Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Από το blog μου στη LiFO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Από το blog μου στη LiFO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

Τηλεφωνική Υποκλοπή (Βγάλε τη Κατίνα από μέσα σου, να αεριστεί)




Ναι, αγάπη μου όπως το ακούς: τη χτύπησε κι αυτήν η κρίση. (μικρή παύση) Η οικονομική ντε!
Μεταξύ μας, εμένα μου κάνει τη χάρη όχι μόνο να τη χτυπήσει, στην εντατική να τη στείλει, μπας και γλιτώσουμε επιτέλους από την κακογουστιά της! Γιατί εγώ -το ξέρεις άλλωστε- δεν τους αντέχω τους νεόπλουτους αγάπη μου! Όπου δω νεόπλουτο, να... παθαίνω ένα πράγμα, σαν αναφυλαξία σου λέω! Τι ποιους εννοώ; Αυτούς που τους έκανε "μάγκες" το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Ανδρέα, τότε που κουβάλησε την Αλλαγή στη Χώρα και λίγδωσε τ' αντεράκι του Έλληνα. Ναι, ναι. Όοοοοχι αγάπη μου, εμείς είχαμε πάντα χρήματα, δεν λέμε για εμάς τώρα! Ναι, ναι... και που λες, αυτηνής ο πατέρας για τη σπουδάσει στα Λονδίνα, έβοσκε πρόβατα. Ναι, όπως το ακούς: πρό-βα-τα. Κανονικά πρόβατα! Αυτά που βλέπεις στα ντοκυμαντέρ. Ναι! Και που λες, αυτός την έστειλε την κυρία στα Λονδίνα να σπουδάσει, υποτίθεται, αρχιτέκτονας. Πήρε πτυχίο ναι αλλά πήρε και τον Τάκη, πακέτο. Γιος μεγαλοδικηγόρου, πολλά λεφτά. Σιγά μην τον άφηνε! Και της έκανε σου λέει ο πατέρας της έναν γάμο! Δεν υπήρχε δεύτερος, στο θεσσαλικό κάμπο! Τριών ετών επιδοτήσεις ξόδεψε, συν τα αρνιά που σούβλισε για το γαμήλιο γλέντι. Αλλά τι τα θες; Αυτή τα ξέχασε όλα και μας παρίστανε την κυρία! Γι' αυτό δεν τη λυπάμαι! Πόσα χρόνια νόμιζε ότι θα μπορούσε να ξεγελάει τους πάντες, με τη δήθεν οικονομική της επιφάνεια; Άσχετο πράγμα με ρωτάς αλλά θα σου πω: δεν την απασχολούν τα μπλόκα των αγροτών διότι δεν βγαίνει στην εθνική με το jeep. Αυτό το έχει για να κατεβαίνει στη Σκουφά να ψωνίζει γόβες. Η βλαχάρα! Μα όπως πάει, θα της το πάρουνε κι αυτό και τότε θα μας το παίξει εναλλακτική. Εδώ θα είμαστε και θα τα λέμε! Θα τη δεις με φόρμα και αθλητικό που δεν την έχεις ξαναδεί, να γυρνάει από βιτρίνα σε βιτρίνα στο Κολωνάκι και να σου λέει:" Όχι χρυσή μου δεν ψωνίζω σήμερα, είμαι θλιμμένη για τους νεκρούς της Αϊτής... Μα δεν ήταν τρομερό;;;" Φυσικά εσύ θα ξέρεις πως έχει τιγκάρει τις πιστωτικές και να θέλει να αγοράσει δεν θα μπορεί πια και το φοβερότερο όλων είναι που θα το ξέρει ότι το ξέρεις αλλά θα το παίζει το ρολάκι, κανονικά. Τέτοια είναι!
Α, ναι τις προάλλες την είδα να αγοράζει και βιβλία! Καλέ όχι! Για τα ράφια τα θέλει. Έκανε ανακαίνιση λίγο πριν την κρίση αλλά δεν πρόλαβε να την ολοκληρώσει. Της έχουν μείνει σου λέει τα ράφια, άδεια! Πως να τα γεμίσει; Που ξέρεις πόσο έχει ένα βάζο από το Kosta Boda. E, τα γεμίζει με βιβλία. Φαντάσου! Βέβαια δεν ξέρει τι της γίνεται και παίρνει ότι της δίνουν. Βιβλίο να 'ναι σου λέει κι ότι να 'ναι. Την πέτυχα επ' αυτοφώρω να αγοράζει το "Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες" του Ιουλίου Βερν και στο καπάκι το " Εκκρεμές του Φουκώ" του Έκο. Το δεύτερο το καταλαβαίνω, έχει έναν όγκο, θα πιάσει κάποιον χώρο. Δεν άντεξα, τη ρώτησα για τον Βερν: "Αγοράζεις βιβλία για το ορφανοτροφείο, αγάπη μου;". Ε μα! Όχι, δεν το κατάλαβε. Είναι και ηλίθια! Μου είπε ότι πάντα ήθελε να το διαβάσει αλλά ποτέ δεν είχε βρει το χρόνο. Ακούς; Ακούω να λες! Τώρα όμως που θα έχει όλο το χρόνο ελεύθερο, γιατί ξέρεις κομμένα τα μποτέ, ε δεν μπορεί θα βρει χρόνο να διαβάσει και τα μπιμπελό της! Μπας και ξεστραβωθεί, που δεν το βλέπω!
Ξέρεις τι πιστεύω; Θα την παρατήσει κι ο Τάκης. Τον είδα προχθές που καλοκοίταζε την κομμώτρια του τρίτου, ναι. Θέμα χρόνου είναι...
Ουφ, πολύ αξία της δώσαμε και σήμερα! Ναι, αγάπη μου, ναι. Να συναντηθούμε το απόγευμα για ένα τσάι να πούμε και καμιά κουβέντα σαν άνθρωποι... Από το τηλέφωνο, τι να πρωτοπείς πια;
Ναι, στις 6.

à bientôt!




Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Η Βαλχάλλα χάθηκε...

Για την "Επέτειο"

Ορέστη απ' το Βόλο... εξαπατήθηκες. Αυτή η όμορφη που σου χαμογέλασε. Αυτή που σε κάλεσε κοντά της με βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις, δεν ήταν η Βαλκυρία που θα σε οδηγούσε με τιμές και δόξες στην Αίθουσα των Σφαγιασθέντων. Ήταν από άλλη μυθολογία βγαλμένη και την λέγαν Αλυκτώ και ήταν Ερινύα. Ήθελε απλά το νεαρό κεφάλι σου στα πόδια της. Γιατί τόλμησες. Γιατί ήθελες. Γιατί ονειρεύτηκες. Θολωμένος από την αγανάκτηση, πνιγμένος από το άδικο δεν είδες τα θανατερά φίδια, που τύλιγαν το όμορφο πρόσωπό της. Την πίστεψες. Την ακολούθησες, με αυταπάρνηση, με θάρρος. Σίγουρος πως βάδιζες προς την δόξα, τη λύτρωση. Ξεχνώντας πως κι εσύ κάποιον αδίκησες.


Ορέστη απ' το Βόλο... ξεχάστηκες. Ένα όνομα έγινες, μέσα στα πολλά που τυπικά διαβάζονται για να καμώνονται οι άνθρωποι πως θυμούνται. Ποιος θυμάται και τι; Ποιος ακούει και ποιος βλέπει; Ποιος κοιμάται ήσυχος και ποιος ξενυχτάει ήσυχος; Ποιος σου κάνει μνημόσυνα, με σφιχτή μεταξωτή γραβάτα ή μ' ανοιχτό πουκάμισο, της μόδας.


Ορέστη απ' το Βόλο... δοξάστηκες. Φιγουράρεις πρώτο θέμα στα blog. Σε ξαναθυμόμαστε μετρώντας τα σχόλια και την αναγνωσιμότητά μας. Σαν άλλες Βαλκυρίες, σε σέρνουμε από τα μαλλιά. Σε ντύνουμε και σε στολίζουμε με κόκκινα γαρύφαλλα. Σου πάει το κόκκινο Ορέστη. Κι εμάς μας πάει η επανάσταση. Κοίτα μας!

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Το Πλουσιόπαιδο




(Ένα παλιό κείμενο, σε επανάληψη)


Είχαμε πάει μαζί σ' εκείνο
το ταβερνάκι, εκεί κοντά στην Αγίας Άννης. Ούτε με χάρτη δεν θα το ξανάβρισκα.

