Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

Ο λαγός κι η μπροκολίνα



Κάθε μέρα στο καφενείο τσι φλόμωνε ούλους στο ψέμα! Όπως τονε βλέπανε να πλησιάζει, "αριβάρισε ο ψεύτης" ηλέγανε. Ούλοι όμως άκουγαν τσι ιστορίες του σιωπηλοί τόμου τα ψέμματά του τα έλεγε όμορφα.

Μια μέρα όπου εκαθάντουνα στο καφενείο, είπε:
"Ακούτε παιδία ένα παράτο! Επήγα για τρυγόνια τσι άλλες και δεν ήτουνα τσίπουτες! Ορέ δεν είδα ούτε πούπουλο! Εκαθόμουνα το λοιπό έδε κει στο πόστο και εκοίταα προς τα κάτου προς τον λόγγο και λέω, τι να κάμω να περάσει κομμάτι η ώρα; Κοιτάω ένα γύρο ήτουνα κάτι πέτρες μεγάλες, λέω, θα σπρώξω καμία προς τα κάτου αν δω πούθε να φτάνει. Αμποσάω μία με δύναμη, αμολιέται στην κατηφοριά και επήαινε. Περνάει ένα σκίνο, περνάει δεύτερο, στον τρίτο ακούω ένα "άου, άου". Πάω κοντά, τι να ειδώ; Ένας λαγός σκοτωμένος μες στον σκίνο! Ένα θερίο! Τον επήγα τση γυναίκας και τον έκαμε σάρτσα!"

Kανείς δεν εμίλησε αλλά ούλοι λέγανε μέσα τσους για τον μπαγάσα που τσου αμπόλησε τέτοιο ψέμα.

Παραπέρα εκαθόντουνα ένας άλλος που άκουγε με προσοχή και άρχισε να μιλεί.
"Βρε παιδία, να σας πω εγώ τι μου σύμβηκε; Όξω από τον σταύλο που έχουμε τα ζωντανά, επέταγα τσι κροπίες κι ήρθανε κι εφτάσανε ίσα με τη σκέπαση. Πάω ένα πρωί και τί να ειδώ; Απάνω ψηλά στην κορυφή είχε φυτρώσει μία μπροκολίνα. Κι όλο εμαγάλωνε ώσπου εθέωσε και είπα αν τηνε κόψω. Έφερα λοιπόν το πριγιόνι και με τσι γιους μου εκόβαμε και εφορτώναμε το κάρο. Δυόμιση καρίες εφορτώσαμε κι ετρώαμε ένα μήνα από δαύτο!"
Ο πρώτος, ο γνωστός ψεύτης, μετά από αυτό εσηκώθηκε κι έφυγε προσβεβλημένος ότι ο άλλος είχε πει μεγαλύτερο ψέμα από δαύτονε. Κι όταν έφτασε στην πόρτα του καφενείου, εγύρισε προς το μέρος του δεύτερου και του είπε: "Όρσε μες στα μάτια σου που ήρθες να μας πεις τέτοια ψέμματα!".

(Η μάντσια είναι αληθινή και μου την διηγήθηκε ο πατέρας μου. Τα ονόματα παραλείφθηκαν για ευνόητους λόγους.)

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Περί Αποκριάς...





Όταν ήμασταν παιδιά η Τσικνοπέμπτη ήταν μια κάπως δύσκολη μέρα, για εμάς τα κορίτσια ειδικά. Βλέπεις τα αγόρια, περίμεναν πως και πως να μας υποδεχτούν με τις τσουκνίδες στα χέρια και γι' αυτό το λόγο, έπιαναν στασίδι από νωρίς το πρωί στο προαύλιο του σχολειού. Αλίμονο σε όποια ξεχασμένη, είχε γυμνά πόδια!

Όταν ήμασταν παιδιά τρώγαμε «ξυνιστό» την Τσικνοπέμτη. Έτσι όπως όριζε το έθιμο, μα κυρίως όπως όριζε το αντέτι που κουβαλούσαμε στις ζακυνθινές καρδιές μας. Μετά ακλουθήσαμε τη μόδα του ψητού, τη «μωραΐτικη» συνήθεια. Σουβλάκια και μπίρες στους δρόμους, στα προαύλια, στις δημόσιες υπηρεσίες. Μια νέα, άτυπη μισοαργία. Ένα σύννεφο τσίκνας πάνω από τη Χώρα και ένα σωρό σκουπίδια παρατημένα, ανακατωμένα με σερπαντίνες και κομφετί.



Όταν ήμασταν παιδιά, οι γονείς πηγαίνανε κάθε βράδυ στους χορούς στο Καζίνο. Μας πέρνανε μαζί τη Δευτέρα του «μπαλ μασκέ» και την άλλη μέρα στο σχολείο κουτουλούσαμε. Τα άλλα βράδια μέναμε στου νόνου. Η νόνα μας έφτιαχνε καλαμπομαγέρεμα και μας έλεγε ιστορίες από το δικό της Καρναβάλι. Το ραδιόφωνο έπαιζε μονίμως –θαρρώ- χαβάγιες και σε κάθε δωμάτιο υπήρχε και από ένα.



Η νόνα δεν πήγαινε ούτε νέα στους χορούς. Δεν ήξερε να χορεύει. Ήταν άγαρμπη. Ο νόνος ήταν φινετσάτος και εξαίσιος χορευτής. Δεν την έπαιρνε μαζί του. Κι εκείνη όλο παράπονα μας έκανε –μετά από τόσα χρόνια- ότι ποτέ δεν την πήγε στους Χορούς. Κι όλο θυμόταν τότε που του έβαλε τα παπούτσια τα καλά στο νερό, για να μην έχει να φορέσει μα εκείνος δανείστηκε από κουμπάρο ένα ζευγάρι. Κι εκείνο το άλλο, που η νόνα ντύθηκε μασκαρούλα και πήγε και τον βρήκε και τον σταύρωνε όλη νύχτα χωρίς να του λέει ποια είναι. Δεν ξέραμε αν ήταν αλήθεια αλλά γελάγαμε πάντα όταν τα έλεγε.



Όταν ήμασταν παιδιά, φοράγαμε τις μορέτες μας και βγαίναμε βόλτες από σπίτι σε σπίτι, στη γειτονιά. Μασκαράτα. Τώρα πια, οι μορέτες μόνιμα φορεμένες ανάλογα με την περίσταση και το πώς πρέπει της ζωής. Δεν έχει γούστο το Καρναβάλι πια. Και τι να ντυθείς άλλωστε;  Ίσως «άνθρωπος!» που λέγαμε, παιδιά…

(To κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο ένθετο ΣΤΙΓΜΕΣ, της εφημερίδας "ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ", την Παρασκευή 4/3/2016.)

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Όνειρο, η έξοδος τσι Αγορές! (Το έγλεπα το όνειρο το έγλεπα το θάμα!)

Άκου να σε χαρώ ένα όνειρο που έγλεπα εψές!

Εκαθόμουνα λέει και θάμαζα τη μπελέτσα μου σε έναν καθρέφτη και σ' ένα καιρό ακούω φασαρία όξω στη μπασία. Κοζάρω από το παρεθύρι και γλέπω το σέμπρο μας μ' έναν βαστάζο που έφερνε  νοβιτά. "Ετοιμαστείτε, θα βγουμε όξω, τσι Αγορές!", έλεε.

Κάνω έτσι, ανοίγω το παρεθύρι, τσι ρωτάω:"Ορέ βεραμέντε θα βγουμε ή μπαρτζολετάρεις;". "Μα τ' Άγιο Λείψανο, ναίσκε Κυρά μου! Όρντινα του Πρεβεδούρου να ετοιμαστούμε ούλοι μας!", μου λέει εκειός, ο βαστάζος και πως να μην τον αφιδευτώ, με τέτοιο όρκο; Να χαρείς!

