θα το παίζει το ρολάκι, κανονικά. Τέτοια είναι! Α, ναι τις προάλλες την είδα να αγοράζει και βιβλία! Καλέ όχι! Για τα ράφια τα θέλει. Έκανε ανακαίνιση λίγο πριν την κρίση αλλά δεν πρόλαβε να την ολοκληρώσει. Της έχουν μείνει σου λέει τα ράφια, άδεια! Πως να τα γεμίσει; Που ξέρεις πόσο έχει ένα βάζο από το Kosta Boda. E, τα γεμίζει με βιβλία. Φαντάσου! Βέβαια δεν ξέρει τι της γίνεται και παίρνει ότι της δίνουν. Βιβλίο να 'ναι σου λέει κι ότι να 'ναι. Την πέτυχα επ' αυτοφώρω να αγοράζει το "Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες" του Ιουλίου Βερν και στο καπάκι το " Εκκρεμές του Φουκώ" του Έκο. Το δεύτερο το καταλαβαίνω, έχει έναν όγκο, θα πιάσει κάποιον χώρο. Δεν άντεξα, τη ρώτησα για τον Βερν: "Αγοράζεις βιβλία για το ορφανοτροφείο, αγάπη μου;". Ε μα! Όχι, δεν το κατάλαβε. Είναι και ηλίθια! Μου είπε ότι πάντα ήθελε να το διαβάσει αλλά ποτέ δεν είχε βρει το χρόνο. Ακούς; Ακούω να λες! Τώρα όμως που θα έχει όλο το χρόνο ελεύθερο, γιατί ξέρεις κομμένα τα μποτέ, ε δεν μπορεί θα βρει χρόνο να διαβάσει και τα μπιμπελό της! Μπας και ξεστραβωθεί, που δεν το βλέπω! Ξέρεις τι πιστεύω; Θα την παρατήσει κι ο Τάκης. Τον είδα προχθές που καλοκοίταζε την κομμώτρια του τρίτου, ναι. Θέμα χρόνου είναι... Ουφ, πολύ αξία της δώσαμε και σήμερα! Ναι, αγάπη μου, ναι. Να συναντηθούμε το απόγευμα για ένα τσάι να πούμε και καμιά κουβέντα σαν άνθρωποι... Από το τηλέφωνο, τι να πρωτοπείς πια; Ναι, στις 6.
Αναζητώ ακόμα το Πνεύμα το Χριστουγεννιάτικο που θα με κάνει χαρούμενη κι ετούτες τις γιορτάδες. Ωστόσο, δεν το βρίσκω πουθενά... μου φαίνεται πως κάποιο Κακό Παιδί το κρατάει φυλακισμένο σ' ένα ξύλινο μπαούλο... Θα δείξει, εντός των ημερών που θα ανεβάσω το σχετικό πόστο. Αυτό είναι απειλή, ναι!
Το Ζάντε πάντως, είναι μες στο πνεύμα. Μέσα, μέσα. Ντιπ για ντιπ. Τι δέντρα, τι φώτα, τι καρουζέλ, τι πίστες για πατινάζ! Απ' όλα έχουμε! Κυκλοφορεί και μια φήμη ότι θα έρθει ο Κωστάλας να παρουσιάσει το 1ο (και τελευταίο) φεστιβάλ καλλιτεχνικού πατινάζ στο νησί. Θα συμμετέχουν καλλιτέχνες από όλες τις παρατάξεις της τοπικής πολιτικής σκηνής. Διότι αν δεν είναι καλλιτέχνες οι τοπικοί μας άρχοντες, τότε ποιοι είναι;;;
Φυσικά θα παρουσιάσουν τα προγράμματά τους σε ζευγάρια. Με τις συζύγους και τους συζύγους τους, όσοι έχουν. Όσοι δεν έχουν, λόγω ημερών, θα νοικιάσουν κάποιον, της αλλοδαπής κατά προτίμηση. Έτσι, θα δείξουν πως εκτός από καλλιτέχνες - πολιτικοί, είναι πάνω απ' όλα Άνθρωποι! Διότι αν -μέρες που είναι- δεν δείξεις και μια κοινωνική ευαισθησία, πότε θα την δείξεις; Το καλοκαίρι που γίνεται ο κακός χαμός από τους τουρίστες;;; Ποιος θα το πάρει χαμπάρι τότε; Όλοι δουλεύουνε σαν τα σκυλιά. Τώρα πρέπει, τώρα που καθόμαστε!
Να, λες και βλέπω τα ζευγάρια με τις φαντασμαγορικές τους στολές να επιδίδονται πάνω στον πάγο, σε διπλό άξελ και στο καπάκι τριπλό σάλτο που θα καταλήγει σε όμορφα, συμμετρικά σπιν στη μέση της πίστας! Αναμένεται -ειδικά μετά το τριπλό σάλτο του Υψηλότερου Ζεύγους του τόπου- να σαλτάρει και ο ίδιος ο Κωστάλας στο πόρτο αφού τέτοιο άλλο, δεν θα έχει ξαναδεί στη πολύχρονη καριέρα του!
Μια άλλη φήμη που κυκλοφορεί, κάνει λόγο για κυβερνητική αποστολή που θα συμμετέχει στο φεστιβάλ εκτός συναγωνισμού. Απλά και μόνο προς τέρψιν των πολιτών. Για το λόγο αυτό, εστάλη με την ευκαιρία της γιορτής του Αγίου Διονυσίου, ο κύριος Πάγκαλος προκειμένου να ελέγξει την ποιότητα της πίστας αλλά και να ρίξει τη ματιά του στα προγράμματα των ζευγαριών που πρόκειται να συμμετέχουν ώστε η κυβερνητική αποστολή να παρουσιάσει κάτι ανώτερο σε θέαμα αλλά και τεχνική αρτιότητα. Κυβέρνηση είναι αυτή, δεν μπορεί να μην είναι η καλύτερη!
Ανεξάρτητα πάντως από την τελική κατάταξη των συμμετεχόντων, μεγάλος κερδισμένος και αυτή τη φορά θα είναι ο ζακυθινός λαός που θα έχει τη τιμή και τη χαρά, να απολαύσει όλη αυτήν την υπερπαραγωγή. Μια υπερπαραγωγή που έρχεται να καλύψει το απύθμενο κενό που νοιώθει ο πολίτης αφού εφέτος, λόγω οικονομικής στενότητας, δεν μπορεί να επιδοθεί στο αγαπημένο του σπορ: την κατανάλωση. Το φεστιβάλ αυτό, είναι και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να συναντηθούν όλοι μαζί έμποροι και καταναλωτές αφού στα καταστήματα των πρώτων, δεν προβλέπεται να συναντηθούν. Έτσι, όλοι μαζί αγαπημένοι, θα δώσουν την προσοχή τους στις απίθανες φιγούρες των καλλιτεχνικών - πολιτικών ζευγαριών και θα ξεχάσουν τον καημό τους.
Άλλωστε, είναι γνωστό από παλιά: Η φτώχεια θέλει καλοπέραση!
H "Super Nova", διαγαλαξιακή - αστροναυτική εταιρεία, σας ενημερώνει ότι τα προγραμματισμένα δρομολόγια για σήμερα Τετάρτη 11/11/09 προς: Ανδρομέδα (Ι & ΙΙ), Ωρίωνα, Μ36 και Κάτω Ραχούλα (ΝGS 4235)
Θα αναχωρήσουν μία ώρα μετά την προκαθορισμένη, λόγω έξαρσης φαινομένου διαττόντων στον κόμβο του Βέγκα.