Θυμάμαι τα βρώμικα σερβίτσια και τα γέλια που κάναμε σκουπίζοντάς τα με μωρομάντηλα που είχα στην τσάντα μου. Τον ταβερνιάρη που μας έλεγε πως από κάπου μας ξέρει. Ήταν σίγουρος και έσπαγε το κεφάλι του να θυμηθεί. Από τη τηλεόραση, ίσως;

Θυμάμαι ακόμα του δυο μουσικούς - ένα μπουζούκι και μια κιθάρα - που έπαιζαν παλιά λαϊκά. Το σκηνικό σαν παλιά ελληνική ταινία κι εγώ να σου τραγουδάω : "Σιγανοψιχάλισμα, σιγανοψιχάλισμα, δάκρυ - δάκρυ πέφτουνε της βροχής οι στάλες. Που να είσαι; Χάθηκες. Να με σκάσεις βάλθηκες...". Μετά ο ταβερνιάρης με προέτρεψε να σηκωθώ να τραγουδήσω - καθώς έτσι ήτανε το συνήθειο του μαγαζιού - μα εγώ ντράπηκα και το απέφυγα ευγενικά.

Σε λίγο
άρχισαν να σηκώνονται διάφοροι θαμώνες και να τραγουδάνε τον πόνο τους. Γελάγαμε - όσο μπορούσαμε διακριτικά - και θαυμάζαμε το ταλέντο του λούμπεν προλεταριάτου, που κανείς δεν βρέθηκε να ακούσει το τραγούδι τους να ανακατεύεται με το κάρφωμα της σανίδας, απάνου στην σκαλωσιά κι έτσι έμειναν για πάντα ταλαντούχοι καλουπατζήδες. "Δεν βαριέσαι", είπε ένας στον φίλο του, " Αν είχα πάει στο ΝΑ Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ, θα 'μουνα τώρα Αδαμαντίδης, αλλά δεν άκουσα την συγχωρεμένη τη μάνα μου που μου 'λεγε να πάω..."

Λίγο η τσίκνα, λίγο τα ταλέντα, λίγο το κρασί, είχαμε έρθει σε κατάσταση πλήρους ευφορίας. Είχε περάσει η ώρα, κόντευε μία κι κάποιος τραγούδαγε σε ύφος Βοσκόπουλου : "Το φεγγάρι πάνω Θέ μου, ασημένιο τάλαρο..." κι εμείς λέγαμε πως θα ανοίξει η πόρτα και θα μπουκάρει η Ζωίτσα η Λάσκαρη να χορέψει ζεϊμπεκιά. Η πόρτα πραγματικά άνοιξε και εμφανίστηκε μια αντρική, πέρα για πέρα ευγενική φυσιογνωμία. Ένας κύριος γύρω στα 55, με καθαρά αλλά παλιά ρούχα, φρεσκοξυρισμένος και χαμόγελο μεθυσμένου. Έκατσε στο διπλανό μας τραπέζι μα καθώς καθόταν μας καλησπέρισε με εξαίσιο τρόπο που θύμιζε Λόρδο.

Κοιταχτήκαμε και σχολιάσαμε πως είναι μεθυσμένος. Το γκαρσόνι, πήγε να του πάρει παραγγελία με πολύ απότομο τρόπο αλλά αφοπλίστηκε γρήγορα από την ευγενική συμπεριφορά του Λόρδου. Παρήγγειλε μια χοιρινή μπριζόλα, σαλάτα και μισό κιλό κρασί.

Η μικρή παράσταση των θαμώνων συνεχιζόταν και πλέον είχε πάρει διαστάσεις διαγωνισμού τραγουδιού. Με τη σειρά ανέβαιναν οι τέσσερις βασικοί τραγουδιστές - θαμώνες και προσπαθούσαν να τραγουδήσουν καλύτερα από τον προηγούμενο. Στο τέλος κάθε τραγουδιού, χειροκροτήματα από το κοινό και ο Λόρδος να φωνάζει : "Εύγε!". Πάντα με στυλ ανάλογο του τίτλου του. Στο μεσοδιάστημα δύο τραγουδιών, ο Λόρδος σηκώθηκε και είπε με σοβαρή, σταθερή φωνή: "Αξιότιμοι κύριοι, μήπως θα μπορούσατε σας παρακαλώ να πείτε το Πλουσιόπαιδο; Θα σας ήμουν υπόχρεος!". Τότε όλοι οι θαμώνες έκατσαν κάτου, ελαφρώς ενοχλημένοι μα συγκαταβατικοί και το μπουζούκι άρχισε να παίζει το Πλουσιόπαιδο...

Ο Λόρδος σηκώθηκε και χόρεψε αριστοκρατικά, τω όντι. "Εγώ το πλουσιόπαιδο που ζούσα στα σαλόνια για δέστε πως κατάντησα με άπλυτα πουκάμισα και τρύπια παντελόνια..." Σταματήσαμε να γελάμε. Γύρισες και μου είπες: "Τον καημένο, γύρευε τη λούμπα έχει φάει στη ζωή του, κάποια θα του τα έκανε όλα φλούδα!". Συμφώνησα με ένα νεύμα, χωρίς να σε κοιτάξω. Τον παρακολουθούσα και προσπαθούσα να διαβάσω στις κινήσεις του ζαλισμένου χορού του, την ιστορία που κουβαλούσε.

Μόλις το τραγούδι τελείωσε, τον χειροκρότησαν όλοι με θέρμη. Έκανε μια βαθιά υπόκλιση, ιπποτική και κάθισε στο τραπέζι του ξανά. Μετά από λίγο πλήρωσε, είπε ευχαριστώ κι έφυγε.

Η παράσταση των θαμώνων συνεχίστηκε αλλά δεν είχε πλέον πλάκα. Θυμάσαι;


Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Στου φεγγαριού το τάσι...


Εκείνη τη περίοδο, ήμασταν όλοι επηρεασμένοι από το βιβλίο του Γ. Σεφέρη “Έξι νύχτες στην Ακρόπολη”. Φευγάτοι, ήδη, από τη μικρή κοινωνία που μας μεγάλωσε, άλλος εδώ κι άλλος παραπέρα. Καλοκαίρι όμως πάλι μαζί, στον ίδιο παρανομαστή.


Σαν αστείο ξεκίνησαν οι “βραδιές ποίησης και φιλοσοφίας”. Σαν αστείο συνεχίστηκαν. Σαν αστείο, δεν έμειναν μέσα μας. Όχι τώρα, μετά από τόσα χρόνια.


Ο φεγγαρολουσμένος Λόφος του Στράνη, πάντα φιλόξενος. Έτοιμος να περιθάλψει τις εσωτερικές μας ανησυχίες. Ανησυχίες προς πάσα κατεύθυνση. Μόνο μία ανησυχία αντιστεκόταν -σθεναρά τότε- και την έλεγαν θάνατο. Πιστεύαμε πως δεν μας αφορούσε.


Ανεβαίναμε το πλακόστρωτο με ζωηρά, χαρούμενα βήματα. Κουβαλάγαμε όλα τα σύνεργα: βιβλία, κιθάρες, νερά, τσιγάρα. Κάποιες φορές και σουβλάκια και μπίρες. Καλή η τροφή του πνεύματος αλλά και τα στομάχια μουγκρίζανε.


Το μικρό αμφιθέατρο του Λόφου, είχε γίνει δικό μας. Θυμάμαι τους φίλους να διαβάζουν λυρική ποίηση του Κάλβου και τα σκυλιά από το διπλανό σπίτι να θέλουν να τους ξεσκίσουν.


Με κάλεσαν ένα βράδυ να παρουσιαστώ στη σκηνή. Παρουσιάστηκα χωρίς δεύτερη κουβέντα. Έκατσα κάτω οκλαδόν και κάπνιζα. Πέρασαν κάποια λεπτά σιωπής, ώσπου ένας φίλος ρώτησε που είχα το βιβλίο μου.


“Δεν έχω βιβλίο σήμερα!”, αποκρίθηκα.

“Και τι θα κάμεις; Θα κάθεσαι να καπνίζεις κι εμείς να σε κοιτάμε;”

“Ε, αφού δεν είμαι ευχάριστο θέαμα κι αφού δεν μπορείτε να κάτσετε χωρίς να κάνετε τίποτα, απλά να υπάρχετε… Θα σας τραγουδήσω…”, τους είπα χαμογελώντας κι οι φίλοι άρχισαν να γελάνε και να μου πετάνε άδεια τενεκεδάκια από μπίρες.

Εγώ, απτόητη! Άρχισα να τραγουδάω : “ Τέσσερα πόδια δυνατά και μια κουτσή κιθάρα, να ‘χαμε τώρα δυο τσιγάρα και δύο για μετά…”


Δεν άκουγαν. Μιλάγανε μεταξύ τους, γελάγανε, με χλευάζανε, μου φωνάζανε να σταματήσω γιατί θα εξαγριώσω τα σκυλιά του γείτονα. Εγώ τίποτα. Δεν τους άκουγα. Συνέχιζα: “Θα ‘ταν ο κόσμος μαγικός, παράδεισος η πλάση, στου φεγγαριού το τάσι, καφές βαρύ γλυκός…”


Και άκουσαν. Κόπασε ο σαματάς. Έκατσαν πίσω, χαλαροί, πίνοντας μπίρα κι άκουγαν. Το τελευταίο ρεφρέν το είπαμε όλοι μαζί χορωδιακά και τα σκυλιά δεν έβγαλαν άχνα.