Φωνάζω τση Πηγής, τση δούλας μου, τση δίνω και ρεγάλο να τσι πάει για τη νοβιτά, βεραμέντε, δελέγκου και μετά ευτούνοι, πάνε καλιά τσους κι η Πηγούλα που τον αγάπαε τον βαστάζο τσι φώναζε: "Μπαμπάκια η ρούγα σας!".

Έρχεται απάνου  η Πηγή, τηνε βάνω με πλένει, με σενιάρει, φωνάζει και τον Άντζουλο να ετοιμάσει τη λεντίκα μου, να βγω κι εγώ στον Πλατύφορο για τσι αγορές.

Σ' ένα καιρό, ξεκινάμε με τσι λεντίκες και από τα άλλα αρχοντικά το γύρω και επηγαίναμε στο Φόρο. Κάνω έτσι να σιάξω τα βελέσια μου, να 'μαι σεστάδα, τι να ειδώ; Ξεκουρβουλωμάρα! Δεν εφόρια παπούτσια, εφόρια κάτι κλαρόνια τρούπια! Κόβω ένα σάρτο όξω από τη λεντικά και μπαίνω σε μία καντουνάδα αλλά δεν ημπόρια να τρέξω με τα κλαρόνια!

Και να 'ναι, τσι παραθύρες κόσμος και να γελάει μ' εμένανε που έτρεχα μήτε μουρλή να πάω στο αρχοντικό μου και να με κογιονάρουνε! Από ένα δίπατο μου 'ρθε και καθικιά μες στα μούτρα κι από ένα άλλο, μου κάμανε το βελέσι μουσκίδια, με μπροκολόζουμο. Κι όλο εγελάγανε με το κάζο μου!

Φτάνω με τα πολλά στο αρχοντικό να βρω την Πηγή να τηνε τσουρομαδήσω που μ' άφηκε και βγήκα όξω με τα κλαρόνια τσης. Πουθενά η βουρλισμένη, εκρυβότουνα! Τηνε βρίσκω στο κατώι, κρυμμένη, πάω να τση δώκω χαρμπετία, "Μη με βαρείς Κυρά μου, να χαρείς ό,τι αγαπάς!", μου λέει το έρμο θυληκό και τηνε λυπήθηκα γιατί είμαι και πονετικιά κι ευτούνη κομμάτι σενσάδα,  ο διάσκαντζος! 
 Έδωκα τόπο τση οργής μου και πισωπλάτησα να πάω στην κάμαρά μου κι εκείνη τη στιγμή, ακούω την Πηγούλα  με ατζάρντο: "Κυρά μου, ήθελες άστε ντουε να βγεις τσι αγορές και δεν εγνοιάστηκες αν είσαι ποδεμένη μήτε αν είναι η νοβιτά βέρα ή σε κογιονάρουνε ο σέμπρος και ο βαστάζος...". Κι έδε κει εκατάλαβα την πάρτε που μου εκάμανε, σέμπρος, βαστάζος και μην το γελάς, ακόμα κι εκειός ο ίδιος ο Πρεβεδούρος!

"Α μόντε!" εφώναξα και ξύπνησα από το σκόρσο! Κι όποιος νογάει  και είναι γκιούστος, τονε παρακαλώ να μου το εξηγήσει τ' όνειρο! Γιατί, μεγάλη σύγχηση έλαβα και με ζώνουνε τα φίδια μην πα' και μου βγει!

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

Του Αυγούστου

 
 
Πρωί, πρωί με την τσίμπλα στο μάτι -κυριολεκτικά- είπα "έχω όρεξη να γράψω κάτι σήμερα". Από που πηγάζει η όρεξη, δεν ξέρω να σας πω. Κουρασμένη είμαι κι ετούτος ο αργόσυρτος Αύγουστος έχει βγάλει την πίστη σ' εμένα και σχεδόν σε όλους όσους γνωρίζω, εδώ στο νησί.
Περίεργος ο Αύγουστος, περίεργο καλοκαίρι. Κόσμος, χαμός! Από τη μία να λέμε "ευτυχώς που δουλεύουμε, που δουλεύουν οι επιχειρήσεις του τουρισμού, να μπορέσουμε να βγάλουμε τις υποχρεώσεις του χειμώνα" κι από την άλλη, η ανελέητη κάψα και η πέρα από κάθε υποψία κούραση, να μας γονατίζει. Κολλημένος πάνω από ένα μήνα στο ίδιο σημείο ο καιρός, με υπέρ δυνατή κόλλα στιγμής. Τουλάχιστον οι νύχτες στο βουνό, περνάνε δίχως να ιδρώσουμε.
Όλοι περιμένουμε "του Αγίου", να σηματοδοτήσει το ξελάφρωμα του νησιού από τον υπερβολικό κόσμο και να γίνει η δουλειά κάπως πιο ανθρωπινή, κάπως πιο εύκολη. Για άλλους βέβαια, σημαίνει την αρχή άλλων, νέων προβλημάτων αν δεν έχουν δουλέψει καλά ως τώρα και για τους μικρούς, το καμπανάκι πως όπου να 'ναι επιστρέφουν στα θρανία.
Αργόσυρτος ο Αύγουστος μα παρ' όλα αυτά, μου φεύγει σχεδόν, μέσα από τα χέρια. Ούτε μπάνια ιδιαίτερα, ούτε βόλτες, ούτε παρέες. Τρέξιμο, τρέξιμο, τρέξιμο! Και πάλι, όλα να μην τα προλαβαίνω. Ούτε δυο γραμμές δεν έγραψα για τα γενέθλια του μικρού μας, που έγινε δέκα ετών. Κάθε χρόνο κάτι του γράφω. Εφέτος, λέξη. Βέβαια, ενοχή δεν φορτώνομαι μιας και του δίνω από μέσα μου ό,τι καλύτερο και περισσότερο μπορώ. Δεν του λείπει το "γραφτό" μου! Ποτέ δεν του έλειψε ή δεν το αναζήτησε κι η αλήθεια είναι πως ό,τι έχω γράψει κατά καιρούς για τα παιδιά μου, είναι για να καλύψω τη δική μου την ανάγκη να εκφράσω, να επικοινωνήσω τη δική μου σκέψη και το δικό μου συναίσθημα, σε σχέση με αυτά. Όχι, τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από αυτό, έχουν ανάγκη από ουσιαστικό χρόνο που περνάω μαζί τους. Και αισθάνομαι τυχερή, που μπορώ να το κάνω!
Μια φορά μόνο, ο μικρός μας μου ζήτησε να του γράψω ένα παραμύθι με γίγαντες. Πριν 4 χρόνια ήταν. Το ξεκίνησα, με έβαλε να του διαβάσω τι είχα γράψει, δεν του άρεσε πολύ, μου είπε να το αλλάξω. Το παράτησα. Ούτε το άλλαξα ούτε το τελείωσα. Γι' αυτό, ίσως να νοιώθω μια μικρή ενοχή αλλά επινοώ πολλά παραμύθια σχεδόν καθημερινά και ένα σωρό ιστορίες για να τα ηρεμώ και να τα κρατάω λίγο φρόνιμα. Και πάντα με ακούνε με προσοχή, τους αρέσουν πολύ και δείχνουν να τα απολαμβάνουν. Μόνο που να, ο μικρός δεκάχρονος, έχει αρχίσει πια να εκλογικεύει τα πράγματα και όταν λέω για φτερωτά πλοία και σύννεφα με παντελόνια -εις μνήμην Μαγιακόφσκι- γελάει και μου κάνει συνωμοτικά νεύματα πως  δήθεν συνεργαζόμαστε για να "ξεγελάσουμε" την μικρή αδερφή του. Κι εγώ βέβαια, επιστρέφω τα συνωμοτικά νεύματα ώστε να γίνουμε "συνένοχοι" στο κόλπο. Και είμαστε όλοι ευχαριστημένοι!
Μακάρι με τα κόλπα, τις ιστορίες και τα συνωμοτικά νεύματα και βλέμματα να γινόντουσαν και όλες οι δουλειές του σπιτιού που συσσωρεύονται και απλά περιμένουν πότε θα βρω το χρόνο να τις τακτοποιήσω! Αλλά τέτοια μαγικά δεν γίνονται, παρά μόνο στο σινεμά. Τώρα, μπορεί να φταίει που ποτέ μου δεν κατάφερα να πω σωστά το "Supercalifragilisticexpialidocious". Μη νομίζετε, και τώρα copy-paste το έκανα από το google.