Επιπροσθέτως, το προγραμματισμένο σημερινό δρομολόγιο για Πλειάδες - Αλντεμπαράν και "Νεφέλωμα του Μήτσου του κουρέα" ματαιώνεται μέχρι νεωτέρας, λόγω βλάβης αναφλεκτήρα του LINEAR 8je054.
Τι θα πει άλλωστε -ελληνιστί- "νοικοκυρά σε απόγνωση"; Από την άλλη, και ποια νοικοκυρά (+ μητέρα + σύζυγος + εργαζόμενη + ερωμένη +00 ), δεν έχει αισθανθεί φορές, όχι μόνο απόγνωση αλλά την απόλυτη απελπισία. Δείξε μου μία τέτοια και θα σου δώσω όλες μου τις "ιδιότητες", ρεγάλο!
Ξέρω πόσο "κατινέ" χαρακτηρίζεται το θέμα και σε πληροφορώ πως δεν μου καίγεται καρφί! Εσύ ξέρεις τι είναι να δουλεύεις 8-9 ώρες και άλλες τόσες στη συνέχεια στο σπίτι; Να καθαρίζεις φασολάκια ενώ τα πλυντήρια δουλεύουν και ενώ μαθαίνεις στο μικρό σου "5+3 = 8"; Να φτάνουν μεσάνυχτα και να μην έχεις προλάβει ούτε τα ρούχα σου να βγάλεις από το πρωί...
Και δεν φτάνει που πρέπει να είσαι άψογη σε όλους τους ρόλους που έχεις αναλάβει ως γυναίκα, να πρέπει να είσαι και περιποιημένη, με σωστές αναλογίες και καλόγουστη άποψη περί στυλ.
Την ώρα δε που το (ή τα) παιδί σου, εκφράζει την απορία "είμαι καλύτερος στο πιάνο από ότι ο Μότσαρτ;" την ώρα που δεν σου έχει μείνει άλλη δύναμη ούτε για να κάνεις ένα ντουζ, εσύ πάλι πρέπει να κάτσεις με υπομονή να του εξηγήσεις ότι δεν είναι, γιατί δεν είναι κλπ κλπ κλπ και να αντιμετωπίσεις την κρισάρα του, που ως γνήσιο αρσενικό -ασχέτως ηλικίας- αρνείται να παραδεχτεί πως δεν μπορεί να είναι ο πρώτος, ο καλύτερος, ο άφταστος στα πάντα. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή παραδεχτείς την ανύπαρκτη υπεροχή του...μαύρο φίδι που έφαγε εσένα αλλά και όποιον συναναστραφεί το παιδί σου στο μέλλον. Για να γυρίσει μια ωραία ημέρα να σου πει: "με ρώτησες που με έκανες;", όπως ακριβώς είχες πει κι εσύ, στα πέτρινα χρόνια της εφηβείας ή προεφηβείας... δεν θυμάμαι πια!
Νοικοκυρά σε απόγνωση; Μπα... δεν θα το έλεγα. Απλά προσπαθώ να δίνω ότι μπορώ μέχρι να εξαντληθούν τα αποθέματα, αν στο μεταξύ δεν βρεθεί καμία πηγή ενέργειας. Ανεξάντλητη, απύθμενη και πάντα πλουσιοπάροχη!
Ο Τζώρτζης δεν τα έπαιρνε τα γράμματα, ούλοι το ξέρανε ασχέτως αν δεν το παραδεχότουνα! Ο πατεράκης του ο Παύλος, είχε τελειωμένη και την 5η του δημοτικού βεραμέντε, δεν εδεχότουνα να του μείνει ο πρωτότοκος γιος του αμόρφωτος. Δεν εδεχότουνα να έχει τη τύχη τη δικιά του, να περνάει πάει να πει τη ζωή του, τσι σταύλους με τα ζωντανά, στα λιοστάσια να μαζώνει ελιές και στα αμπέλια να κλαδεύει τα κούτσουρα.
Ο Παύλος ήτουνα άνθρωπος έξυπνος κι επήρε την απόφαση να βάλει χάμου τον Τζώρτζη και να τονε μάθει να διαβάζει αφού είχε φτάσει ολοένα στη Γ' δημοτικού και δεν ήξερε ούτε το όνομά του να γράψει. Τονε παίρνει με το καλό το λοιπόνε ο Παύλος, ανοίγει το αναγνωστικό και τον αρχινάει:
- Τζώρτζη μου, το "βου" με το "ο", τι μας κάνουνε;;; - Πατέρα μου μας κάνουνε το "βο". - Εύγε σου Τζώρτζη! Και δε μου λες ψυχή μου... εκειό το "δου" με το "ι", τι μας κάνουνε; - Ευτά τα δύο πατέρα μου μας κάνουνε το "δι"! - Εύγε σου και πάλι Τζώρτζη μου! Και πέσμου καμαρωμένε μου, ούλο μαζί το "βο" με το "δι" τι μας κάνουνε να σε χαρώ;;; - Ούλα ευτά μαζί πατέρα μου, μας κάνουνε "δαμάλι"!
Κι έτσι ο Παύλος το επήρε απόφαση πως ο γιος του ήτανε "ξουράφι" και τον έστειλε να βόσκει τα δαμάλια*.
*μοσχάρια ή μουσκάρια, αγελάδες, βόδια ή βόιδα (όπως θέλεις πέστο!)
Είναι εκείνος ο-η υποψήφιος-α, που αγοράζει την ψήφο σου έναντι:
- χρηματικού ποσού - πέντε μέτρων μπασίας - με την υποχρέωση πως όλη την τετρατία θα σου σβήνει τις κλήσεις της τροχαίας - βάζοντας το παιδί σου σε θέση (με τρίμηνη σύμβαση το λιγότερο) - βγάζοντας τα σκουπίδια σου κάθε βράδυ - βρίσκοντάς σου γαμπρό-νύφη από "καλή οικογένεια"
Η λίστα συμπληρώνεται κατά βούληση
Είναι ακόμα ο-η υποψήφιος-α που ενώ έχει αγοράσει την ψήφο σου με κάποιο αντάλλαγμα,
- σου δίνει σημαδεμένο ψηφοδέλτιο το οποίο δεν βρίσκει ποτέ στη καταμέτρηση και ορκίζεται αιώνια εκδίκηση - αντί να σου φτιάξει τη μπασία, φτιάχνει του διπλανού για να σε πικάρει επειδή θεωρεί ότι τελικά τον εγέλασες - δεν τηρεί την υπόσχεσή του με την δικαιολογία "δεν περνάει από το χέρι μου"¨ - κάνει πως δεν σε ξέρει κατόπιν εκλογών - δεν εκλέγεται και σου γυρεύει πίσω τα λεφτά τα οποία ήδη έχεις δώσει για να πληρώσεις το διακοποδάνειο - δεν βάζει το παιδί στη θέση τη καλή αλλά σε κάτι παλιοδουλειές και θέλει να του έχεις και την υποχρέωση για το ρουσφέτι
Η λίστα συμπληρώνεται κατά βούληση
Ο λαβών τοις μετρητοίς ή λαβών ο θέος ξέρει αν και πότε:
Εσύ ο ψηφοφόρος που πουλάς την ψήφο στου έναντι οποιουδήποτε ανταλλάγματος. Ο μη έχων καμία παιδεία πολιτική, καμία γνώση και καμία ιδεολογική άποψη. Ο καθαρός δηλαδή, Έλληνας ψηφοφόρος.