Έτσι οι “βραδιές ποίησης” μπήκαν σε άλλη τροχιά. Γύρω από το μνημείο της Ελευθερίας, καθισμένοι οκλαδόν ή στο μουράγιο δίπλα – δίπλα, χειροπιασμένοι να τραγουδάμε : “… απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας…” και τα πόδια μας να αιωρούνται πάνω από τα λιοστάσια του κάμπου.


Ζαλισμένοι από τις μπίρες να αναρωτιόμαστε αν θα μπορούσαν να μας ακούσουν στο Μεσολόγγι, όπως ο Σολωμός από το ίδιο σημείο που καθόμασταν, μπόρεσε κι άκουσε (;) τα κανόνια του Μεσολογγίου κι έγραψε τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους” και τον “Ύμνον εις στην Ελευθερίαν”.


Και μετά; Χαθήκαμε ξανά, στις Πόλεις…

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2009

Ξόρκι σε επανάληψη


Επειδή δεν έχω κάτι καινούργιο να γράψω κι είμαι ταλαιπωρημένη, είπα να το ρίξω στις επαναλήψεις. Σαν τα τηλεοπτικά κανάλια κι εγώ. Το Ξόρκι πάντως, παραμένει επίκαιρο αφού όπως θα διαβάσεις, είναι για πάσα νόσο...



Το Ξόρκι


Η παρακάτω συνταγή ενδείκνυται για πάσα νόσο και πάσα μαλακία. Είναι δε, εξαιρετικά αποτελεσματική, σε καταστάσεις όπως: βασκανία, κολικός νεφρού, καούρα στο στομάχι από χαλασμένη τροφή, χανγκ-όβερ, γκόσιμο (γενικώς), δυσμηνόρροια, ηλεκτρισμός μαλλιών (φαινόμενο τρίχας κάγκελο), σύνδρομο χαμηλής αυτοεκτίμησης, σύνδρομο Γιάκομπς φλέιβορς, βλογική σχιζοφρένεια, ακράτεια, ποδάγρα, σύστημα 5-3-2, αγαμία και λοιπές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.


Η συνταγή είναι πανάρχαια, φερμένη από τα υψίπεδα του Περού... για την ακρίβεια την ανακάλυψε ένας εργάτης καθώς καθάριζε βάτα στα ερείπια του Μάτσου - Πίτσου , ήταν κάτω από ένα μανιτάρι, χαραγμένη σε μικρή πέτρινη πλάκα. Την έκρυψε μέσα από το λύκρα μπλουζάκι του, στο μέρος της καρδιάς. Αλίμονο όμως! Δεν ήξερε τι σημαντικό θησαυρό κουβαλούσε! Την μετέφερε κρυφά στην Κολομβία όπου και συνάντησε τον Πάμπλο Εσκομπάρ (αυτοπροσώπως παρακαλώ!) και την αντάλλαξε για 10 γραμμάρια κοκαΐνης , δεύτερης διαλογής και 3 κιλά παστό γαύρο.


Η αρχαία γραφή, πέρασε γρήγορα στα χέρια ενός πλουσίου Άγγλου ασθενή, ο οποίος διατηρεί γκαλερί έργων τέχνης στο Λονδίνο και ο οποίος δεν πλήρωσε τίποτα γιατί του χρώσταγε ο Πάμπλο από παλιά κάτι νοίκια (αλήτες Αγγλοσάξονες). Μετά, όταν ανάρρωσε, την μετέφερε με πλοίο στην Αγγλία ώστε να περάσει τα 40 κύματα και κάλεσε έναν φίλο του αρχαιολόγο να εκτιμήσει το νέο του απόκτημα. Όταν τελικά το πολύτιμο εύρημα αναγνώσθηκε και ανακαλύφθηκε η σοφία που έκρυβε, το ανέλαβαν οι κομπιουτεράδες, γιατί παντού υπάρχει ένας κομπιουτεράς…


Αποκωδικοποίησαν την γραφή για να την κωδικοποιήσουν αμέσως μετά σε PASCAL (γλώσσα προγραμματισμού και ουχί ο κολλητός από τη Λυών) ώστε να καταφέρουν να την περάσουν μυστικά -κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Big Brothe-r στον Bill Gates, να την κάνει σουξέ των windows.(Σημείωση: ναι ο Gates είναι ο Φοίβος του software).


Τελικά, ένας υπάλληλος της microsoft που ήταν λάμερ, έκλεψε το αρχείο και το έστειλε στον κολλητό του ο οποίος και το έγραψε σε απλό word και το μετέτρεψε σε chain-letter. Σε εξελιγμένη μορφή όμως, να μην το πιάνει το antispam. Το διαβάζεις το μαθαίνεις απέξω αυτολεξεί και μέσα σε 2 λεπτά πρέπει να το στείλεις σε 127,3 άτομα via e-mail διαφορετικά θα πάθεις μεγάλο κακό εσύ, η οικογένειά σου, οι φίλοι σου, το κατοικίδιο σου, όλο το οικοδομικό σου τετράγωνο μέχρι και η Ολλανδέζα γκόμενα που γνώρισες πρόπερσι το καλοκαίρι στο νησί και έχετε να μιλήσετε πάνω από χρόνο! Η τιμωρία άμα σπάσεις την αλυσίδα θα είναι εκτός από το προηγούμενο, 7 χρόνια φαγούρα στην αριστερή πατούσα!!!!! Ναι, τόσο μεγάλη η ισχύς της πανάρχαιας συνταγής...


Και τώρα το πιο σημαντικό, το περιεχόμενο της συνταγής:


Υλικά


-Μία καρέκλα με 4 πόδια κατά προτίμηση τύπου καφενείου
- Το εκκρεμές του Φουκώ (όχι το ίδιο το εκκρεμές, το βιβλίο του Ο. Έκο)
- Τρία dvd : Tην «Κίκα» του Πέδρο Αλμοδόβαρ, το «Lion King» της Ντίσνεϊ και το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του Κιούμπρικ
-Ένα τσιμπιδάκι φρυδιών

-Ένα σεντόνι καινούργιο, λευκό κατά προτίμηση
-Μισό κιλό ντομάτες ώριμες
-Ένα αγγουράκι
-Ένα νεροκρέμμυδο (προαιρετικά)
-Ένα καρβέλι ψωμί σταρένιο
- Ένα κιλό φέτα σκληρή, βαρελίσια
-Χαρτοπετσέτες (προαιρετικά)
-Ένα ζευγάρι ελβιέλες Νο 42
- Μία εφημερίδα ή στην ανάγκη το τελευταίο τεύχος του Cosmopolitan
-Ένα καραφάκι ούζο Πλωμαρίου( η κανονική συνταγή είναι με τεκίλα αλλά έχει γίνει σχετική ρύθμιση για τους Έλληνες φίλους)


Εκτέλεση


Ανεβαίνετε σε έναν λόφο (εξαιρούνται ο λόφος Στράνη, ο λόφος Σκουζέ, και ο Λυκαβηττός ), ημέρα Τετάρτη, μήνα θερινό και ώρα 5.46 π.μ.


Τοποθετείται την καρέκλα σε σημείο με καλή ορατότητα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα προσέχοντας να έχει κλίση 3ο . Στη συνέχεια φοράτε τις ελβιέλες (ακόμα κι αν δεν σας πάνε), και ανεβαίνετε στη καρέκλα κρατώντας την εφημερίδα ανοιχτή στις Μικρές Αγγελίες προσέχοντας να μην πέσουν από μέσα τα ένθετα (σημαντική λεπτομέρεια) κοιτάζοντας προς το Νότο.


Με το τσιμπιδάκι των φρυδιών αφαιρείτε προσεχτικά μια τρίχα από το μουστάκι σας (εάν δεν έχετε μουστάκι δεν πιάνει η συνταγή). Κρατώντας το τσιμπιδάκι με την τρίχα στο αριστερό σας χέρι με τον δείκτη και τον αντίχειρα , τοποθετείτε την εφημερίδα στο κεφάλι σας και αργά αλλά σταθερά περιστρέφεστε και φτύνετε δις προς τα 4 σημεία του ορίζοντα , προσέξτε να πηγαίνετε αριστερόστροφα.


Όταν ολοκληρώσετε την περιστροφή φωνάζετε δυνατά, προς το Νότο πάντα: « Εχθαίρουσιν οι Αθάνατοι την ψυχήν και βροντάουσιν επί τας κεφαλάς των αχαρίστων» και επαναλάβετε τη διαδικασία 3 φορές.