Και καλά ο κόσμος, η κάψα, οι δουλειές... Το άγχος; Που το πας το άγχος; Μόνο οι κυνηγοί δεν έχουν άγχος! Ναι, διαπιστωμένα αλλιώς πως να εξηγήσω την οδηγική τους συμπεριφορά; Κάθε πρωί για να πάω στη δουλειά μου κατεβαίνω από το βουνό, πηγαίνω τη μικρή στον παιδικό σταθμό και μετά στο γραφείο. Τις τελευταίες μέρες που ξεκίνησαν οι κυνηγοί τις εξορμήσεις στα ορεινά του νησιού, περνάω μαρτύριο! Ο κυνηγός έχει συνήθως όχημα 4X4, που διαθέτει κουτί για τα κυνηγόσκυλα πίσω και που στις περισσότερες περιπτώσεις, κρύβει και τα στοπ και τα φλας με αποτέλεσμα να μην έχεις καμία προειδοποίηση εσύ που ακολουθείς, για την πρόθεση του οδηγού.

Ο κυνηγός πάει με 20, 30 χιλιόμετρα/την ώρα, το ανώτερο. Δεν βιάζεται. Έχει μάθει από το καρτέρι. Σηκώνεται αχάραγο και πάει στο βουνό και εκείνη την ώρα που πηγαίνει ο περισσότερος κόσμος στις δουλειές του, επιστρέφει στο σπίτι του. Δεν βιάζεται. Κοιτάει δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω, οπουδήποτε. Ο δρόμος όλο στροφές και στενός, δυνατότητα προσπέρασης σε ελάχιστα σημεία αλλά και την ώρα που πάω να τον προσπεράσω, κάτι παρατηρεί από την άλλη μεριά -δεν κοιτάει ποτέ καθρέφτη, δεν ξέρει ότι ακολουθώ- οδηγεί μες στη μέση του δρόμου, οπότε υπαναχωρώ, για να μη θέσω σε κίνδυνο το παιδί μου κι εμένα.
Δεν τα βάζω με τους κυνηγούς. Έχω μεγαλώσει σε οικογένεια κυνηγών. Ο πατέρας μου είναι ένας από αυτούς και ξέρω πόσο αγαπάει και σέβεται τη φύση. Δεν τους τσουβαλιάζω όλους ούτε τους χαρακτηρίζω φονιάδες κ.λ.π. χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι όλοι τους σωστοί. Οι περισσότεροι, νεοζακυνθινοί κυνηγοί, είναι παλιοπράματα. Τα βάζω όμως με τον κυνηγό-οδηγό. Αυτόν που γυρνάει από το χόμπι του στο σπίτι του, την ώρα που  πηγαίνω στη δουλειά μου και όσο να 'ναι βιάζομαι. Είναι πολύ αναίσθητος και μάλλον τον ζηλεύω λίγο...
Είναι και οι κουβέντες του Αυγούστου κουραστικές. Πολύς κόσμος, πολλές κουβέντες. Όλοι κάτι έχουν να πουν: Από την ελληνική "διανόηση", στους τοπικούς δημοσιογραφίσκους και από τα μεγαλοκάναλα στις γιαγάδες στις γειτονιές που μαλώνουν για τα σαπουνόνερα από τις μπουγάδες που πέφτουν στις αυλές. Ναι, αυτά τα τελευταία γίνονται ακόμα, μα την αλήθεια!
Αθάνατε Έλληνα, Νεοέλληνα! Όλα τα ξέρουμε, όλα τα σχολιάζουμε, όλα τα κρίνουμε. Ελευθερία λόγου, βεβαίως! Δημοκρατία, βεβαίως! Μόνο στη σάχλα μας όμως υπάρχει ελευθερία λόγου πραγματική και δημοκρατία. Και κουτσομπολιό και συκοφαντία και ό,τι θες! Και σπάνια μια δόση λογικής, πριν ανοίξουμε τα στόματά μας και κατηγορήσουμε-κρίνουμε-βρίσουμε-δικάσουμε. Και κανένας σεβασμός στο συνάνθρωπο, τον γείτονα που ακούς το βράδυ ως και το ροχαλητό του, τόσα κοντά που είναι τα σπίτια.
Γεμίσαμε όμως τα θέατρα στα θερινά θεάματα. Συναυλίες, παραστάσεις, όλα τα είδαμε και θα δούμε κι άλλα αν και το "μπούγιο" πέρασε. Και χειροκρότημα! Πολύ χειροκρότημα! Η χαρά του καλλιτέχνη! Παίζεται το έργο και με το που βγαίνει στη σκηνή ο πρωταγωνιστής/φίλος/γνωστός/ωραίος-α που θέλουμε, δώστου χειροκρότημα! Κρατηθείτε βρε παιδιά, είναι κι άλλοι συντελεστές και περιμένουν στο τέλος την επιδοκιμασία μας! Βασταχτείτε λίγο ν' ακούσουμε το έργο! Δείξτε λίγη παιδεία! Στο Φιόρο του Λεβάντε είμαστε, που κάποτε ήταν κέντρο πολιτισμού. Κάποτε, κάποτε... 60 χρόνια συμπληρώθηκαν από τη σεισμοπυρκαγιά του 1953 και είναι λες σαν  αυτή να κατέστρεψε ό,τι σπόρο πολιτισμού είχαμε φυτεμένο τα προηγούμενα χρόνια. Βέβαια και απάνω στα χαλάσματα, κάτι λίγα καταφέρανε και ευδοκίμησαν, να γράφω την αλήθεια μα, για πόσο θα βγάζουνε καρπούς;
Θα δείξει. Για όλα θα δείξει! Αισιόδοξη δεν είμαι, στην παρούσα φάση αν και πάντα με διακατείχε η αισιοδοξία. Αισιόδοξη δεν είμαι κι ας έχει και Πανσέληνο απόψε. Μια υποψία ελπίδας όμως μέσα μου, την έχω. Κι όσο μπορώ, θα την κρατάω ζωντανή! Τ' ορκίζομαι στον Άγιο!

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Ευχαριστίες, πολλές ευχαριστίες!