Κι επειδή ολοένα, οι "συναλλαγές" είναι στα φόρτε τους, έχε το νου σου! Πουλάς που πουλάς, πουλιέσαι και ξεπουλιέσαι κοίτα τουλάχιστον να ζητήσεις τίποτα αξιόλογο. Μην πουληθείς για μία λάτα λάδι! Είναι κρίμα!
Ξέρω πως αν έχω την τύχη να τον πετύχω ξεκούραστο και χαλαρό, θα βρει τη διάθεση να μου χαρίσει μια ιστορία από εκείνες που μ' αρέσουν: Ένα πραγματικό γεγονός, πασπαλισμένο με λίγη σκόνη υπερβολής καθώς περάσανε κιόλας τόσα χρόνια, από τότε που έγινε πρώτη φορά. Μα κάθε φορά γίνεται. Λίγο -τόσο δα- διαφορετικό, μα γίνεται! Γιατί κάθε τι όταν το ξαναλές και έχεις το χάρισμα να το περιγράφεις έτσι γλαφυρά, όπως αυτός, ζωντανεύει και ξαναγίνεται.
Προχθές λοιπόν ("τις προάλλες", που λένε και οι φυσιολογικοί άνθρωποι) τον πέτυχα στη στιγμή! Έπινε πράσινο τσάι γιατί διάβασε κάπου πως έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες και κάνει καλό στα νεύρα. "Σε βοηθάει;", τον ρώτησα. "Ορή κοπέλλα, υπάρχει τίποτα που να γιατρεύει τη μούρλια;;;" μου απάντησε σοβαρά με ερώτηση και ξεκίνησε...
Ο " Μπαξές" ανέβαινε κάνα - δυο φορές την εβδομάδα στο χωριό, ήτουνα έμπορος. Επούλιε φρούτα, κηπευτικά... τέτοια πράματα. Aπ' ούλα τα καλά είχε κι έτσι τον ελέγανε "Μπαξέ". Να σου ειπώ, ήτουνα κομματάκι φαρμάκι τσι τιμές του αλλά ηξέραμε πως του επληρώναμε και το αγώι. Τόμου δεν ήθελες, να εκατέβαινες στη Χώρα να κάμεις τα νιτερέσσα σου όπως σου άρεσε εσένανε!
Εφτός ο έμπορος, είχε μία γυναίκα άσκημη. Δεν την καλοθυμάμαι αλλά άσκημη ήτουνα. Ερχότανε που και που αντάμα, τον εβοήθαγε βεραμέντε. Δεν νογάω! Ηλέγανε στο χωριό πως εφτούνη τεμπέλα ήτουνα κι ερχότανε για να πάρει τον αέρα τσης αντί να κάτσει στ' αυγά τσης, σπίτι με τα παιδία να τουκάμει μία παδέλα φαΐ, να ποροπιαστεί ο καψερός που εξεπατονότουνα, με το συμπάθιο, ούλη μέρα!
Μία Δευτέρα ήρθανε που λες αντάμα. Ο Μπαξές με τη γυναίκα του. Επήγε ο Νιόνιος τση Χρυσούλας κάτι να πάρει. Τηνε κοίταε καλά - καλά τη γυναίκα του Μπαξέ αλλά δεν είπε τίποτα. Την επόμενη φορά όμως που εκειός ανέβηκε μονάχος του, επήγε αντακάπου ο Νιόνιος να κάμει το ψώνιο του και του φάνηκε πως ήτουνα ευκαιρία να πει κάτι του Μπαξέ, να τονε πικάρει για τη γυναίκα του την άσκημη.
Να σου πω όμως, πως και ο Νιόνιος είχε μία γυναίκα τόσο άσκημη, που ούτε να φτύσεις απάνουθε τσης δεν θα ήθελες, να μα τον Άγιο! Και δεν του έφτανε του συφοριασμένου που είχε εφτούνο το μέμπρο για ταίρι, έκαμε να κογιονάρει τη γυναίκα του Μπαξέ κι έτσι, του λέει: "Καλημέρα Μπαξέ! Ορέ τη μαστόρισσα δεν την έφερες σήμερα να την ειδούμε, που είναι μία Κυρά και μία Κοντέσσα;" Και ο Μπαξές, που δεν εχάριζε κάστανα, παρά τα πούλιε ακριβά, του απάντησε χωρίς να χασομερίσει: "Νιόνιο μου καλημέρα ψυχή μου! Ορέ για να λες για τη δικιά μου έτσι, γύρευε τι παλιο-τσαπούνα θα έχεις καψερέ μου". Κι έβαλε κάτω το κεφάλι ο Νιόνιος κι επήγε σπίτι χωρίς το ψώνι, στη "Τσαπούνα" του!
Ευτά που λες με τον Μπαξέ και το συγχωρεμένο το Νιόνιο... Σώνει τώρα κουβέντες, έχουμε και δουλειές. Πήγαινε καλλιά σου...
"Όλα θα παιχτούν στο debate!", δηλώνουν με στόμφο τα σαΐνια της δημοσιογραφίας. Ξέρεις, εκείνα που κατά περίπτωση αποκτούν και ειδικότητα. Εκείνα που μεταμορφώνονται από σεισμολόγοι σε ειδικοί παθολόγοι και από ψυχολόγοι σε εγκληματολόγοι. Όλα τα ξέρουν, όλα! Έτσι αποφάνθηκαν πως το εκλογικό αποτέλεσμα θα κριθεί από το debate των πολιτικών αρχηγών.
Σκέφτηκε κανείς πόσο αδιάφορο ήταν για τον μέσο Έλληνα τηλεθεατή το προηγούμενο; Ένας επικοινωνιολόγος "τση χρήσης", δεν υπάρχει; Έτσι πάνω στο brain storming -για να μιλάμε και στη γλώσσα μας- να ρίξει μια ιδέα για κάτι νέο; Κάτι εναλλακτικό. Κάτι βρε παιδί μου που θα πείσει τους τηλεθεατές να παρακολουθήσουν, καταρχάς, το show αλλά και να τους δώσει ένα κίνητρο ώστε να παθιαστούν και τελικά να ψηφίσουν τον καλύτερο. Καλύτερο σε τι; Μα υπάρχουν τόσα πράγματα για τα οποία θα μπορούσε κανείς να κριθεί από ένα ευρύ κοινό.
Αν λοιπόν, υποθετικά γράφοντας, οι πολιτικοί αρχηγοί των μεγάλων(;) κομμάτων της Χώρας, τεθούν στην κρίση του κοινού μέσα από ένα talent show, δεν θα ήταν όλα πολύ απλά; Ας μας χορέψουν! Όχι στο ταψί όπως μας χορεύουν τόσα χρόνια αλλά ας χορέψουν για εμάς. Ας τραγουδήσουν. Ας καταπιούν φωτιές, σπαθιά, βατράχια, φίδια. Ας κάνουν κωλοτούμπες. Ας παίξουν ένα όργανο -μουσικό κατά προτίμηση. Ας κάνουν τέλος πάντων ό,τι μπορούν για να μας πείσουν, πως αξίζουν τη ψήφο μας. Διότι αν περιμένουμε να ακούσουμε το πρόγραμμά τους... ζήτω που καήκαμε! Και καήκαμε στην κυριολεξία!