Κατόπιν, κατεβαίνετε από την καρέκλα , στρώνετε το σεντόνι κατάχαμα , καθόσαστε ανακούρκουδα , κόβετε τα λαχανικά σε φέτες δημιουργώντας μια καταπληκτική ελαφριά σαλάτα εποχής. Βουτάτε μεγάλες μπουκιές ψωμιού στη σαλάτα και τρώτε έτσι όλο το καρβέλι. Πίνετε όλο το καραφάκι το ούζο και τέλος σπάτε την καρέκλα σε όσο πιο μικρά κομμάτια μπορείτε. Προαιρετικά, το σπάσιμο της καρέκλας γίνεται και στη διάρκεια ζεϊμπεκιάς την οποία τραγουδάτε και χορεύετε, ενώ στο αριστερό χέρι κρατάτε το «Εκκρεμές του Φουκώ» και στο δεξί το dvd “Kika”. Τα άλλα dvd πετάξτε τα, δεν σας χρειάζονται.

Καλή επιτυχία σε όλους!




Montezuma - Cusco

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2008

Η Ανθία η γαλοπούλα


Για τον Νιόνιο Μ.Κ.




Ο Τζώρτζης δεν τα 'παιρνε τα γράμματα. Ετέλειωσε όπως - όπως το δημοτικό και μετά, ο πατέρας του του έκαμε ένα κοπάδι γαλόπουλα. Θα τα μεγάλωνε μέχρι τα Χριστούγεννα οπότε και θα τα μοσχοπούλαγε, γιατί γιορτάδες μέρες όλα τα σπίτια κάνουν ένα αυγολέμονο!

Κάθε πρωί το Τζώρτζης έβοσκε τα γαλόπουλα. "Γλου-γλου-γλου" τα έκραζε κι εκείνα ούτε βήμα δεν εξεφεύγανε, από την πορεία που τους χάραζε ο νέος. Τα έβαζε μες στα λιοστάσια τα πατρογονικά του κι όλη μέρα τσιμπολογούσαν χορταράκια κι ελιές πεσμένες χάμου. Τ' αγάπαγε ο Τζώρτζης τα γαλόπουλά του. Αγάπαγε κι όλα τα ζώα που ήξερε. Κι ένα σκυλί τυφλό, που είχε ο νόνος του κι εκειό το αγάπαγε και το φρόντιζε.

Απ' όλο το κοπάδι του, εξεχώριζε μια γαλοπούλα που 'χε στραβή φτερούγα. Μικρή όταν ήταν της είχε πιαστεί σ' ένα σύρμα και της έσπασε, μετά εκόλλησε λάθος κι έτσι έμεινε, κουτσοφτέρουγη. Της είχε βγάλει κι όνομα, Ανθία τηνε φώναζε. Πολλές φορές την έπαιρνε στο κρεβάτι του -κρυφά από τους γονέους του- και κοιμότανε αγκαλιά με δαύτηνε.

Κι επέρναγε ο καιρός και τα γαλόπουλα του Τζώρτζη εμεγαλώνανε, εθεριεύανε. Εμπήκε κι ο Δεκέμβρης και πλησιάσανε οι γιορτές. Θε να 'τανε εκεί κοντά στου Αγίου, 17 του μηνού, όταν ο πατέρας του Τζώρτζη μαζί με τον νόνο του αποφάσισαν ότι ήταν καιρός να σφαχτούνε οι γαλοπούλες και να πουληθούνε. Ο Τζώρτζης εχόλιασε μα δεν μπορούσε να κάμει διαφορετικά, ήξερε ότι μ' εφτά τα λεφτά θα κάνανε γιορτάδες και θα περισσεύανε κιόλας. Το μόνο που εσκέφτηκε ήταν να κρύψει την Ανθία, να μην τηνε βρούνε, να γλιτώσει το μαχαίρι.

Ο νόνος του όμως, ήξερε πως τα γαλόπουλα ήταν 30 ακριβώς κι όταν στο μέτρημα του βγήκανε 29 εθύμωσε και τα έβαλε με τον μικρό. Τον είχε δει που κρυφά μπαινόβγαζε την Ανθία στο σπίτι. Τον απείλησε πως αν δεν την φανέρωνε, νηστικός θα έμενε τα Χριστούγεννα και ούτε ζευγάρι κάλτσες δεν θα έβλεπε ούλη τη χρονιά. Ο Τζώρτζης παρακολουθούσε τον πατέρα κι τον νόνο που εσφάζανε τις γαλοπούλες, άκουγε και τις φωνές τους και τόσο επείσμωνε και δεν φανέρωνε την αγαπημένη του γαλοπούλα. Καθόλου δεν τον ένοιαζε αν εκαθότανε νηστικός, ούτε για τις κάλτσες τον ένοιαζε. Μόνο την Ανθία να μην του πειράζανε!

Σ' ένα καιρό καθώς ο νόνος εξεπουπούλιαζε με ορμή, νάσου πετιέται η Ανθία. Ο Τζώρτζης την είχε κρυμμένη στο κατώι αλλά φαίνεται πως εφτούνη με κάποιο τρόπο εξέφυγε κι ήρθε να τον αναζητήσει. Που να 'ξερε η δόλια τι την περίμενε! Πριν προλάβει να κουνιστεί ο Τζώρτζης, ο νόνος την άρπαξε από το λαιμό και της ξερίζωσε το κεφάλι. Ίσα που κούνησε λίγο τα πόδια της και τέλειωσε μπροστά στα δακρυσμένα μάτια του.

Από την ίδια στιγμή ο Τζώρτζης, έπεσε να πεθάνει. Σαράντα πυρετό είχε δεκαπέντε ολόκληρα μερόνυχτα. Μείτε Χριστούγεννα μείτε Πρωτοχρονιά είδε. Μόνο ίδρωνε και ξεΐδρωνε και μες στο παραλήρημά του εφώναζε τση Ανθίας. Ο νόνος του, ξημέρωμα Φωτώνε επέθανε και την ίδια μέρα εσηκώθηκε ο Τζώρτζης από το κρεβάτι. Είχε γιάνει...

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

Κρίση πανικού!


Η Γωγώ είναι 30 ετών. Παντρεμένη και μητέρα 2 μικρών παιδιών. Έχει έναν καλό σύντροφο που την αγαπά και τον αγαπά. Έχουν το δικό τους σπίτι -όπως το ονειρεύτηκαν-, 2 αυτοκίνητα, ψυγειοκαταψύκτη, 2 ντουλάπες γεμάτες ρούχα και κάρτες. Πολλές κάρτες. Το εισόδημά τους, από τις δουλειές που κάνουν, είναι καλό και τους εξασφαλίζει καλές συνθήκες διαβίωσης οι οποίες περιλαμβάνουν και ταξιδάκια αναψυχής σε τακτά χρονικά διαστήματα. Χωρίς την χρήση διακοποδανίου (γουαααααου)!


Μια μέρα η Γωγώ πήγε να ψωνίσει ένα παντελόνι από κάποιο εμπορικό κατάστημα. Μαζί θα αγόραζε και δυο μπλουζάκια που της γυάλισαν. Σκέφτηκε για λίγο ό,τι ανέβαινε ο λογαριασμός αλλά μετά δικαιολογήθηκε μέσα της ότι δουλεύει και το αξίζει να κάνει ένα καλό δώρο στον εαυτό της. Πήγε στο ταμείο να πληρώσει.


- "Τι σας οφείλω;" Ρώτησε την ταμεία.

- "246 ευρώ", απάντησε η ταμίας χαμογελαστή.

- "Δεχόσαστε visa;" Ξαναρώτησε την κοπέλα, δεδομένου ότι δεν είχε τόσα μετρητά.

- "Ναι φυσικά! Μόνο που δεν θα σας κάνω την έκπτωση γιατί όπως ξέρετε η τράπεζα κρατάει και μια σχετική προμήθεια από εμάς", είπε αποφασιστικά η υπάλληλος.

- "Έντάξει", απάντησε η Γωγώ με ανωτερότητα ενώ μέσα της έλεγε ό,τι δεν πρόκειται το μαγαζί να ξαναδεί την κάρτα της!


Άνοιξε το πορτοφόλι της για να πάρει την κάρτα. Τότε έπεσε το μεγάλο δίλημμα! Ποια κάρτα να δώσει η Γωγώ; Τη λιγότερο φορτωμένη; Να δώσει μήπως αυτή που έχει μικρότερο επιτόκιο;;; Μα σε εκείνη την τράπεζα δεν πηγαίνει συχνά γιατί είναι μακριά από τη δουλειά της και δεν της είναι εύκολο να πληρώνει στο αυτόματο μηχάνημα... Προβληματίστηκε και τελικά έδωσε την πρώτη που έπιασε στο χέρι της. Την παρέδωσε με τουπέ στην υπάλληλο του καταστήματος και όση ώρα αυτή έκανε τη σχετική διαδικασία χρέωσης, η Γωγώ κοίταζε το μεγάλο δερμάτινο πορτοφόλι που είχε ανοιχτό στα χέρια της. Πέντε πιστωτικές κάρτες, κάρτα μέλους στο dvd club, κάρτα μέλους στο national geographic, κάρτα έκπτωσης για το πλυντήριο αυτοκινήτων, κάρτα έκπτωσης του super market, άλλη κάρτα για άλλο super market, κάρτα έκπτωσης για κάποιο παιχνιδάδικο και δυο κάρτες ανάληψης μετρητών από ATM τραπεζών.