Τον περασμένο Σεπτέμβριο, κουβεντιάζαμε με τον φίλο μου Μ. (δεινό μπλόγκερ), ότι πια δεν υπάρχει διάθεση για πόστα είτε χιουμοριστικά είτε κοινωνικοπολιτικά. Είναι τόσο ραγδαίες οι εξελίξεις γύρω μας που ό,τι κι αν γράψει κανείς, θα είναι λίγο, άκαιρο, μάταιο ακόμα και άσκοπο. Επιπροσθέτως, υπάρχουν δεκάδες μπλογκ που σχολιάζουν την επικαιρότητα έγκυρα και άκυρα. Αν και διαφωνώ με την ουσία της διαπίστωσης αυτής -στις πιο δύσκολες στιγμές της ανθρωπότητας παγκοσμίως, έχουν προκύψει τα μεγαλύτερα έργα τέχνης- πράγματι ούτε κι εγώ έχω καμία διάθεση να γράψω κάτι ή τουλάχιστον, να εκθέσω δημόσια κάποιο γραπτό μου. Ούτε πιστεύω ότι λείπω "συγγραφικά" σε κανέναν. Κι έτσι, το μπλογκ ετούτο παραμένει σε στάση αναμονής αλλά ουσιαστικά, ανενεργό και περιμένει στωικά να προκύψει κάποιο οικογενειακό -συνήθως- γεγονός για να ζωντανέψει και πάλι, για λίγες μέρες.

Αυτή τη φορά λοιπόν, την αφορμή  έδωσε η βάπτιση της μικρής μας "Ελευθερίας" που έγινε την περασμένη Κυριακή 28/10. Και μέσα από αυτό το πόστο, δε θέλω απλά και μόνο να περιγράψω τι καλά που περάσαμε και πόσο συγκινηθήκαμε -πράγματα δεδομένα-  κι άλλα τέτοια κλασσικά, εικονογραφημένα. Θέλω κυρίως να πω - γράψω: ευχαριστώ σε όλους όσοι με τον τρόπο τους συνέβαλλαν σε αυτή την μικρή γιορτή που ετοιμάσαμε για τη θεγατέρα μας! Άνθρωποι που κάποιοι είναι φίλοι και επιβεβαίωσαν την αξία της φιλίας αλλά και απλοί γνωστοί που μοιράστηκαν την επιθυμία αλλά και την αγωνία μας, η γιορτή αυτή να είναι πραγματικά όμορφη!

Γενικότερα, δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στην εποχή που ζούμε και στις μεγάλες αλλαγές που βιώνουμε αλλά έχω μια εντύπωση πως μάλλον έχουμε γίνει λίγο πιο αλληλέγγυοι μεταξύ μας και λίγο πιο δεκτικοί στην παροχή βοήθειας, για ό,τι μπορεί να αφορά αυτή. Λίγο πιο "ανθρώπινοι", που έλεγε και η νόννα μου. Τουλάχιστον εγώ αυτό διαπίστωσα το τελευταίο διάστημα μέσα από τις προετοιμασίες για τη βάπτιση αυτή. Φυσικά ήταν και μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να διαπιστώσω σε ποιον πραγματικά μπορώ να υπολογίζω και σε ποιον όχι. Σύμφωνα με τα λόγια ενός καθηγητή μου στη σχολή, "στη λύπη σου θα βρεις πολλούς να "κλάψουν" με το πάθημά σου. Πόσοι όμως πραγματικά θα χαρούν με τη χαρά σου;". Είναι αλήθεια πως άνθρωποι στων οποίων τη βοήθεια υπολόγιζα ήταν απόντες από τη διαδικασία ή ανεπαρκείς, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Άνθρωποι πάντως που δεν σκεφτόμουν ότι θα χρειαζόμουν τη βοήθειά τους, ανταποκρίθηκαν με χαρά και εκτίμηση όταν τους τη ζήτησα κι αυτό είναι εξίσου συγκινητικό με το ίδιο το γεγονός! Γι' αυτό νοιώθω έντονα την ανάγκη να γράψω ευχαριστίες, σε δημόσια θέα!


Το θέμα της βάπτισής της μικρής μας, ήταν η μουσική μιας και της αρέσει να  χορεύει και να τραγουδάει συνεχώς! Έτσι, η Μάρθα από τον Όμορφο Κόσμο, μας πρότεινε να κάνουμε για μπομπονιέρα ένα cd. To cd αυτό περιλαμβάνει, ένα δικό μου κείμενο που το ηχογραφήσαμε με τη βοήθεια των ανθρώπων και φίλων του Στίγμα Radio και τους ευχαριστώ όλους από καρδιάς για τη βοήθεια να υλοποιήσω αυτό που είχα στο μυαλό μου! Ευχαριστώ και τον Γιώργο στο Μουσικό Μαγαζί που έφτιαξε το cd με τις μουσικές επιλογές μας.

Ευχαριστώ επίσης πολύ, τον αγαπητό "Δύ-στιχο" για τους υπέροχους στίχους που έγραψε για την Ελευθερία μας και το Σπύρο Λιβέρη, τον μουσικό από τον Άι Λιό που έντυσε τους στίχους με τη μουσική του κι έτσι προέκυψε "Το Τραγούδι της Ελευθερίας". Ιδού  οι στίχοι:

Τ’ Απρίλη πουλάκι,
της άνοιξης κόρη,
για σε κανταδόροι,
εγίναμ’ εμείς.

Χορό νύχτα-μέρα,
ποτέ δεν λιγώνεις,
παντού σκαρφαλώνεις
και δεν ηρεμείς.

Σαν τούρτουλας τρέχεις,
τα πάντα σκορπίζεις,
στον «Πύλο» χαρίζεις
αγάπη, φιλιά.

Τσινιόζα κομμάτι,
μα και μαλαγάνα,
μπαμπά πάρε πάνα
και μια αγκαλιά.

Να είν’ η ζωή σου
γλυκιά μελωδία,
και «Ελευθερία»
να λες δυνατά.

Να λέν’ τ’ όνομά σου,
χωρίς «σουτ» και «σώπα»,
χωρίς άλλα «κόλπα»,
απλά, θαρρετά.



Ευχαριστώ πολύ τη μαμά που έραψε τα υπέροχα ρούχα και κέντησε όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα. Ευχαριστώ και τη θεία Γωγώ που έβαλε κι αυτή το χεράκι της και την πείρα της στο ράψιμο του ρούχου. Μεγάλο ευχαριστώ και στην αδερφή μου, που μου έδωσε τη χαρά να γίνει ανάδοχος της μικρής μας Ελευθερίας. Ελπίζω κι εύχομαι να είναι πάντα άξια και ουσιαστική νονά! Θερμές ευχαριστίες και  για την Κική, που στη Μικρή Κουζίνα της, ετοίμασε μεγάλα γλυκά! Ιδιαίτερα τα "μουσικά μπισκότα" , μας άφησαν άφωνους όλους! Ευχαριστώ και τη θεία Σούλα για τη βοήθειά της. Και την αγαπημένη μου Αγγελική που με συμβούλεψε πως να διαβάσω το κείμενο! Ευχαριστώ και τον Κώστα για τη φωτογράφηση που αν και ερασιτέχνης, έβγαλε εξαιρετικές φωτογραφίες! Ευχαριστώ και όλους όσοι ήρθαν στην βάπτιση και μας τίμησαν με την παρουσία τους.  Ειδικά ευχαριστώ όλους όσοι χάρηκαν πραγματικά με τη χαρά μας και είχαν ένα καλό λόγο να πουν για εμάς! Ευχαριστώ και το φίλο Μ.  που τα παράτησε όλα σύξυλα και ήρθε κοντά μας. Ευχαριστώ και τον φίλο του φίλου, Σ. για τα φοβερά τσίπουρα! Ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ οποιονδήποτε βοήθησε με τον οποιονδήποτε τρόπο!

Επιτρέψτε μου κι ένα ιδιαίτερο ευχαριστώ για έναν ιδιαίτερο άνθρωπο, που μας έκανε την τιμή να βαπτίσει την μικρή μας Ελευθερία. Τον Αρχιμανδρίτη Διονύσιο Λυκογιάννη. Ανεξάρτητα από το πόσο πιστός είναι ο καθένας από εμάς, μας έκανε πραγματικά να νοιώσουμε το Μυστήριο με όλο μας το Είναι και αυτό νομίζω είναι ένα μεγάλο ζητούμενο. Τον ευχαριστώ ιδιαιτέρως και για την αγάπη και την εκτίμηση που σε κάθε ευκαιρία, δείχνει στην οικογένειά μας.