Μεγάλη απορία μένει πάντως, ποιον θα στείλει το ΣΥΡΙΖΑ στο show. Ελπίζω όχι κανένα αμερικανοτραφές κοριτσάκι με ξανθές μπούκλες το οποίο ενώ θα χορεύει κλακέτες, θα ψέλνει σε άπταιστα ελληνικά "Τη Υπερμάχω Στρατηγώ". Ας είναι τουλάχιστον μελαχροινό, να παραπέμπει και σε κάτι ελληνικό.
Ο κ. Παπανδρέου υποψιάζομαι πως θα ήθελε να επιδοθεί σε κόλπα με το bmx, όπως η τοποθέτηση αλυσίδας εν κινήση. Για τον κ. Πρωθυπουργό η μόνη περίπτωση συμμετοχής είναι, αν το show συμπεριλάβει διαγωνισμό ταχυφαγίας. Είμαι σίγουρη πως μπορεί να φάει 100 σουβλάκια σε χρόνο dt. H κ. Παπαρήγα, μάλλον θα προτιμήσει τον κλασσικό χορό. Ίσως κάτι από Τσαϊκόφσκι, συντροφικά πράματα. Ο κ. Καρατζαφέρης, θα μπορούσε να τραγουδήσει Καζαντζίδη, αρκεί να δουλέψει λίγο τις χαμηλές του, με τις υποδείξεις του κ. Ψωμιάδη. Κι όλοι μαζί, για κλείσιμο, το χορό του Ζαλόγγου. Δεν θα ήταν άσχημα, καθόλου μάλιστα!
Κι αν μετά από όλα αυτά, δεν σπάσουν τα μηχανάκια της τηλεθέασης -τα νεύρα μας έχουν σπάσει ήδη- ε να μην με λένε Dana!
Όχι, δεν συμμετείχα σε συνάντηση με σκοπό να κολλήσω γρίπη. Τώρα που είναι ακόμα ελεγχόμενο "το κακό", πριν γίνει πανδημία και μας πεθάνει όλους! Αντιστάθηκα αν και είναι πολύ της μόδας τώρα τελευταία στην Αθήνα, όπως με πληροφόρησε φίλος γιατρός. Προτίμησα το χείλος του βαθύτατου φαγιάνς πιάτου σούπας, του Γκαζίου. Πως λέμε "το χείλος του γκρεμού"; Ε, καμία σχέση!
Στο χείλος λοιπόν της σούπας, το Canteen. Το πρότεινε φίλος που ξέρει και μάλιστα πολύ καλά και δικαιώθηκε στο έπακρο. Φάγαμε καλά κι ακούσαμε ωραία μουσική. To mojito της Ολίβια ήταν λίγο απαράδεκτο αλλά προσθέσαμε αλκοόλ και έστρωσε. Η κρίση γέλιου σε κάποιο φανάρι της Πειραιώς, αξέχαστη αν και θα προτιμούσα να οδηγεί κάποιος αγέλαστος.
Δεν ξέρω γιατί το gps αντί για το Νάσιουτζικ- που πηγαίναμε τον φίλο μακιγιέρ για να φτιάξει μια νύφη-, μας έβγαλε σε ένα νεκροταφείο. Ίσως τελικά να έχουν νοημοσύνη τα μηχανήματα. Έχω αρχίσει να το πιστεύω. Άλλωστε όποτε κολλάει ο υπολογιστής, μου έχει αποδείξει πως θέλει τη σφαλιάρα του για να στρώσει. Δεν μπορεί να είναι όλα αυτά τυχαία!
Φιλοξενήσαμε και μια σκυλίτσα που από την αρχή την χαρακτήρισα "πόρνη" γιατί μου το έβγαζε η πόζα της και η ματιά της καθώς και ο τρόπος που λικνιζόταν στους ρυθμούς της μουσικής. Δεν έχω ξαναδεί σκυλί να χορεύει χάουζ. Ούτε έχω ξαναδεί σκυλί να τρώει το φυτό μαζί με τη γλάστρα του και να μην αφήνει ούτε ίχνος! Αν δεν βρίσκαμε τα χώματα, θα λέγαμε ότι τις γλάστρες μας τις πήραν εξωγήινοι. Έπρεπε να το είχα καταλάβει αφού η αφεντικιά της την άφησε στην Αθήνα για να πάει σε κάποιο νησί σε rave party. Μας άφησε και το ειδικό της φαγητό, δεν έτρωγε ό,τι να 'ναι το ζωντανό. Έχει δυσανεξία! Ξέχασε όμως να μας αφήσει το "κουμπί" της. Είδε και αποείδε το σκυλί, μου έφαγε το αποτριχωτικό μηχάνημα. Αμάσητο σχεδόν το κατέβασε. Μόνο τον αντάπτορα μου άφησε ενθύμιο, μαζί με λίγο καλώδιο και ένα μικρό εξάρτημα του μηχανήματος.
Άντε να βρεις κτηνίατρο μες στη νύχτα! Η Ολίβια το άλλο πρωί, αφού διαπιστώσαμε ότι ήταν ακόμα εν ζωή, το έστειλε. Και όλα μπήκαν μαγικά, στη θέση τους κι εγώ στο αεροπλάνο της επιστροφής. Δυο μέρες είναι αρκετές για να μυρίσω λίγο εκείνο το αγαπημένο άρωμα της πόλης που με γέννησε και που λάτρεψα. Γι' αυτό την εγκατέλειψα.
ΝΑ ΘΥΜΗΘΩ:
1.Να μην φιλοξενήσω ποτέ σκυλί!
2. Όπου ακούω πολλά κεράσια, να πηγαίνω χωρίς καλάθι.
3. Να μην εμπιστεύομαι τα "μηχανήματα του διαβόλου"!
Λίγες ώρες μείνανε σύντροφε! Τρέξε να καπνίσεις όσο προλαβαίνεις, στους κλειστούς χώρους. Από αύριο, θα ισχύει ο νόμος και τούτος ο νόμος δεν είναι το δίκιο του καπνιστή μα το δίκιο του κράτους πρόνοιας (!) που θέλει να σε προστατέψει βρε κουτέ, από την ανθυγιεινή αυτή συνήθεια του καπνίσματος.
Απόψε λοιπόν, προλαβαίνεις να τα κάνεις όλα! Τρέξε στα μπουζούκια μέχρι τα μεσάνυχτα, κάπνισε αρειμανίως. Τι κι αν δεν έχει βγει ακόμα η φίρμα; Τι κι αν δεν έχεις προλάβει να έρθεις σε κέφι, τι κι αν θέλεις στο βαρύ και ασήκωτο ζεϊμπέκικο να φουμάρεις κι ένα σέρτικο; Ξέχνα το! Εκείνο το μελανούρι πίσω, η λουλουδού, υποφέρει από χρόνιο άσθμα και εσύ της φυσάς το κοχίμπα μες στα μούτρα την ώρα που της αρπάζεις τα πανέρια με λύσσα. Εργαζόμενο κορίτσι είναι κύριος, θες εσύ να σου φερθούν έτσι; Θέλεις;
Στην τελική κάπως πρέπει να γίνεις Ευρωπαίος. Πως θα γίνει; Ευρωπαίος πρώτος για να τσεπώνεις τις επιδοτήσεις αλλά το τσιγάρο δεν το κόβεις - δεν το κόβεις; Θα το κόψεις ρε διότι σε άλλη περίπτωση θα πέσει βαρύς ο πέλεκυς της δικαιοσύνης. Τι πάει να πει αν δεν πέφτει το ίδιο βαρύς και στου κλέφτες και τα λαμόγια της πολιτικής; Το ίδιο είσαστε; Για κάτσε καλά! Αυτός έφαγε τα νιάτα του για να στήσει την πολιτική καριέρα την ώρα που εσύ πήγαινες γήπεδο και έβριζες τη μάνα του διαιτητή και την ώρα που έτρωγες το βρώμικο ξημερώματα στη καντίνα. Εσύ δεν είσαι άξιος παρά μόνο για να τον ψηφίζεις, να τον στηρίζεις, να τον χειροκροτείς και να του σκύβεις με χάρη γιατί η παιδεία του απαιτεί τους καλούς σου τρόπους, σε όλα!