Βυθισμένη στις σκέψεις της, η Γωγώ. Σκέφτηκε ό,τι όλα τα pin τα έχει καταχωρήσει στο κινητό της τηλέφωνο, το οποίο διαθέτει το μόνο pin που θυμάται απέξω μιας κι έχει βάλει την ημερομηνία του γάμου της. Μετά η Γωγώ βυθίστηκε πιο βαθιά στις σκέψεις της. Αν έχανε το κινητό;;; Πως θα θυμόταν όλα αυτά τα pin;;;; Ξάφνου θυμήθηκε ό,τι τα έχει καταχωρήσει όλα σε μια βάση δεδομένων στον υπολογιστή της και ένιωσε καλύτερα. Αμέσως μετά μια δεύτερη εφιαλτική σκέψη πέρασε από το μυαλό της: Τι θα γινόταν αν ξέχναγε το password του υπολογιστή της;;; Ακόμα χειρότερα, τι θα γινόταν αν κάποιος ιός κατέστρεφε τον σκληρό της δίσκο;;;;; Άρχισε να ιδρώνει...


Πέρασαν από το μυαλό της τα δεκάδες pin, passwords, user names που χρησιμοποιεί καθημερινά. Ήταν τόσα πολλά! Το κεφάλι της άρχισε να στροβιλίζεται και τα μάτια της γέμισαν αριθμούς, γράμματα, κρυφές ερωτήσεις, e-mail accounts... Τότε η Γωγώ σωριάστηκε μεγαλόπρεπα στο πάτωμα.


Όταν ανέκτησε τις αισθήσεις της, βρισκόταν στο νοσοκομείο. Ένιωθε μια ελαφριά ζαλάδα και γυρίζοντας δίπλα της αντίκρισε το ανήσυχο πρόσωπο του συζύγου της.


-"Τι έπαθα;;;", τον ρώτησε.

-"Λιποθύμησες, δεν είναι τίποτα, μη φοβάσαι!" Της απάντησε καθησυχαστικά

-"Μα πως το έπαθα αυτό;;;" Ξαναρώτησε η Γωγώ.

-"Ο γιατρός είπε ότι έπαθες μια ελαφριά κρίση πανικού. Η πωλήτρια στο μαγαζί είπε ότι για κάμποση ώρα έλεγες ακατανόητα πράγματα. Αριθμούς, ονόματα, ημερομηνίες. Μετά έπεσες κάτω και κάλεσε το ασθενοφόρο. Οι γιατροί εδώ σε εξέτασαν και σου έκαναν μια ηρεμιστική ένεση. Δεν είναι τίποτα, είσαι απλά κουρασμένη."

-"Θα πάμε σπίτι;;;" ρώτησε αρκετά ανήσυχη αυτή τη φορά η Γωγώ.

-"Θα πάμε αλλά ξέρεις υπάρχει κάποιο πρόβλημα... Εεεε Έχει μπλοκάρει ο συναγερμός και δεν ξεκλειδώνει η πόρτα μας. Χρειάζεται λέει τον δεύτερο κωδικό αλλά τον είχα στο κινητό μου, το οποίο έχασα σήμερα το πρωί που πήγα για καφέ. Κάπου πρέπει να το ξέχασα. Δεν το έχω βρει ακόμα. Αλλά μην ανησυχείς. Θα βρούμε λύση..." είπε χωρίς ανάσα ο σύζυγος.


Η Γωγώ βυθίστηκε ξανά σε σκέψεις. Είδε τον εαυτό της σε μελλοντικό χρόνο να προσπαθεί να ανοίξει το καπάκι της λεκάνης της τουαλέτας αλλά να μην θυμάται τον κωδικό ούτε το όνομα χρήστη! Συμφοράααα! Τελικά μετά από ώρα αφόδευσε στη μπανιέρα κι ένιωσε καλύτερα. Δεν ένιωσε το ίδιο καλά όταν την καθάριζε. Αμέσως μετά είδε τον εαυτό της να επικοινωνεί με το help desk του δικτύου λεκανών, έμεινε όμως ώρα στην αναμονή και έτσι περιμένοντας κατουρήθηκε απάνω της... Ευτυχώς μετά από αυτό μια εξυπηρετική τηλεφωνήτρια τη βοήθησε τηλεφωνικά να ξεκλειδώσει το καπάκι κι ένιωσε τρισευτυχισμένη. Αυτές είναι σκέφτηκε οι μικρές καθημερινές χαρές της ζωής...


Έτσι βυθισμένη σε αυτές τις σκέψεις, η Γωγώ έπαθε αμόκ και άρχισε να ουρλιάζει αλλά οι γιατροί επενέβησαν άμεσα και με τη βοήθεια μιας έξτρα ηρεμιστικής ένεσης την επανέφεραν στη νιρβάνα της και στη καταναλωτική της διαδικασία.


Τέλος καλό, όλα καλά λοιπόν!

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2008

Ω Τι Όμορφη Μέρα!


Η κυρία "Μις Ξινισμένα Μούτρα Φορέβερ", μπήκε φουριόζα στο γραφείο και η καλημέρα της δεν ακούστηκε ως συνήθως, ήταν και πάλι νοητή. Με το ένα μάτι σε άρνηση, έφτιαξε έναν βαρύ ελληνικό καφέ και έκατσε στο γραφείο της. Η κυρία Εμμηνόπαυση από δίπλα, την κοίταξε εξεταστικά από την κορυφή ως τα νύχια. Ναι, ήταν γεγονός : τα καινούργια της loafers γυάλιζαν καινουργίλα στα πόδια της.

"Ανησυχείς μήπως γίνει κραχ;", ρώτησε κοφτά η κα Εμμηνόπαυση.
"Ο φόβος γεννά φόβο. Σκέφτομαι να κάνω τα λεφτά μου, ράβδους χρυσού. Άκουσα πως έτσι κάνουν όλοι οι έξυπνοι άνθρωποι", απάντησε ξινά η κα Μις Ξινισμένα Μούτρα Φορέβερ.

Η κα Εμμηνόπαυση άργησε να απαντήσει. Πάλεψε αρκετά μέσα της ώστε να μην ακουστεί επιθετική μα τελικά δεν κατάφερε να νικήσει τις ορμόνες της: "Τι σχέση έχεις εσύ με τους έξυπνους ανθρώπους;", πέταξε κατάμουτρα στη συνάδελφό της. Εκείνη, ατάραχη της πέταξε τον καφέ πάνω στο φούξια, Σανέλ ταγέρ που φορούσε και αναποδογύρισε το φλυτζανάκι της στο πιατάκι: "Θέλω να μάθω τη μοίρα μου!" δήλωσε με στόμφο και σαν να φάνηκε κάποιο χαμόγελο(;) στα χείλη της.

Στο μεταξύ, η κα Lost In Space -ελληνοαμερικάνα αυτή- έκλαιγε σ' ένα γραφείο παρακάτω και όλο έπαιζε στα χέρια της το μαργαριταρένιο κομποσκοίνι της, μονολογώντας: "Kyrie ton dunameon, kane na mh xa8ei olo to money. Poso 8a antekso xoris botox? Poso 8a antekso xoris personal trainer?". Ενώ ο απέναντι συνάδελφος, ο κύριος Φετίχης, ευρισκόμενος σε φοβερό ερωτικό οίστρο, χάιδευε απαλά το φύλο του, χαζεύοντας τις υπέροχες γόβες της κας Lost In Space, οι οποίες τον παρέπεμπαν κατευθείαν σε ένα kinky πορνό που είχε δει τις προάλλες.

Έξω ο ήλιος έλαμπε και όλα έδειχναν πως άλλη μια ωραία μέρα συνέβαινε. Μια υπέροχη μέρα!

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008

Δεν θέλω κάτι να πω, και τραγουδώ...




Όταν δεν θέλω τίποτα να πω, τραγουδώ. Μη φανταστείς, συνέχεια τραγουδάω. Ακόμα κι όταν μιλάω. Επτανήσια γαρ...


Τραγουδώ κάτι που να ταιριάζει με την εποχή ή με τη διάθεση. Μπορεί και με τη μπλούζα ή τα παπούτσια μου. Δεν ταιριάζουν όλα σε όλους αφ' ενός κι αφ' ετέρου συχνά πέφτουμε όλοι, σε "στυλιστικά λάθη". Είναι ας πούμε σαν να φοράς μαύρο παπούτσι με καφέ ζώνη ή ένα μακό μπλουζάκι με βελούδινη φούστα : απαράδεκτο.


Το κομμάτι που ταιριάζει σήμερα σε όλα: μέρα, εποχή, διάθεση, ρούχα κλπ, είναι το Golden Brown των Stranglers. Είναι αυτό που λέμε "διαχρονική αξία", κάτι σαν τη κλασσική μπεζ καπαρντίνα που συναντάς πλέον παντού. Κάναμε την "ανάγκη" μας, μόδα. Όχι ότι δεν συμβαίνει συχνά.