Ευχαριστώ και όποιον κατάφερε να διαβάσει αυτό το κείμενο. Κι αν κάποιον ξέχασα να αναφέρω προσωπικά, ας με συγχωρέσει. Ευχαριστώ και την Τύχη μου, που είναι τόσο απλόχερη μαζί μου και χάρισε σε εμένα και το σύντροφό μου, αυτά τα δύο υπέροχα πλάσματα, τα παιδιά μας.

Ελπίζω κι εύχομαι, η μικρή μας Ελευθερία να είναι γερή και δυνατή και να έχει πάντα γύρω της ανθρώπους που θα την αγαπούν αληθινά, με ανιδιοτέλεια και θα είναι έτοιμοι να τη βοηθήσουν και να τη στηρίξουν όποτε χρειαστεί. Ελπίζω κι εύχομαι, ακόμα μια φορά, το όνομά της να μπορεί πάντα να ειπωθεί μεγαλόφωνα. Χωρίς φόβο... αλλά με πάθος!
 
 

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Αμφιθυμική ταλαιπωρία... τση κρίσης!


Πριν δυο χρόνια περίπου, όταν η το θέμα "κρίση" είχε μπει για τα καλά στις καθημερινές συζητήσεις όλων μας, ήμουν ήδη πεπεισμένη ότι η κρίση αυτή είναι πρώτα από όλα κοινωνική. Το οικονομικό κομμάτι, για εμένα είναι απλά μια συνέπεια αλλά είναι αυτό που "πονάει" βέβαια περισσότερο, όλους μας - ή σχεδόν όλους.

Βλέπετε, τα τελευταία 30 χρόνια περίπου, ζώντας οι περισσότεροι μέσα σε μια  επίπλαστη ευμάρεια, μπορεί να βρίσκαμε kitsch συμπεριφορές και πρόσωπα - όπως τον απαίδευτο γείτονα που χάλαγε χιλιάδες ευρώ στα μπουζούκια κάθε βράδυ- αλλά ουσιαστικά, δεν μας ενοχλούσε και δεν μας προβλημάτιζε σε βαθμό τέτοιο ώστε να προβλέψουμε με μια κάποια σιγουριά, το τι θα επακολουθούσε και πόσο γρήγορα θα ζούσαμε στο πετσί μας, τις συνέπειες της όλης κατάστασης. Αντιθέτως, συμμετείχαμε κι εμείς με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.


Στην πραγματικότητα, συμμετείχαμε σε ένα καλοφτιαγμένο σχέδιο που σκοπό είχε την πλήρη εξαθλίωση του κοινωνικού ιστού, ξεκινώντας από την έλλειψη παιδείας -σε όλα τα επίπεδα- και δημιουργώντας σιγά, σιγά και μεθοδικά τέλειους πελάτες του συστήματος.


Βέβαια, όλα αυτά δεν χρειάζεται να τα γράψω και να τα αναλύσω εγώ. Σίγουρα, κάποιοι από εσάς, τουλάχιστον, και τα ξέρετε και τα έχετε διαπιστώσει και εν πάση περίπτωση τα ακούτε ή τα διαβάζετε καθημερινά.


Την αφορμή για να γράψω αυτές τις σκέψεις, που μέχρι στιγμής ποτέ πριν δεν εξέφρασα μέσα από το blog, μου την έδωσαν δυο κυρίως γεγονότα, που είχαμε την "τύχη" να ζήσουμε οι ζακυνθινοί εδώ στο νησί μας, τις τελευταίες μέρες. Το ένα είναι ο θάνατος του 32χρονου, στο Ναυάγιο και το άλλο, η λεηλασία και ο εμπρησμός του θερινού κινηματογράφου "Χρήστος Νέγκας".


Το κάθε ένα από αυτά τα γεγονότα, για διαφορετικούς λόγους -σε πρώτη ανάγνωση- επιβεβαιώνουν περίτρανα, δυστυχώς, αυτή την τόσο βαθιά κοινωνική κρίση. Κρίση αξιών, θεσμών, ηθών. Κρίση πολιτισμική. Και γιατί στην πρώτη περίπτωση, το κράτος απέδειξε ξανά την ανικανότητά του να γλιτώσει τη ζωή ενός ανθρώπου που επί 4 ώρες κρεμόταν πάνω από το Ναυάγιο, αβοήθητος αλλά και γιατί κάποιοι μπαίνουν στη διαδικασία να κλέψουν και να καταστρέψουν, τον μοναδικό θερινό κινηματογράφο του νησιού. Λες και τούτος ο τόπος είναι γεμάτος από θεάματα και δραστηριότητες!


Η έξαρση της βίας και της εγκληματικότητας, δεν θεωρώ πως είναι η αιτία του κακού και για την καταστροφή του θερινού σινεμά. Η αιτία, νομίζω, είμαστε εμείς και η ανοχή μας σε πράγματα και καταστάσεις. Το αυτό ισχύει και για το δυστύχημα στο Ναυάγιο, για το οποίο, μέχρι στιγμής, δεν έχει παραιτηθεί κανείς από τους υπεύθυνους της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για παράδειγμα, που είχε την υποχρέωση να σώσει τον άνθρωπο. Κατά τα άλλα, κάποιοι κόπτονται για την ραγδαία πτώση του τουρισμού στο νησί και την αποδίδουν καθαρά στην "πολιτική αστάθεια" που δημιουργεί η άνοδος της αριστεράς.


Και όσο κι αν θέλω να αποφύγω να γίνω μελό και πάλι, ε δεν μπορώ να μη στενοχωρηθώ για την έλλειψη του θερινού σινεμά ούτε να μην ανακαλέσω στη μνήμη μου, τα παιδικά χρόνια που πήγαινα με την κολλητή μου στο "Λουξ" και βλέπαμε ό,τι βλακεία προβάλλονταν τα καλοκαίρια του '80. Δεν μπορώ να ξεχάσω ούτε τα "ξένα" που βλέπαμε με τον παππού και τη γιαγιά και έπρεπε να τους διαβάζω τους υπότιτλους, γιατί δεν έβλεπαν ή δεν προλάβαιναν να διαβάσουν. Βέβαια κάπου εκεί, μέσα από αυτά που βλέπαμε τότε, είχε αρχίσει ήδη να "σαπίζει" η κατάσταση. Μόνο που τότε δεν το καταλαβαίναμε και η σαπίλα καλύπτονταν πλήρως από τη μυρωδιά του γιασεμιού και του ψημμένου ηλιόσπορου.

Και με την μυρωδιά αυτή, στο μυαλό και στην ψυχή, θα πάω στην κάλπη την Κυριακή. Με την ελπίδα, πως μπορεί κάτι να αλλάξει σε τούτη την κακομοίρα τη Ζακυνθούλα (και όχι μόνο), που έχει καταντήσει χειρότερη και από ρουμπί, που έλεγε κι η νόνα Αγγέλικα...

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Τα Πάσχα της ζωής μου!



Από μικρό παιδί έχω συνδυάσει στο μυαλό μου την περίοδο του Πάσχα, με την διέγερση των αισθήσεων. Όλων των αισθήσεων! Γεύση, όσφρηση, όραση, ακοή ακόμα και αφή δουλεύουν πυρετωδώς αλλά... και μία παραπάνω που ούτε έχει όνομα ούτε και περιγράφεται. Μόνο τη νοιώθει κανείς! Και όχι άδικα! Η φύση στα φόρτε της γιομάτη χρώματα κι αρώματα. Από την άλλη τα ιδιαίτερα εδέσματα των ημερών του Πάσχα, οι θρησκευτικές συνήθειες, οι ψαλμωδίες σε αρμονία με όλα τα παραπάνω.