Κάπνισε όσο προλαβαίνεις! Κάπνισε παντού. Σε λίγες ώρες, θα γίνεις νομοταγής με το καλό ή με το βάρβαρο. Δεν έχει σημασία. Σημασία πάντα και μόνο έχει η ισχύς του Νόμου αλλά αυτό μόνο για εσένα αδερφέ. Μόνο για εσένα!
Από το ταξίδι μας στη Σικελία: Η Ψαραγορά της Κατάνης
Η κοπέλα αγάπαε άλλονε. Πως να γένει με το ζόρι στεφάνωμα μ' ένανε που ούτε να φτύσει απάνου του δεν ήθελε; Κι ας είχε άλλη γνώμη ο πατεράκης τσης κι εκείνη η μάνα τσης που ούλα εφτούνη τα 'χε κανονισμένα. Γλέπεις, τον άντρα τσης, τον είχε του χεριού τσης. Κουμπί τση ποδίας της, έλεγε ο νόνος κι ας ήτουνα ένα παλικάρι μέχρι εκεί πάνου, γεροδομένο.
Τι να κάμει η μαύρη; Τσι το' πε χίλιες βολές: δεν τονε θέλω εφτόνε εφτού! Τίποτα εφτούνοι! "Θα τονε πάρεις!" τση λέγανε λες και την είχανε του πεταματού, 15 χρονώνε κοπέλα. Έτσι, ένα βράδυ που αντάμωσε με το αμόρε τσης κρυφά, τα κανονίσανε κι είπανε να τηνε ξεπορτίσει. Το που θα πηγαίνανε; Ούτα εκειά νογάανε, γιατί κι εφτός 17 χρονώνε παιδί ήτουνα, μη πα' και λες!
Με τα πολλά και με τα λίγα, η κοπέλα εξεπόρτισε από το σπιτικό τσης και τηνε ξεβγάλανε ούλες οι φιλενάδες τσης. Η κάθε μία τση έδωκε κι από κάτι. Άλλη ένα φόρεμα, άλλη ένα χτενάκι για τσι ξανθές τση μπούκλες κι άλλη ένα μαντιλάκι με κεντημένες δυο καρδίες αντάμα, ενωμένες. Κι εκείνη, κλαμένη, έδωκε από ένα φιλί των κοπελώνε κι ανέβηκε απάνου στο μηχανάκι του "γαμπρού" να πάει καλιά τσης.
Οι γονέοι δεν το χονεύανε με τσίπουτις το κάζο που τσι 'καμε η θεγατέρα τσους και έτσι επήρανε απόφαση να μην πούνε σε κανένανε τα νιτερέσσα τσους παρά να βγάλουνε μαντάτο ότι την έχουνε άρρωστη βαριά με ανεμοβλογιά και να μην πλησιάσει κανείς το σπιτικό τσους, μην πα' και κολλήσει μες στο θέρος, βεραμέντε! Πράγματι κανείς δεν επλησίασε άλλο από κάτι γειτόνισσες σκορδοσάρες, που ηξέρανε για το ξεπόρτισμα και τάχα μου, τάχα μου επηγαίνανε και ρωτάγανε τη μάνα αν τση έπεσε τση θεγατέρας η θέρμη. Εκείνη τσι έλεγε ότι η κοπέλλα τσης ψήνεται και τσι ξαπόστελνε από το βόρτο τσης.
Ο πατέρας, τι να έλεγε κι εκειός; Ό,τι του 'χε πει η κυρά του. Ακόμα και στον αδερφό του, ψέμματα έλεγε και το μεγαλύτερο ψέμα στο γαμπρό που ήθελε για τη κόρη του. Γλέπεις, είχε και πούρσες γιομάτες εκειός. Του 'πε πως η κοπέλα ήτουνα σοβαρά και δεν έπρεπε να τηνε πλησιάσει γιατί αν εκόλλαγε, μπορεί και να πέθαινε έτσι μεγάλος που ήτανε στα χρόνια. Ο γαμπρός βέβαια, ανησύχησε και κάλεσε τον καλύτερο ντοτόρο του Ζάντε, για να γιάνει τη κοπέλα. Τον έπιασε όμως το ντοτόρο από μπροστά η μάνα, του κλάφτηκε και κομμάτι και τον έπεισε να μην αποκαλύψει το μυστικό και γίνει η υπόληψη τση οικογένειά τσης, ρουμπί. Ο ντοτόρος ήτουνα άνθρωπος σπλαχνικός και δεν μολόγησε τσίπουτις στο γαμπρό. Επήρε και την πλερωμή του από κόντο και είπε εφτά που έπρεπε: Η κοπέλα είναι σοβαρά, θέλει ησυχία και σκοτάδι και καλό φαΐ. Και να μην την πλησιάζει κανείς γιατί έτσι και κολλήσει, μαύρο φίδι που τον έφαγε. Βέβαια, είπε πως θα γιάνει αλλά πως ήθελε καιρό.
Καιρό ετράβηξε η ιστορία κι οι γονέοι ηξέρανε πια πως τη θεγατέρα τσους την είχε κλεμμένη ένας βουνίσιος. Εφτό βέβαια το νόγαγε ούλο το χωρίο αλλά κανείς δεν ετόλμαγε να ειπεί κουβέντα στο γαμπρό, που επερίμενε να γιάνει η κοπέλα για να τηνε πάρει νύφη. Όσο όμως εφτός περίμενε, εκουβάλιε σπίτι τσης ντοτόρους, φαγιά ότι τραβάει η ψυχή σου και ούλα του Χριστού τα καλά! Το "συμπεθερίο" βεραμέντε, επέρναε καλά κι όταν εκειός έλεγε πως ήθελε να την ειδεί κομμάτι έστω και από μακρία, εστέλνανε το γιο τσους τον μικρόνε και εξάπλωνε στο κρεβάτι με τη κουβέρτα από το κεφάλι και εκαμονώτανε ότι βαΐζει. Έτσι όπως έγλεπε ο γαμπρός από τη πόρτα εφτούνη τη περίσταση, εγύρναγε κι έφευγε κλαίοντας από τη στεναχώρια του για τη κοπέλα.
Κοντά τσι δύο μήνους, πεθερός και μέλλον γαμπρός εκατεβήκανε στη Χώρα για κάτι θελήματα. Όπως επερνάγανε από τον Άγιο Παύλο εκεί στα ψαράδικα, ο πεθερός ορέχτηκε κάτι σαρδέλες φρέσκιες κι έτσι κουτοπόνηρος που ήτουνα, λέει δήθεν μονάχος του: Ου πράμα σαρδελούλες, να 'χε δυο η θεγατέρα μου που βαΐζει από τσι πόνους είθε να 'βρισκε την υγειά τσης! Τόμου άκουσε ο γαμπρός τέτοιο πράμα, αμέσως εμπήκε στο ψαράδικο και εψώνισε 3 ολάκερα κιλά σαρδέλες για την "άρρωστη".