Όσο το τραγουδώ, τόσο περισσότερο ταιριάζει. Εγώ δεν ταιριάζω με τίποτα! Και το τραγουδώ με μανία, όπως μασάς εσύ τη τσίχλα απ' το πρωί. Κι όλο σκέφτεσαι να τη φτύσεις, να απελευθερωθεί το στόμα σου αλλά όλο και με περισσότερη μανία ανοιγκλείνεις τη γνάθο.


Όμως, δεν θέλω τίποτα να πω και τραγουδώ...


Get this widget Track details eSnips Social DNA





Golden brown texture like sun

Lays me down with my mind she runs

Throughout the night

No need to fight

Never a frown with golden brown
Every time just like the last

On her ship tied to the mast

To distant lands

Takes both my hands

Never a frown with golden brown
Golden brown finer temptress

Through the ages she's heading
West

From far away

Stays for a day

Never a frown with golden brown
Never a frown

With golden brown

Never a frown

With golden brown

Παρασκευή 9 Μαΐου 2008

Ωδή στον αγχωμένο Έλληνα blogger



Το blogging ερωτεύθηκα
και πόσταρα όλη μέρα
Παράτησα σπίτι, δουλειά
Τα πάντα στον αέρα!

Να γένω πάσχιζα κι εγώ
μία διάσημη blogger
μα θέλω ξόρκι μαγικό,
ωσάν τον Harry Potter!

Ολονυχτίς το έγραφα
το πόνημα στο laptop
Τη μέρα εχανότανε,
επήγαινε στον πάτο!

Κάτι ψυχοπονιάρηδες,
ένιωσαν τον καημό μου
Και μου εκδήλωσαν σαφώς
πως είναι στο πλευρό μου!

Και κοίταζα με προσμονή
τα σχόλια στο πόστο
Όμως δεν ήταν αρκετά
για να με καθιερώσω!

Το πρόβλημα συνάδελφοι
αν το κατανοείτε,
Το φτωχικό μπλογκάκι μου
να το επισκεφθείτε!

Αν καταφέρω και εγώ
σε ένθετο "ν' ανέβω",
εφημερίδας ξακουστής
χωρίς καν να "επέμβω"

Θα σας χρωστώ πραγματικά
μεγάλη ευγνωμοσύνη
Θα σας αφήσω ήσυχους
μέσα στην μπλογκοσύνη!

Κι εσείς bloggers αδέρφια μου
ποστάρετε με πάθος
Ώσπου μια μέρα όλους μας,
να μας χτυπήσει ο "δάκος"...


Από εκείνα τα "χαμένα αριστουργήματα" του site που έπεσε στο βωμό του εκσυγχρονισμού, αφιερωμένο στον φίλο που μου το ζήτησε. (Μήτσο εντάξει, δεν έχω ταλέντο στη ποίηση αλλά δεν βαριέσαι; Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα σε τούτη τη ζωή!)


Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2008

Give a bit of book to me and I'll give a bit of book to you...


Το αγαπητό μου Καλειδοσκόπιο (να ' χει την υγειά του), με προσκάλεσε σε ένα άλλο βλογιοπαίγνιδο του οποίου την χρησιμότητα δεν έχω καταλάβει ακριβώς, όπως άλλωστε και στα προηγούμενα βλογοπαίγνιδα που έχω συμμετάσχει κατά καιρούς. Δεν θα γκρινιάξω άλλο όμως. Όχι πως δεν θέλω, τουναντίον! Αλλά να, αυτό το rehab περιελάμβανε μεγάλες δόσεις αγχολυτικών και αυτό όσο να 'ναι, μου κόβει κάπως τη φόρα. Τέλος πάντων, θα κάμω ότι μπορώ!

Οι κανόνες (μπα!) Παίρνεις λέει το κοντινότερο σ' εσένα βιβλίο και το ανοίγεις στη σελίδα 123. Ένσταση! Τα βίπερ Νόρα σε pocket size δεν έχουν πάνω από 123 σελίδες κι αν έχουν, είναι εκείνο το σημείο που εκείνος ο θεληματικός την πιάνει σφιχτά από τη μέση και την φιλάει με πάθος. Τσόντα θα το κάνουμε;;; Δεν λέει. Σέρνεται και λογοκρισία στα blog.

Και αφού το βρούμε το βιβλίο που είναι ομπροχέρου (κοντά μας πάει-να-πει), γιατί ως γνωστών είμαστε ούλοι βιβλιοφάγοι κι έχουμε σωρούς τα βιβλία γύρω μας και αφού το ανοίξουμε στην πολυπόθητη σελίδα νούμερο 123 (μη λαθέψετε!), αντιγράφουμε τις περιόδους 6,7,8. Τώρα εντάξει άμα σ' αρέσει και η 9 χώστη μέσα, δεν βαριέσαι;;; Ποιος θα τα διαβάσει άλλωστε;

Το βιβλίο:

Το πιο light που κατάφερα να βρω γύρω μου έχει τίτλο: "13 Ιστορίες Άμεσης Θεραπείας - Reality Therapy" και συγγραφέας του είναι ο Ψυχίατρος - Ψυχοθεραπευτής William Glasser, M.D. Ανοίγω λοιπόν τη σελίδα 123 και σας αντιγράφω τα παρακάτω:


"Γνωρίζω αρκετά για τον ποιοτικό κόσμο, και είμαι σίγουρος ότι σ' αυτόν το κόσμο ο Τζορτζ είναι γυναίκα και δεν θα μπορέσει ποτέ να νιώσει ευτυχισμένος σαν άνδρας. Θα ήταν μια απάτη αν τον συμβούλευα με διαφορετικό τρόπο. Γνωρίζω όμως, επίσης, ότι μια εγχείρηση αλλαγής φύλου δεν είναι κάτι απλό. Ο κύριος λόγος που ο Τζορτζ θέλει να αυτοκτονήσει, αντί να συνεχίσει να υποφέρει, είναι, ότι νιώθει όλο και περισσότερο ότι θα είναι μόνος του μετά την εγχείρηση. Συμφωνώ μαζί του, ότι θα τον βοηθήσει η αποδοχή της γυναίκας του. Όμως, η αποδοχή της δεν είναι τόσο σημαντική για την επιτυχία της εγχείρησης . Όπως και να έχει, θα είναι στο δικό του χέρι να χειριστεί σωστά τη γυναίκα του."



Κρατώ τη σκυτάλη από το Καλειδοσκόπιο διότι ανακάλυψα ότι ταιριάζει ωραίο στο σκρίνιο μου και δίνω την πάσα μου οπωσδήποτε και ανυπερθέτως(!) στους:

Βασιλικός κι α μαραθεί την μυρωδιά την έχει (μπας και ξεκουνηθεί), Gremlin, Zbarokopimenos, Velvet, SvenN, ManicNetPreacher και σ΄όποιον άλλον έχει την ευχαρίστηση.

Hasta la vista!

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2008

Η Φιορούλα είναι ερωτευμένη... αντακάπου!

Μετά από 2 μήνες, 3 μέρες, 5 ώρες, 34 λεπτά και κάτι ψιλά, γύρισε επιτέλους η Φιορούλα μου, γύρισε! Αχ μετά από όλη αυτή τη θλίψη των τελευταίων ημερών, είμαι ξανά τόσο μα τόσο χαρούμενη. Τολμώ να πω, ευτυχισμένη!

Η Φιορούλα μου θα έμενε στην Γερμανία μόνο για την περίοδο των γιορτών, κοντά στον αγαπημένο της Βιτόριο. Να μην τα ξαναλέμε περί Βιτόριο... Τελικά υπέκυψε στις πιέσεις του αγαπημένου της και των κολλητών του, που την είχαν καταβρεί με τα μαθήματα τσιφτετελίου που τους παρέδιδε κι έκατσε ένα μήνα. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, είπε να μείνει λίγες μέρες στην Αθήνα, να την απολαύσουν και οι εκεί θαυμαστές της και για να αλλάξει λίγο παραστάσεις, μετά από ένα μήνα που έβλεπε αγρούς και γελάδες. Εκεί στην Αθήνα, εκεί την βρήκε το τραγικό χτύπημα της μοίρας. Την βρήκε ακριβώς στο δόξα πατρί!

Φιλοξενήθηκε στο σπίτι γνωστού κομμωτή -στους αθηναϊκούς sic κύκλους- με αντάλλαγμα (τίποτα δεν γίνεται σήμερα χωρίς αντάλλαγμα) αυτός να χρησιμοποιήσει τα μαλλιά της ώστε να κάνει πρακτική σε όλα τα νέα κουρέματα, χρώματα και χτενίσματα που έμαθε στο τελευταίο του ταξίδι στο Παρίσι. Τελικά το αποτέλεσμα ήταν εκθαμβωτικό και όλα προμήνυαν πως κάτι συνταρακτικό θα ερχόταν να ταράξει την ήσυχη ζωή της. Αν και πλέον, κυκλοφορούσε με περούκα λόγω κάποιου ατυχήματος με το οξυζενέ, απάνω στην 14η αλλαγή χρώματος μέσα σε μία μέρα.