Μπορεί να γίνομαι υπερβολική αλλά δεν έχω λόγο και να μην γίνω αφού η Άνοιξη είναι η αγαπημένη μου εποχή.
Όλος αυτός ο συμβολισμός του Πάσχα, της Αναγέννησης της Φύσης αλλά και της προσωπικής αναγέννησης του καθενός μας, ακόμα και η "αυτοκάθαρση" που μπορεί να προκύπτει σε κάποιον, μέσα από ήθη, έθιμα αλλά και εντελώς φυσικές διαδικασίες, μπορεί να φαίνονται εντελώς απλά και καθημερινά αλλά στην ουσία, είναι εξαιρετικά σημαντικά και ζωτικής σημασίας για κάθε άνθρωπο!

Σε καμία περίπτωση όμως, δεν θέλω να κουράσω με αναλύσεις επί αναλύσεων για τη σημασία όλων των παραπάνω. Ο καθένας από εμάς ξέρει καλά το πως νοιώθει και το πως βιώνει την περίοδο του Πάσχα, είτε είναι «πιστός» είτε είναι «άπιστος». Θέλω όμως να κουράσω λίγο με τα Πάσχα των παιδικών και εφηβικών
μου χρόνων, που για κάποιο λόγο, ήταν πιο όμορφα από αυτά των τελευταίων χρόνων.

Πρώτα απ' όλα, εκείνες οι Πασχαλιές διαδραματίζονταν εξ' ολοκλήρου στο σπίτι των νόνων στο Ψήλωμα. Κάτι που τα τελευταία χρόνια δεν ισχύει αφού δεν ζουν πια. Υπήρχε ένα ολόκληρο τελετουργικό, που δεν περιοριζόταν απλά και μόνο στις μέρες του
Μεγαλοβδόμαδου. Ξεκινούσε από την Καθαρή Δευτέρα. Η νόνα μου πήγαινε κάθε Παρασκευή απόγιομα στους Χαιρετισμούς. Στο δημοτικό, κάποια από τα εγγόνια ακολουθούσαμε, μετά βρίσκαμε διάφορες προφάσεις για να το αποφεύγουμε. Τη μία είχαμε φροντιστήριο, την άλλη γράφαμε διαγώνισμα κι είχαμε διάβασμα, ώσπου το πήρε απόφαση και δεν μας το μελέταγε καν.

Την Κυριακή των Βαΐων -Βαγιώνε- θα τρώγαμε όλοι μαζί ψάρι -όσοι δεν νήστευαν- με αλιάδα, χτυπημένη στο μεγάλο μουρτάρι της νόνας. Από όλα τα χέρια, μικρών και μεγάλων, θα πέρναγε το ξύλινο μουρταρόχερο, έστω για 3-4 χτυπήματα. Εμείς τα μικρά, συναγωνιζόμασταν το ένα τ' άλλο για το ποιο θα κατάφερνε να κοπανίσει το μείγμα περισσότερη ώρα. Θυμάμαι ακόμα να πονάει το χέρι μου αλλά να μην το βάζω κάτω, σφίγγοντας τα δόντια για να μην δείξω σε κανέναν ότι κουράστηκα. Το ίδιο βέβαια κάνανε όλα τα εγγόνια ενώ οι μεγάλοι παρακολουθούσαν διακριτικά και κρυφογέλαγαν. Συχνά με γλίτωνε ο πατέρας μου που ερχόταν με σηκωμένα τα μανίκια, δήθεν λίγο θυμωμένος και έλεγε: "Για δώσε μου εδώ εμένα να τελειώνουμε σήμερα, γιατί εσείς παίζετε και δεν πρόκειται να φάμε σήμερο!" κι όταν η νόνα έδινε την έγκρισή της μετά από τον τυπικό έλεγχο ότι η αλιάδα ήταν κόρδα, τότε το μουρταρόχερο σώπαινε κι άρχιζε το φαγοπότι.

Κι έπειτα Μεγαλοβδόμαδο.

«Μεγάλη Δευτέρα, μεγάλη μαχαίρα», έλεγε το πρωί ο νόνος κι έφευγε για το χασάπικό του, στον Άγιο Παύλο. Όσοι είχαν απομείνει από την οικογένεια που δεν νήστευαν, άρχιζαν τη νηστεία κι όσοι είχαν ήδη αρχίσει, έκοβαν και το λάδι. Η νόνα μου δεν έστρωνε τίποτα στο σπίτι: ούτε τραπεζομάντηλο στο τραπέζι, ούτε ασπροκέντια πουθενά, μέχρι το Μεγάλο Σαββάτο.

«Μεγάλη Τρίτη, ο Χριστός εκρίθη», συνέχιζε ο νόνος κι ήταν ημέρα συγκέντρωσης της οικογένειας στο πατρικό για να κανονιστούν τα ψώνια και οι δουλειές. Όλοι αναλάμβαναν κάτι να κάνουν, κάπως να συμβάλλουν στις προετοιμασίες για το μεγάλο γεγονός: την Ανάσταση.

«Μεγάλη Τετάρτη, ο Χριστός εχάθη». Ο νόνος είχε πλέον κανονίσει με τους τσοπάνηδες τα ζωντανά που θα σφάζανε σύμφωνα με τις παραγγελίες. Εμείς όλοι τρέχαμε για τα ψώνια για όλα τα χρειαζούμενα και η νόνα όπως κάθε μέρα του Μεγαλοβδόμαδου στην εκκλησιά.

«Μεγάλη Πέμπτη, ο Χριστός ευρέθη» . Θα ακούγαμε το νόνο να λέει, όταν γυρίζαμε τα εγγόνια από την επίσημη λειτουργία της Μητρόπολης και του δείχναμε όλα στη σειρά το «χρυσό δοντάκι» μας. Η νόνα μας έδινε γάλα με φρυγανιές, γιατί το είχαμε στερηθεί λίγες μέρες και μας έλεγε: «Μικρά παιδία είσαστε εσείς, δεν έχετε αμαρτίες! Να πιείτε γάλα να σταλοθείτε!» Και όλη την ημέρα είχε την έννοια μην χτυπήσουμε και ματώσουμε, μην κλάψουμε, μην μας πέσει φαγητό από το στόμα χάμου, γιατί «δεν έκανε» αφού είχαμε μεταλάβει.

Η Μεγάλη Πέμπτη, ήταν πάντα η μέρα με τις περισσότερες δουλειές για τις γυναίκες της οικογένειας ανεξάρτητα από την ηλικία μας. Πράγμα που ισχύει ακόμα και σήμερα για τους περισσότερους Ζακυθινούς. Αμέσως μετά το πρωινό ξεκινάγαμε σαν καλολαδωμένη μηχανή που ξέρει καλά να κάνει τη δουλειά της, το ζύμωμα και το ψήσιμο των πασχαλινών κουλουριών. Παλεύαμε ποια θα κάμει την ωραιότερη πλεξίδα και το ωραιότερο στεφανάκι, όπως μας τα είχε δείξει η νόνα, που τα είχε ζυμώσει μαζί με τις θεγατέρες και τις νύφες της, μέσα στη σκάφη, για να χωράει τόσο πολύ αλεύρι. Όταν η μάνα μου ήταν μικρή, μου έχει πει πως πηγαίνανε και πέρνανε λαμαρίνες από το φούρνο, τις γεμίζανε με τα κουλούρια που είχαν πλάσει και τις πηγαίνανε πίσω για ψήσιμο. Δεν είχανε ηλεκτρική κουζίνα ακόμα, στο σπίτι τους.