Όπως έκαμε να τσι δώκει του "πεθερού" του, να 'σου κι επέρναγε από το δρόμο η θεγατέρα με το αμόρε τσης, απάνου στο μηχανάκι. Ίσα που δεν εκορπάρισε από το σκόρσο! Μα ο πατέρας που του μπήκε ο δαίμονας μέσα του ορθός και δεν εμπόρεσε να βαστάξει τα νεύρα του, αρπάζει τσι σαρδέλες και τσι κάνει πεταχτές του ζευγαριού. Εφτούνοι βέβαια, εδώσανε μία γκαζία κι όπου φύγει - φύγει αλλά ο φόρος εγιόμισε σαρδέλα, μέχρι και απέναντι σε ένα μαγαζί εμπήκανε τα ψάρια και τα ζουμία και η εμπόρισσα εβγήκε κι έκαμε τη μουρλή πως τση λερώσανε.
Μα ο πατέρας είχε το πόνο του και τση απάντησε: Εφτό σε νοιάζει εσέ; Ότι σου λέρωσα τη τζαμαρία, βεραμέντε;;;; Εδώ ορή η θεγατέρα μου εμούρλωσε από την αρρώστια και γυρνάει με τα μηχανάκια με 40 πυρετό! Και ο "γαμπρός" που τα κατάλαβε ούλα ετότενες, του απάντησε: Όσο άρρωστη είναι η θεγατέρα σου Νιόνιο, τόσο θα φυτρώσει κι η σαρδέλα μες στο φόρο. Μα ο Νιόνιος επροσπάθησε ξανά να τα μπαλώσει μήπως και τονε μπαλιγάρει και του αποκρίθηκε: Αφέντη τόμου είναι έτσι, να τα κλείσουνε δελέγκου τα ψαράδικα οι αθρώποι και να πάνε να κάμουνε άλλη δουλειά! Θα γιομίσει ο κόσμος σαρδέλα!
Ο Κώστας και ο Πέτρος είχαν γεννηθεί την ίδια μέρα, στην ίδια γειτονιά του χωριού. Η ίδια μαμή εξεγέννησε τσι μανάδες τσους, που κοιλοπόνιανε δίπλα, δίπλα. Και αντάμα εμεγαλώσανε σαν αδέρφια. Εκάμανε οικογένειες και παιδία και ούλα του Χριστού τα καλά.
Κάθε απόγιομα εσυναντιότανε στο καφενείο του Γιάννη, ένα από τα καφενεία του χωριού, και επαίζανε κοντσίνα. Πενήντα δραμές, τότενες, τη παρτίδα. Πρώτος συνήθως επαρουσιαζότανε ο Πέτρος στο καφενείο κι εβάριε ντρίτα στο τραπέζι που καθόντανε πάντοτες. Όπως έμπαινε και ο Κώστας, ο άλλος έβγαζε το πενηντάρι από τη τσέπη, το έβαζε κάτου από το πακέτο τα τσιγάρα του και έπιανε να ανακατώνει τη τράπουλα. Εκαθότουνα κι ο Κώστας, επαίζανε τη παρτίδα τους, πίνανε και τον καφέ τσους κι άμα φινίριζε η παρτίδα, επληρωνότουνα ο κερδισμένος και πηγαίνανε καλιά τους.
Σ' ένα καιρό, εκεί που επαίζανε την κοντσίνα τους, ετσακωθήκανε οι δυο φίλοι, γιατί γλέπεις ο καθένας ήτουνα με άλλο κόμμα. Ο Κώστας που ήτουνα αριστερός, έδωσε μία πεταξία τση τράπουλας γιατί τον επρόσβαλε ο Πέτρος και έφυγε μήτε θερίο από το καφενείο. Κι έτσι εχολιάσανε, δεν εμίλιε ο ένας του αλλουνού και κάμανε να παρισιαστούνε στο καφενείο πάνω από βδομάδα. Μέσα τσους όμως, δεν ημπόριανε να το κρατάνε άλλο μα ήτουνα περήφανοι κοκόροι κι οι δύο, δεν αποφάσιζε κανένας να κάμει οπίσω και να τα ξανάβρουνε.
Μετά από δέκα μέρες το λοιπό, εξεχαράξανε και αρχίσανε πάλε να παρισιάζονται στο καφενείο. Ο ένας από τη μία μερία, ο άλλος από την άλλη μερία. Ούτε να κοιταχτούνε. Έτσι περάσανε λίγες μερούλες ακόμα. Δεν αντέχανε όμως να μείνουνε άλλο χωρίς το συνήθειό τσους, την κοντσίνα κι όλο εγυρεύανε το γύρω κανένανε άλλονε, μπας κι ήθελε να παίξει μαζί τσους. Κανείς όμως δεν τσι έπαιζε, επίτηδες. Είχαν ούλοι συμφωνήσει μεταξύ τους, με εφτό το τρόπο, να τσι πείσουνε να τα ξανάβρουνε.
Είδε και αποείδε και ο Πέτρος και τι να κάμει, επαραφύλαξε μία μέρα να ειδεί τον Κώστα να μπαίνει στο καφενείο και μόλις τον είδε, μπήκε κι εφτός και βάρεσε καρφί για το τραπέζι που είχανε συνήθειο να κάθουντε. Έβγαλε ένα πενηντάρι από τη πούρσα του, το έβαλε απάνου στο τραπέζι και εφώναξε: "Είναι κανείς να παίξουμε μία;". Νιέντε, μες στο καφενείο. Κανείς δεν εμίλησε. Έκαμε τη καρδιά του κόμπο ο Κώστας και πήγε κι έκατσε, χωρίς μιλιά στο τραπέζι, και παίξανε. Εκέρδισε κιόλας ο Κώστας, επήρε το πενηντάρι και καλιά του.
Από εφτούνη τη μέρα, έτσι επήγε το πράμα. Όποιος από τσι δύο έμπαινε πρώτος στο καφενείο, εκαθότουνα στο τραπέζι κι έβαζε το πενηντάρι από κάτου από το τασάκι. Αριβάριζε μετά ο άλλος και παίζανε, μα κουβέντα δεν εβγάνανε από το στόμα τσους. Και τσι πόντους, στα βουβά τσι μετράγανε, έγραφε ο καθένας τσι δικούς του στο χαρτί. Κι έτσι εσυνεχίσανε, μέχρι τα βαθιά τσους γεράματα, που άλλο δεν ημπόριανε να πάνε ούτε μέχρι του Γιάννη, να παίξουνε κοντσίνα.
Κι επειδή κινδυνεύω να κατηγορηθώ για στήριξη του δικομματισμού, ορίστε μια γεύση από τον Μικρομεσαίο χώρο της Ελληνικής πολιτικής σκηνής...
ΣΥΡΙΖΑ: και τα μυαλά στα κάγκελα!
Δεν έχει βγάλει ακόμα σποτ, το σκέφτεται καθώς ρεμβάζει από το παράθυρο τις αγριοτριανταφυλλιές στο εξοχικό. Κομμάτια από το ποτό και το ξενύχτι... Ο αγώνας θέλει θυσίες!
Ας δούμε όμως τι κατέγραψε η κρυφή κάμερα στο εξοχικό... (Μια προσφορά του νεανικού δελτίου ειδήσεων του ΣΤΑΡ)
ΚΚΕ: Το πτώμα σου λαέ!