Κι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου τη στιγμή ακριβώς που η Φιορούλα συνδεόταν με το laptop του κομμωτή της στο διαδίκτυο, ώστε να λάβει τα μηνύματα που της είχαν αποστείλει, όσο καιρό έλειπε. Η αρχική της απογοήτευση βλέποντας στο ηλεκτρονικό της ταχυδρομείο μόνο 3.563 ηλεκτρονικά μηνύματα, γρήγορα ξεπεράστηκε όταν ανοίγοντας το facebook βρήκε να την περιμένει το μήνυμα εκείνου!

Εκείνον, δεν τον γνώριζε καθόλου η καλή μου αλλά της είχε κάνει κλικ η φάτσα του, από την πρώτη στιγμή που της ζήτησε να τον προσθέσει στη λίστα των φίλων του. Του απάντησε σύντομα και περιεκτικά : "Σου αρέσει ο μπακλαβάς ή προτιμάς την black forest;". Ακολούθησε μια ενδιαφέρουσα στιχομυθία που η ηθική μου δεν μου επιτρέπει να σας μεταφέρω και τελικά δεν συναντήθηκαν. Η Φιορούλα μου, έμεινε έναν ολόκληρο μήνα στην Αθήνα κάνοντας ψώνια στο Κολωνάκι και βγαίνοντας με φίλους. Εκείνον όμως, αποφάσισε πως δεν θέλει να τοn δει. Πράγμα που δείχνει πως η Φιορούλα πάλι είναι ερωτευμένη και πάλι θα μου ζαλίζει το κεφάλι αλλά τι να κάνω; Την αγαπάω!

Προσπάθησε να τον διώξει από τη σκέψη της και βγήκε με διάφορες ενδιαφέροντες, τω όντι, άντρες αλλά η καρδιά της είχε μετακομίσει πλέον από το μικρό χωριουδάκι της Γερμανίας, στο κέντρο των Αθηνών. Ο κύβος είχε πέσει, στο κεφάλι της και το καρούμπαλο ήταν αρκετά εμφανές προχθές που την συνάντησα επιτέλους!

Βγήκαμε να πιούμε ένα ποτό, να γιορτάσουμε την επιστροφή της στα πάτρια εδάφη αλλά τελικά το ήπια μόνη μου κι αυτό και το επόμενο και το μεθεπόμενο. Η Φιορούλα έβγαινε συνέχεια έξω από το μπαρ όπου διασκεδάζαμε για να στείλει μήνυμα, δεν έπιανε το κινητό εντός. Κι εδώ έχω να καταγγείλω πως είναι απαράδεκτο να μην έχει κάλυψη η vodafone λίγο έξω από την Χώρα.

Τελειώνω εδώ το ποστ γιατί αν γράψω κι άλλα όπως π.χ. ότι εκεί που έστελνε μηνύματα πέρασε ένας πρώην της δεσμός και θυμηθήκαμε τα παλιά, πάλι θα με βρίζει ότι την κάνω ρεζίλι στο πανελλήνιο!

Φιορούλα μου γλυκιά, καλή τύχη με τον "άνθρωπο - οβίδα"!

Δευτέρα 21 Μαΐου 2007

Φιορούλα: Pure Hoodia!


Η Φιορούλα, είναι σε απόγνωση! Πρέπει άμεσα να χάσει τουλάχιστον 10 κιλά περιττό βάρος. Έχει δοκιμάσει τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου και του λουσίματος με γνωστής μάρκας σαμπουάν. Δεν γίνεται τίποτα!

Η σκληρή δίαιτα δεν αποδίδει. Ο μαγικός ζωμός, ούτε. Το τρίψιμο με φύκια από το Περού, τζίφος. Η κατανάλωση αλατιού από τα Ιμαλάια, ούτε αποτέλεσμα είχε και την εξανάγκασε να ξεπουλήσει στο e-bay την πολύτιμη συλλογή με πεταλούδες, που της είχε αφήσει κληρονομιά ο 2ος σύζυγός της (όπως μπαίνεις, τρίτη πόρτα δεξιά).

Τι να κάνει η έρμη; Μέχρι και τρεις ώρες την ημέρα δονήσεις στο power plate, έκανε. Δοκίμασε και τον βελονισμό, τον διαλογισμό, το νατουραλισμό καθώς και τον μακιαβελλισμό. Νιέντε! Τίποτα!

Ο χρόνος της είναι περιορισμένος. Ο Βιτόριο θα έρθει να την επισκεφθεί τον καυτό μήνα Αύγουστο και πρέπει απαραιτήτως να έχει ξεφορτωθεί μεγάλο μέρος των λιποστρωμάτων που αγκαλιάζουν το αλαβάστρινο σώμα της. Ήταν κατηγορηματικός στο τελευταίο του mail: “Φιορούλα, δεν αντέχω άλλο να σηκώνω το βάρος σου, έχω πάθει ρήξη συνδέσμων, κάνε κάτι αγαπημένη… με χάνεις!”

Η Φιορούλα απελπισμένη… Όμως, μια μέρα που καθόταν στον καναπέ, τυλιγμένη με ειδικές μεμβράνες που καίνε το λίπος, χτύπησε το τηλέφωνο! Ω του θαύματος, ήταν η θεία απ’ το Σικάγο, η οποία της πρότεινε ένα εξαιρετικό προϊόν, με υψηλά ποσοστά επιτυχίας! Τον κάκτο hoodia from South Africa! Οι μαγικές του ιδιότητες, θα μεταμορφώσουν τη Φιορούλα στο πιο ποθητό πλάσμα του κόσμου. Βέβαια αν δεν πετύχει… υπάρχει ακόμα η λύση της τοποθέτησης δακτυλιδιού στο στομάχι…

Καλή επιτυχία Φιορούλα και μην ξεχνάς: Eat well - Stay fit -Die anyway!

Για τις φίλες που θέλουν πληροφορίες για τον κάκτο hoodia και τις ευεργετικές του ιδιότητες, voila: http://www.purehoodia.co.uk/

Κυριακή 20 Μαΐου 2007

Φιορούλα: Piensa en mi!

Η φίλη μου η Φιορούλα, είναι ερωτευμένη. Πολύ ερωτευμένη. Κάργα που λέμε. Ο έρωτάς της ακούει στο όνομα Βιτόριο. Είναι ένα όμορφο παλικάρι (μεταξύ μας τουλάχιστον 15 χρόνια μικρότερός της) και κατάγεται από την Αργεντινή. Η μαμά του είναι Ιταλίδα και ο πατέρας του Αργεντίνος. Ο ίδιος έχει Ιταλικό διαβατήριο και ζει μόνιμα στην Γερμανία.

Πρόσφατα η φίλη μου, μου διηγήθηκε την ιστορία του Βιτόριο και πως η μοίρα ένωσε τις τύχες τους. Την ιστορία του ο Βιτόριο την είπε στη Φιορούλα χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του σώματος γιατί τα γερμανικά του είναι ελάχιστα (ζει μόνο 3 χρόνια στη Γερμανία). Η Φιορούλα όμως δεν μασάει με τίποτα, μιλάει 8 γλώσσες εκτός από ισπανικά που είναι η γλώσσα του Βιτόριο αλλά άμα υπάρχει αγάπη… οι άνθρωποι συνεννοούνται… (ω του θαύματος!).

Ο Βιτόριος το λοιπόν, κατάγεται από καλή οικογένεια της Αργεντινής, οικονομικά επιφανής. Μια μέρα ο πατέρας του, πήρε μια γκόμενα Ουρουγουανή που είχε και πήγανε διακοπές στα Φίτζι. Άφησε τον Βιτόριο να προσέχει το εργοστάσιο, όσο θα έλειπε. Ο Βιτόριο αμούστακο παιδί –μόλις 16 ετών- χρειάστηκε 3 μέρες για να ρίξει την αυτοκρατορία του πατέρα του.

Ήθελε να κάμει το καλό αφεντικό και κατέβηκε στο διάλειμμα των εργαζομένων να κολατσίσουνε παρέα. Ε, κάποιος εργάτης έβγαλε κάτι ζάρια, μικρό παιδί ο Βιτόριος, δεν ήθελε και πολύ… Τα έπαιξε όλα και τα έχασε όλα! Όταν κατάλαβε ότι έχασε και το τελευταίο πράγμα που του είχε απομείνει (δεν μπορώ να σας πω ποιο ήταν, για λόγους ευθιξίας), σκέφτηκε καλά και αποφάσισε ότι ο μόνος δρόμος ήταν η φυγή. Τα μάζεψε λοιπόν κι έφυγε μια νύχτα χωρίς φεγγάρι, λαθρεπιβάτης, σε πλοίο φορτηγό, προς άγνωστη κατεύθυνση. Φοβόταν πιο πολύ το να γυρίσει ο πατέρας του και να τον βρει ακόμα στην Αργεντινή. Η γκόμενα από την Ουρουγουάη ήξερε κουνγκ-φου και συνήθως ο πατέρας του Βιτόριο, την έβαζε να καθαρίζει για πάρτη του όταν είχε μπλεξίματα με τα καρτέλ της κοκαΐνης. Ο Βιτόριος την έτρεμε πραγματικά!