Οπωσδήποτε θα βάφαμε τα αυγά κι αν είχε διάθεση η νόνα μάς μάθαινε να κάνουμε πάνω σχεδιάκια με φύλλα από μαϊντανό, σέλινο, αρμπαρόριζα, μάραθο κ.ά. Βάζαμε το φυλλαράκι πάνω στο αυγό, το τυλίγαμε σε ένα κομμάτι από καλσόν, για να μην φεύγει από πάνω του και το βουτάγαμε στη βαφή που ήταν κατά αποκλειστικότητα κόκκινη. Έτσι το αυγό έβαφε αλλά έμενε άβαφτο στο σημείο που ακουμπούσε το φύλλο, σχηματίζοντας ένα αποτύπωμα που άρεσε σε όλους.

Σημαντικό πολύ ήταν και το φαγητό της Μεγάλης Πέμπτης: Αγκινάρες γεμιστές με ρύζι και μπόλικο μάραθο, κοκκινιστές στη κατσαρόλα με μπίζι και κουκιά. Ώρες παιδευόταν η νόνα, με τη βοήθεια των θειάδων, για να γιομίσει αγκινάρες για όλους. Τις μέτραγε να βγαίνουν τουλάχιστον δύο για τον καθένα μας αλλά όσες και να ήταν, ποτέ δεν μας φαίνονταν αρκετές!

Και το βράδυ οπωσδήποτε τα Δώδεκα Ευαγγέλια.

«Μεγάλη Παρασκευή, ο Χριστός στο καρφί», έλεγε και πάλι ο νόνος και ήταν ημέρα πένθους. Η νόνα μου αν είχα κοιμηθεί εκεί αποβραδίς ή η μάνα μου, όπως σηκωνόμουν το πρωί, πριν προλάβω να φάω κάτι άλλο, μου έδινε λίγες σταγόνες ξύδι. Έλεγαν πως έτσι είχαν κάμει και οι σταυρωτές του Χριστού. Η μάνα μου μού το έκανε αυτό ακόμα και όταν ερχόμουν για τις διακοπές του Πάσχα, ως φοιτήτρια αλλά δεν παραπονέθηκα ποτέ γιατί καταλάβαινα το αντέτι.

Το μεσημέρι θα πηγαίναμε όλοι παρέα στο Σταυρό, στην πλατεία Σολωμού. Ακούγαμε τις μανάδες μας πάντα να λένε πως την ώρα που βγαίνει ο Σταυρός και ευλογεί ο Δεσπότης το πλήθος τυχαίνει να συννεφιάζει ο ουρανός ακόμα κι αν όλες τις προηγούμενες κι επόμενες ώρες, είχε λιακάδα. Υποστήριζαν πως ήταν ένα θεϊκό σημάδι ακόμα και γι’ αυτούς που δεν πίστευαν στα Θεία. Έτσι περιμέναμε κάθε χρόνο να δούμε αν θα επαληθευόταν αυτός ο «μύθος» και από όσο θυμάμαι, όντως επαληθευόταν!

Στο τραπέζι των νόνων, θα υπήρχαν νερόβραστες αγκινάρες, κουκιά και ψωμί. Τίποτε άλλο. Λάδι ούτε κατά διάνοια εκτός αν ήθελε κάποιο από τα μικρά παιδιά, για τα οποία επιτρεπόταν και το λάδι.

Το βράδυ πέφταμε όλα για ύπνο από νωρίς γιατί θα μας ξυπνούσαν στις 3.30 τη νύχτα να πάμε στην περιφορά του Επιταφίου, κάτι που το περιμέναμε όλοι πως και πως! Θα πίναμε και ζεστή σοκολάτα στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, θα χαζεύαμε τις «ταμπέλλες» στο Μουσείο, θα αγοράζαμε και το ματζέτο μας για το σπίτι και οπωσδήποτε θα σπάγαμε τη βίκα μας το πρωί, στην Πρώτη Ανάσταση. Πιο μεγάλα βέβαια, στο Λύκειο, δεν ακολουθούσαμε τους μεγάλους αλλά το άγριο ένστικτο του εφήβου, που μας οδηγούσε κατευθείαν σε όλα τα γνωστά μπαράκια του νησιού, μέχρι να βγει ο Επιτάφιος.

Όταν ήμαστε αγέννητα ακόμα, ο νόνος μου καθώς και όλοι οι μακελαραίοι στο Ζάντε, δεν έσφαζαν τίποτα όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα. Δεν επιτρεπόταν και για θρησκευτικούς αλλά και για πρακτικούς λόγους. Πήγαιναν στο σφαγείο μετά την περιφορά του Επιταφίου για τα αρνοκάτσικα αλλά και το μοσχάρι το οποίο ολόκληρο το κρέμαγαν αμέσως μετά την Πρώτη Ανάσταση, έξω από τα χασάπικα, στολισμένο με βαγιά – κάποιοι κρεμάνε το σφαχτό ακόμα και τα τελευταία χρόνια. Οι νοικοκυραίοι έσπευδαν τότε να ψωνίσουν τα χρειαζούμενα αλλά και να πάρουν το πρώτο κομμάτι του μοσχαριού, για καλή τύχη. Έτσι έχει μείνει και μέχρι σήμερα ο όρος «το Κομμάτι», που πλέον το λέμε λανθασμένα, αναφερόμενοι στην Πρώτη Ανάσταση που γίνεται γύρω στις 7 το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου όταν σπάμε και τις βίκες στην πλατεία του Αγίου Μάρκου.

«Μεγάλο Σαββάτο, χαρές γιομάτο», αναφωνούσαμε όλοι μαζί μικροί – μεγάλοι και ξεκινάγαμε τις προετοιμασίες για το τραπέζι της Ανάστασης. Ο νόνος μου έπλεκε τα σγατζέτα στην πίσω αυλή, με σηκωμένα τα μανίκια και το τσιγάρο στο στόμα. Συνήθως τον βοήθαγε κι η νόνα μου και όποιος άλλος βρισκόταν στο σπίτι εκείνη την ώρα και μετά την Ανάσταση στη Μητρόπολη, όλοι στο γιορτινό τραπέζι να φιρίρουμε με τον νόνο και να φάμε πρώτα απ’ όλα το φρέσκο χοιρομέρι που θα μας είχε ετοιμάσει. Η νόνα μου ποτέ δεν ερχόταν στην Ανάσταση μαζί μας. Καθόταν να ρίξει το αυγολέμονο στη μαγειρίτσα ώστε να είναι όλα έτοιμα όπως θα γυρνάγαμε εμείς πεινασμένοι, από την πλατεία. Ούτε κι ο νόνος ερχόταν, μας περίμενε στη θέση του στο τραπέζι. Από το ράδιο ακούγανε το «Χριστός Ανέστη».

Την Κυριακή του Πάσχα, αντίθετα με το έθιμο που έχει επικρατήσει σήμερα, εμείς τρώγαμε μοσχάρι αυγολέμονο. Κάποιοι μάλιστα από την οικογένεια κρατάνε αυτό το αντέτι ακόμα. Το παραδοσιακό λοιπόν έθιμο είναι το μοσχάρι σούπα αυγολέμονο και όχι το ψητό στη σούβλα. Αυτό είναι μοραΐτικο έθιμο που το έχουμε «κολλήσει» κι εμείς οι νεοζακυνθινοί. Ψητό στη σούβλα θα τρώγαμε της Παναγίας, τη δεύτερη μέρα του Πάσχα δηλαδή. Πηγαίναμε πάλι όλοι μαζί, στο Βασιλικό για να ψήσουμε στου Νικολαρία ή στο Πόρτο Ρώμα. Τα τελευταία Πάσχα πριν πεθάνει ο νόνος, επειδή ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε να μετακινηθεί, ψήναμε στην αυλή στο Ψήλωμα ακόμα και ανήμερα Λαμπρής.