Στο μεταξύ, η Αλέκα δεν έχει αφήσει οικοδομή, λιμάνι, χωράφι (στα Σούρμενα και στις γύρω περιοχές) καθώς και κανένα λαϊκό κέντρο, όπου δεν έχει εμφανιστεί. Στόχος του κόμματος, για χιλιοστή εκατοστή εξακοσιοστή πρώτη φορά, θα είναι η είσοδος στο ευρωκοινοβούλιο με στόχο την εκδίωξη των βάσεων του ΝΑΤΟ από την Ελλάδα.
Παρακολουθήστε απόσπασμα της ομιλίας της εκπροσώπου του κινήματος κας Χούλια. Ήταν κι αυτή μια από τις χιλιάδες κομπάρσες της ινδικής ταινίας που σάρωσε τα όσκαρ εφέτος, βασισμένη στην στυγνή εκμετάλλευση του ινδικού λαού από τους μεγαλοκαρχαρίες της βιομηχανίας θεάματος. Ευτυχώς βρέθηκε το κόμμα και την κράτησε να μην πέσει στα ναρκωτικά. Αμέσως μετά την ομιλία της βασανισμένης -από τον σκηνοθέτη- Χούλιας, ακολούθησε συναυλία με τραγούδια του Λοΐζου και του παλιού, καλού ελληνικού κινηματογράφου. Η Αλέκα είχε να εμφανιστεί αλλού.
ΛΑΟΣ : ΚΑΙ ΚΟΛΩΝΑΚΙ!
Στο ΛΑΟΣ επικρατεί συγκρατημένη αισιοδοξία. Ο Άδωνις φαίνεται να έχει "φουσκοδενδρίες" και αντιμετωπίζει προβλήματα με τη σύντροφό του, η οποία "χτυπάει" μεγαλύτερα νούμερα στη τηλεθέαση από ό,τι ο ίδιος. Ζει ένα δράμα...
Δείτε τι κατέγραψε η κρυφή κάμερα γνωστής μεσημεριανής εκπομπής που σέβεται τον εαυτό της και πάνω από όλα τον τηλεθεατή της. Η σκηνή με τα "μπουμπούκια" χρειάζεται απαραίτητα τη γονική συναίνεση πριν τη προβολή της και ένα ποτήρι νερό για τη ζαλάδα.
ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ - ΠΡΑΣΙΝΟΙ: ΕΝΑΣ ΚΟΥΚΟΣ ΔΕΝ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ!
Budget για διαφήμιση και τα σχετικά, δεν υπάρχει. Ο καθένας ό,τι μπορεί κάνει. Άλλωστε, δεν του το επιτρέπει και η οικολογική τους συνείδηση. Βασικό μέλημα των Οικολόγων Πράσινων, είναι να πείσουν τους γύρω τους για τις αγνές προθέσεις τους. Να καταφέρουν να "περάσουν" στη συνείδηση του κόσμου, το πρόγραμμά τους. Να γίνει η οικολογία σε όλους, τρόπος ζωής.
Το στιγμιότυπο, από φανερή κάμερα του ίδιου του Οικολόγου Πράσινου στην οποία καταγράφει την πρόοδό του στον τομέα της επικοινωνίας με τον αυριανό ψηφοφόρο. Τον ευχαριστούμε θερμά για την αποστολή του σχετικού video.
ΛΟΙΠΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΑ: ΤΙ ΕΙΧΕΣ ΓΙΑΝΝΗ; ΤΙ 'ΧΑ ΠΑΝΤΑ!
Από τα πολύ μικρά ή τα πρωτοεμφανιζόμενα κόμματα, δεν έχουμε αξιώσεις. Αυτά βέβαια δεν έχουν και πολλά περιθώρια για προβολή. Παλεύουν να μπουν ως αναφορές -έστω και αρνητικές- σε καμιά φυλλάδα, λόγω του πλουραλισμού του συστήματος, βλέπετε. Παλεύουν με τις προσωπικές τους Δημόσιες Σχέσεις. Είναι πάντα υπερ-αισιόδοξα και δεν το βάζουν κάτω ποτέ!
Σε αυτά τα κόμματα ειδικά, θα μου επιτρέψετε να πω από καρδιάς επιτυχία γιατί μου αρέσει η λογική του "ψηφίζω εμένα γιατί δεν μου κάνει κανείς άλλος".
Το απόσπασμα από τις κάμερες της Βουλής. Ευγενική παραχώρηση του καφετζή. Να 'σαι καλά βρε Μήτσο!
Τώρα που ξεμπερδέψαμε με την Eurovision και τα αστέρια της μουσικής σκηνής, καιρός να ασχοληθούμε με τις Ευρωεκλογές και τα αστέρια της πολιτικής σκηνής.
Ορίστε και τα πρώτα τηλεοπτικά σποτ των δύο μεγάλων αντιπάλων: Ν.Δ. και Πα.Σο.Κ.
Η Γρίπη των Χοίρων, έχει χτυπήσει την Ελλάδα εδώ και χρόνια. Αρκεί μια ματιά στα έδρανα του Κοινοβουλίου για να το διαπιστώσει κανείς, χωρίς καν να έχει ιατρικές γνώσεις.
Οι "επιστήμονες" σηκώνουν τα χέρια ψηλά σε αυτό το ιδιαίτερο φαινόμενο που εντός της Βουλής μεταλλάχθηκε με αποτέλεσμα αντί να σκοτώνει τους φορείς της γρίππης και τους άμεσα εμπλεκόμουνους, να σκοτώνει όλους τους υπόλοιπους, με ιδιαίτερη προτίμηση στα λαϊκά στρώματα, παπλώματα και κουβρ-λι.
Ωστόσο, ζωοφιλικές οργανώσεις δυσχεραίνουν του έργο της "επιστήμης" προς εύρεση του αντιδότου που θα πρέπει να χορηγηθεί στο Εκλογικό Σώμα, μπας και γυρίσει ο τροχός και δούμε επιτέλους άσπρη μέρα στη Χώρα μας.
Αλλά εμείς απτόητοι στρέφουμε το βλέμμα με αγωνία στη μεγάλη μάχη του SAKIS στη EUROVISION. Μια προσπάθεια τόνωσης της κινητής τηλεφωνίας, αφού η αποστολή sms θα σπάσει και πάλι κάθε προηγούμενο ρεκόρ.
Στην εθιμοτυπική επίσκεψη στο σπίτι των θείων, απόγευμα Κυριακής του Πάσχα, συνάντησα τη νόνα μου μετά από κάμποσες μέρες. Χαρούμενη ανάμεσα σε κάποια από τα παιδία της, τα εγγόνια της μα και τα δισέγγονά της, ίδια και απαράλαχτη εδώ και κάμποσα χρόνια. Λες και ο άνθρωπος, όταν γεράσει, μένει στάσιμος. Δεν αλλάζει πια.
Ευχαριστημένη που έζησε άλλο ένα Πάσχα, έκανε το σταυρό της κι έλεγε "Δόξα συ ο Θέος! Να μ'αξιώσει και του χρόνου..." Άλλες φορές πάλι, μας λέει ότι βαρέθηκε να ζει 85 χρόνια και πως θα ήθελε να πεθάνει, να πάει να βρει τον άντρα της, τον Μπάμπη. Συχνά την πειράζουμε και της λέμε πως δεν τον αφήνει ούτε πεθαμένο να ησυχάσει. Θα πάει να τον βρει για να του κάμει φαωμάρα, όπως όταν ζούσε. Κι αυτή, μια γελάει και μια θυμώνει με τα πειράγματά μας.