Σήμερα τα Πάσχα μας είναι διαφορετικά αλλά κάποια αντέτια τα κρατάμε και σε κάθε περίπτωση, αισθάνομαι εξαιρετικά τυχερή για τις μνήμες που έχω. Μνήμες από ανθρώπους πολύ αγαπημένους, γεμάτους λατρεία και φροντίδα για την οικογένεια αλλά και για την παράδοση. Μνήμες γιομάτες από αισθήσεις: γεύσεις, αρώματα, εικόνες, ψαλμωδίες, αγκαλιές, φιλιά και απέραντη χαρά.

Καλή Λαμπρή για όλους!


(Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό LIBRO, το Πάσχα του 2011.)

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Η Γκαστρία




Δεν ξέρω αν έφταιγε η ευχή σε ρίμα του Δύ-στιχου κι αν θα πρέπει να του φορτώσω την ευθύνη της ηθικής αυτουργίας ή τα παρακάλια του μικρού μας -εδώ και τέσσερα χρόνια. Δεν ξέρω κι ούτε έχει σημασία κιόλας. Το γεγονός είναι ένα και έχει δώσει μεγάλη χαρά στην οικογένειά μας: την ερχόμενη Άνοιξη θα γίνω για δεύτερη φορά, μαμά. Τουτέστιν εγκυμονώ, κι όχι κινδύνους! Αυτούς άλλωστε έχω από παλιά την τάση να τους προκαλώ. Εγκυμονώ παιδί. Και ξέρω ετούτη η ανακοίνωση δεν έχει και καμιά ιδιαίτερη σημασία, έτσι σκέτη - νέτη γι' αυτό θα της κοτσάρω και μια ιστορία ζακυθινή, που έχω καιρό να γράψω και όλο παράπονα ακούω και γι' αυτό.



Η ιστορία μιας άλλης γκαστρίας λοιπόν, που συνέβη αρκετά χρόνια πριν και που έγινε κάπως έτσι:


Η Μαρία -που ήτανε κομμάτι μισοκούτελη- έζηε με τσι γονέους της, σ' ένα χωρίο του κάμπου. Μία μέρα που την εστείλανε για ξύλα, εσυνάντησε τον Άντζουλο που έβοσκε κάτι λίγα προβατάκια που 'χε και να μην στα πολυγράφω, τση 'πε να κάτσει έδε 'κει κοντά του κι εφτούνη η βλοημένη έκατσε και μετά από λίγους μήνες είδε κάτου από τα βελέσια τση να φουσκώνει μία κοιλιά τόση ε, μήτε ταμπούρλο.


Εσάστησε το έρμο θηλυκό, δε νόγαγε τι ήτουνα το "πρήξιμο", επήγε στη μάνα τση να το δείξει. Η μάνα βέβαια, που ήτουνα και πρακτική μαμή του χωριού, δεν χρειάστηκε και δεύτερη ματία για να καταλάβει ότι η θυγατέρα της ήτουνα γκαστρωμένη και την εύρηκε μεγάλη ξεκουρβουλωμάρα!


"Ορή, που να σε κόψει το γλυκί σου, που επήες κι εγκαστρώθηκες;" την ερώταε αγριεμένη και μετά ετσουρομαδιότανε πως θα το πει του αντρός τσης.
"Δε νογάω μάνα, μα τ' Άγιο Λείψανο", έσκουζε κι η Μαρία, "Μία φορά που με στείλτε για ξύλα μου είπε ο Άντζουλος να κάτσω έδε 'κει δίπλα του και να σα να με κουτούπωσε μου φάνηκε αλλά σάμπως και νογάω εγώ από εφτούνα εφτού τα πράματα;"
"Κι εσύ ορή έκατσες;" ούρλιαζε η μάνα.
Για να πάρει την απάντηση από τη θυγατέρα τσης: "Και που να το ξέρω εγώ ορή μάνα, ότι γκαστρώνει εφτό το πράμα;;;"


Εσκέφτηκε η μάνα μην είχανε το περιθώριο να το ρίξει το παιδί η Μαρία κι έτσι να μη γένουνε ρεντίκολο στο χωρίο αλλά όταν την ερώτησε πότε εγίνηκε το κάζο, η Μαρία δεν εθυμότουνα άλλο από αυτό: "Τον καιρό που 'τανε οι μούρες" κι έκαμε τη μάνα τσης να τσουρομαδηθεί αφού τα 'βαλε χάμου και εκατάλαβε πως η γκαστρία είχε προχωρήσει και δεν έπαιρνε τσίποτες, βεραμέντε!


Τελικά η Μαρία το 'καμε το παιδί και το ανάστησε με τσι γονέους μοναχή της, χωρίς τον Άντζουλο που ποτέ δεν εδέχτηκε την ευθύνη για το κάζο. Γλέπεις ο πατεράκης του, είχε μεγάλη πούρσα και του πέρναγε στο χωρίο του. Και το παιδί τση Μαρίας εμεγάλωσε κι ήτανε ίδιος ο πατέρας του στην εμφάνιση μα στο μυαλό, χειρότερος από τη μάνα του. Για να καταλάβεις, μέχρι και σκουράτζους επήγε και φύτεψε, με το κεφάλι προς τα κάτου, με την ορπίδα πως θα του κάμουνε κι άλλους, να μην τσι αγοράζει...

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

Σχολικόν Ενθύμιον (Σύντομον!)



Ο Τζώρτζης δεν τα έπαιρνε τα γράμματα, ούλοι το ξέρανε ασχέτως αν δεν το παραδεχότουνα! Ο πατεράκης του ο Παύλος, είχε τελειωμένη και την 5η του δημοτικού βεραμέντε, δεν εδεχότουνα να του μείνει ο πρωτότοκος γιος του αμόρφωτος. Δεν εδεχότουνα να έχει τη τύχη τη δικιά του, να περνάει πάει να πει τη ζωή του, τσι σταύλους με τα ζωντανά, στα λιοστάσια να μαζώνει ελιές και στα αμπέλια να κλαδεύει τα κούτσουρα.







Ο Παύλος ήτουνα άνθρωπος έξυπνος κι επήρε την απόφαση να βάλει χάμου τον Τζώρτζη και να τονε μάθει να διαβάζει αφού είχε φτάσει ολοένα στη Γ' δημοτικού και δεν ήξερε ούτε το όνομά του να γράψει. Τονε παίρνει με το καλό το λοιπόνε ο Παύλος, ανοίγει το αναγνωστικό και τον αρχινάει:

- Τζώρτζη μου, το "βου" με το "ο", τι μας κάνουνε;;;
- Πατέρα μου μας κάνουνε το "βο".
- Εύγε σου Τζώρτζη! Και δε μου λες ψυχή μου... εκειό το "δου" με το "ι", τι μας κάνουνε;
- Ευτά τα δύο πατέρα μου μας κάνουνε το "δι"!
- Εύγε σου και πάλι Τζώρτζη μου! Και πέσμου καμαρωμένε μου, ούλο μαζί το "βο" με το "δι" τι μας κάνουνε να σε χαρώ;;;
- Ούλα ευτά μαζί πατέρα μου, μας κάνουνε "δαμάλι"!


Κι έτσι ο Παύλος το επήρε απόφαση πως ο γιος του ήτανε "ξουράφι" και τον έστειλε να βόσκει τα δαμάλια*.


*μοσχάρια ή μουσκάρια, αγελάδες, βόδια ή βόιδα (όπως θέλεις πέστο!)