Βρήκα ευκαιρία να την "ξεμοναχιάσω" αφού προσφέρθηκα να την γυρίσω εγώ στο σπίτι της στο Ψήλωμα, το βραδάκι. Στη μισή διαδρομή μου ευχόταν "του Χριστού τα καλά". Στην υπόλοιπη διαδρομή, προσπάθησα να της αποσπάσω κι άλλες πληροφορίες για το πανηγύρι του Αϊ Λύπιου, που θα γίνει κι εφέτος τη Κυριακή του Θωμά.
"Τι με σταυρώνεις πάλι με τον Αϊ Λύπιο; Ούλα στα 'χω 'πωμένα!", μου φώναξε ενώ επέμενα να μου πει καμία ιστορία παλαιή από αυτή τη μέρα. "Πέσμου εσύ κι έννοια σου, θα έρθω να σε πάρω να πάμε αντάμα στο πανηγύρι!", της απάντησα μήπως και την πείσω.
"Ωωωω όλο να με σταυρώνετε θέλετε! Όπως με σταυρώνανε κι εκειά τα γλυκιάρικα τα παιδία μου όταν ήτουνα μικρουλάκια. Ούλα τα σέρναμε μαζί μας στον Αϊ Λύπιο. Σάμπως είχα πουθενά να τα αφήσω; Κι ήτανε χρεία, παιδάκι μου, να βοηθήσω το νόνο σου που έψενε. Τον μικρώνε, μωρό τον είχα μία φορά και του είχα βάλει ένα ωραίο φορεματάκι, που του το είχα πλεμένο εγώ. Απάνου στη παγκάδα το είχα ούλη μέρα.
Βλέπεις εκειές οι γαϊδούρες οι κόρες μου οι μεγάλες, εγκομενίζανε κι όλο τσι έχανα όποτε τσι χρειαζόμουνα. Εκεί που επαρισιαζότουνα η μία, νάσου έχανα την άλλη. Η μάνα σου 15 χρωνόνε, εγύρναε με τον πατέρα σου εκεί χάμου κι εκειός τση μάζωνε κοκοράκια. Εφτά πριν τα φτιάξουνε! Και μία άλλη φορά, την έβαλε οπίσω στο ποδήλατο να τηνε πάει βόρτα και μου την έφερε πίσω μπουκουνιασμένη! Τση πήρε το πόδι η αντένα τση ρόδας και τση φαε τη φτέρνα. Κι ο νόνος σου εψηνότουνα απάνου τσι φωτίες για να βγάλει μία δραμή να μας ταΐσει, τόσα στόματα.
Ποίονε να προτοεκοίταγα να σε χαρώ; Το νόνο σου; Τσι κοπέλες; Τα μωρά; Με βουρλίσανε! Και τώρα, κάνετε ένα παιδί ούλο κι ούλο και βαρυγκομάτε πως δεν αντέχετε από τη κούραση. Ορέ ξύλο που θέλτε! Κι εσύ κυρά μου, κοίτα να κάμεις κι άλλο παιδί γιατί θα τονε καταστρέψεις το γιο σου άμα τον αφήκεις μοναχό του. Τι περιμένεις; Να σε φωτίσει ο Άγιος Λύπιος;;;
Το λοιπόνε, τι ώρα θα 'ρθεις να με πάρεις τη Κυριακή; Να 'μαι έτοιμη!", τέλειωσε τη κουβέντα της και της απάντησα χαμογελαστή:
Θα σου πω για την Ολίβια, που είναι αγάπη γλυκειά και λατρεμένη. Έχει έναν μαλλιαρό σκύλο που τον λένε Όλιβερ και είναι (γ)κριφό(ν) κανίς, αλλά και πρωτοξάδερφος του Ιντεφίξ (idée fixe). Όταν τον βγάζει βόλτα στην Αθήνα, όλα τα σκυλιά της Αττικής κρύβονται στα σπίτια τους, από την ομορφιά του!
Η Ολίβια έχει σχέση μ' ένα αγόρι όμορφο. Πιο όμορφο και από τον Όλιβερ. Η μαμά του -του αγοριού- έχει κτήμα με αμυγδαλιές. Πολλές αμυγδαλιές. Πάρα πολλές αμυγδαλιές. Τις στέλνει για να φτιάξει σουμάδα αλλά εκείνη είναι ανεπρόκοπη και δεν ξέρει. Τα προωθεί με το ΚΤΕΛ στη μαμά της στη Ζάκυνθο. Τα βλέπει κι ο πατέρας τα αμύγδαλα να πηγαίνουν και να έρχονται και ρωτάει με την γνωστή πατρική αγωνία, την Ολίβια: "Αμύγδαλα έρχονται αβέρτα, εσύ παιδάκι μου τι θα κάμεις με τη ζωή σου;".
Το ίδιο βέβαια αναρωτιέται και εκείνη. Είναι χρόνια με αυτό το αγόρι -με τα μάτια τα μελιά- και πλέον η κατάσταση έχει φτάσει στο μινόρε. Δεν ξέρει κανείς να πει με βεβαιότητα αν είναι μαζί από συνήθεια ή από αγάπη. Μπορεί να συμβαίνουν και τα δύο, φυσικά. Η Ολίβια όμως, πρέπει πλέον να αποφασίσει αν θα περάσει στο επόμενο στάδιο που λέγεται "έγγαμος βίος" ή θα κάμει το μπραφ και θα πάει σε κάνα Λονδίνο πάλι, να χτυπήσει κι ένα δεύτερο μεταπτυχιακό, να 'χει να πορεύεται. Όπως και να το κάνεις, ένα μεταπτυχιακό, πάντα σε βγάζει από το αδιέξοδο της ζωής.
Το αδιέξοδο της ζωής της Ολίβια βέβαια, έχει να κάμει και με το γεγονός ότι οι γονείς της, δεν δέχονται πλέον να παραλάβουν τα αμύγδαλα. Εγκόσανε οι άνθρωποι! Της δώσανε λοιπόν τελεσίγραφο: "όχι άλλα 'μύγδαλα!". Τι να έκανε κι εκείνη; Δεν θα μπορούσε να στείλει τα αμύγδαλα πίσω, στη δυνητική πεθερά. Άρχισε να τα χώνει στα ντουλάπια της κουζίνας της, στο πατάρι, στην αποθήκη, μέσα στη μπανιέρα ακόμα και μέσα στο πλυντήριο, ώσπου ξεχείλισαν τα πάντα και κόντεψαν να την πνίξουν.
Ευτυχώς που έχει σπλαχνικούς γείτονες και την φιλοξενούν τα βράδια. Είναι αδύνατον πλέον να μπει μέσα στο διαμέρισμά της. Άλλωστε, υπάρχει ο φόβος αν ανοίξει τη πόρτα, να πλημμυρίσει όχι μόνο η πολυκατοικία αλλά και ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο στη περιοχή γνωστού ξενοδοχείου, που δεν αναφέρω ώστε να μην θεωρηθεί προπαγάνδα.
Δεδομένης της κατάστασης λοιπόν, και μετά από σχετικό αίτημα των κατοίκων της περιοχής, καλείται η φίλη Ολίβια να αποφασίσει πάραυτα για το μέλλον της και το μέλλον τους: θα μάθει να φτιάχνει την πολυπόθητη σουμάδα ή θα τρέξει στα χωράφια -ως άλλη Άναμπελ- στο κάλεσμα του "βοσκού" : "Στάσου 'μύγδαλα!";;; Ίδωμεν...