Μετά από μέρες ταξίδι, το πλοίο έπιασε λιμάνι και ο Βιτόριος που τόσες μέρες ζούσε με κονσέρβες, κατέβηκε. Ευτυχώς κανείς δεν τον είχε ανακαλύψει. Γρήγορα κατάλαβε ό,τι βρισκόταν στην Ιταλία. Την πατρίδα της μητέρας του. Με τα καθόλου ιταλικά που γνώριζε κατάφερε να πιάσει δουλειά σε μια πιτσαρία σαν ντελίβερι-μπόι. Τα λεφτά δεν ήταν καλά αλλά είχε και τα τυχερά του όταν παρέδιδε πίτσες σε κάτι χήρες μαφιόζων, από τη Σικελία. Σε τρεις μήνες, κατάφερε να νοικιάσει δικό του διαμέρισμα και να αγοράσει κι ένα δίχρονο παπί για τις μεταφορές του. Μεταχειρισμένο ήταν αλλά τη δουλειά του την έκανε.

Έτσι κύλαγε ο καιρός και ο Βιτόριο κατάφερε να μάθει τα βασικά ιταλικά για να μπορεί να συνεννοηθεί με τις χήρες. Αγόρασε και βέσπα και γυαλιά Αρμάνι. Ώσπου μια μέρα τον ανακάλυψε ένας κυνηγός κεφαλών, βαλτός από τον πατέρα του. Τον επέστρεψε πακέτο στην Αργεντινή και από εκεί ο πατέρας του τον έστειλε στην Αυστρία σε ένα τάγμα καπουτσίνων. Έμεινε εκεί μόνο 2 μήνες. Δεν άντεξε την πίεση. Ένα βράδυ πέταξε το ράσο και πήδησε από το μπαλκόνι. Γερή κράση όπως είναι οι Αργεντίνοι, δεν έπαθε τίποτα. Σκαρφάλωσε σε ένα φορτηγάκι με πατάτες και … βρέθηκε ξανά στην Ιταλία.

Εργάστηκε σε άλλη πιτσαρία, σε άλλη πόλη και δεν πέρναγε καλά, στην αρχή. Δεν υπήρχαν χήρες μαφιόζων να τον χαρτζιλικώνουν αλλά γνώρισε μια ζωντοχήρα μμμ μούρλια. Μόνικα Μπελούτσι ένα πράγμα. Καλά περνάγανε και ο νεαρός με μεγάλη υπομονή κει επιμονή, κατάφερε να πάρει το πολυπόθητο ιταλικό διαβατήριο. Τον βοήθησε και η ζωντοχήρα που είχε έναν παλιό γκόμενο στην αστυνομική διεύθυνση. Να ‘ναι καλά ο άνθρωπος.

Την δεύτερη φορά που τον ανακάλυψε ο πατέρας του, δεν μπόρεσε να αιχμαλωτίσει το ελεύθερο πνεύμα του Βιτόριο, μα ούτε και το θεϊκό κορμί του! Ξέφυγε από τα χέρια της Ουρουγουανής που πήγε αυτοπροσώπως να τον βρει στην Ιταλία, πέρασε τα σύνορα και έφτασε στη Γερμανία. Μέρες και νύχτες περπάταγε αλλά τα κατάφερε!

Από τα σύνορα τον περιμάζεψε ένας τελωνιακός που ήταν λίγο gay και του προσέφερε ένα πιάτο φαί κι ένα καθαρό κρεβάτι να ξαποστάσει. Ο Βιτόριος, εκτιμώντας τα όσα έκανε γι’ αυτόν ο καλός τελωνιακός, υπέκυψε στις σεξουαλικές του ορέξεις και συγκατοίκησαν για έναν ολόκληρο χρόνο.

Όλον αυτόν τον χρόνο, ο Βιτόριος δεν εδούλευε καθόλου. Τον τάιζε ο τελωνιακός. Πέρναγε μια χαρά δηλαδή. Όμως μια μέρα, τα σκέφτηκε καλά. Κατάλαβε πως ήταν άντρας πια και αποφάσισε να κάνει ένα μπραφ στη ζωή του! Ε, το έκανε. Παράτησε τον καλό κύριο που του έδωσε τα πάντα (αχάριστοι νέοι) και βγήκε πάλι στον δρόμο, μόνο με τα ρούχα που φορούσε και μισό πακέτο τσιγάρα.

Σαν καπάτσο παιδί που ήταν, κατάφερε εύκολα να βρει δουλειά σε κάτι αποθήκες. Τι ακριβώς αποθήκες είναι δεν έχουμε καταλάβει γιατί δεν κατάφερε με τα νοήματα, να το κάνει κατανοητό στη Φιορούλα. Κάτι αποθήκες, τέλος πάντων. Βρήκε κι ένα μικρό σπιτάκι έκανε φίλους και πέρναγε μια ήρεμη, προλεταριακή ζωή. Μέχρι που η μοίρα του, του έφερε τη Φιορούλα στη πόρτα του.

Η Φιορούλα είχε πάει με έναν γκόμενο στη Γερμανία για την Πρωτοχρονιά. Τους φιλοξενούσαν ένα ζευγάρι φίλοι του γκόμενου, που τυχαία είναι κολλητοί του Βιτόριου. Από την πρώτη στιγμή που διασταυρώθηκαν τα βλέμματα τους, κατάλαβαν πως είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Η Φιορούλα άφησε τις ηθικές αναστολές –που δεν είχε- στην άκρη. Άφησε και τον γκόμενο και μετακόμισε απέναντι στου Βιτόριου. Περάσανε μέρες και νύχτες πάθους. Η Φιορούλα, όταν ο Βιτόριο πήγαινε για δουλειά, έκανε βόλτες στα γύρω μέρη με τον κερατωμένο γκόμενο ο οποίος ήταν καλό παιδί αλλά λίγο άτυχο. Είχε νοικιάσει και ένα φοβερό αυτοκίνητο και πέρναγε όμορφα η ώρα τους.

Οι μέρες όμως κύλησαν γρήγορα… Όπως γρήγορα κυλούν για όλους τους ερωτευμένους όταν είναι μαζί. Ήρθε η μέρα να αποχωρήσει η Φιορούλα. Να επιστρέψει στην Ελλάδα. Την περίμεναν άλλωστε ο άντρας και τα 3 παιδιά της. Δεν μπορούσε να τους παρατήσει χωρίς έστω μια εξήγηση.
Ώρες έκλαιγαν αγκαλιασμένοι στο “goodbye” του αεροδρομίου. Ο μ’αγαπάς κι η σ’αγαπώ. Έδωσαν όρκους αιώνιας αγάπης. Μιλάνε καθημερινά στο τηλέφωνο κι η Φιορούλα έχει πουλήσει το αυτοκίνητό της για να πληρώσει τους λογαριασμούς του τηλεφώνου. Κάνει και μαθήματα ισπανικών για να μπορεί αν επικοινωνήσει πλήρως με τον έρωτά της. Ο Βιτόριο κάνει γερμανικά για να μπορεί να επικοινωνήσει με το αφεντικό του. Όλα είναι καλά. Ελπίζω ειλικρινά αυτός ο έρωτας να κρατήσει για πάντα. Είναι τόσο τρυφερός, τόσο αγνός έρωτας.

Αγαπημένη μου Φιορούλα, κάνε κουράγιο. Αγάντα! Ξέρεις στην αρχή είχα ενδοιασμούς, μα αφότου είδα τους κοιλιακούς του στην ψηφιακή σου μηχανή, δεν έχω κανέναν! Μη φοβάσαι τη φωτιά! Προχώρα!

Πέμπτη 10 Μαΐου 2007

Στου φεγγαριού το τάσι...



Εκείνη τη περίοδο, ήμασταν όλοι επηρεασμένοι από το βιβλίο του Γ. Σεφέρη “Έξι νύχτες στην Ακρόπολη”. Φευγάτοι, ήδη, από τη μικρή κοινωνία που μας μεγάλωσε, άλλος εδώ κι άλλος παραπέρα. Καλοκαίρι όμως πάλι μαζί, στον ίδιο παρανομαστή.

Σαν αστείο ξεκίνησαν οι “βραδιές ποίησης και φιλοσοφίας”. Σαν αστείο συνεχίστηκαν. Σαν αστείο, δεν έμειναν μέσα μας. Όχι τώρα, μετά από τόσα χρόνια.

Ο φεγγαρολουσμένος Λόφος του Στράνη, πάντα φιλόξενος. Έτοιμος να περιθάλψει τις εσωτερικές μας ανησυχίες. Ανησυχίες προς πάσα κατεύθυνση. Μόνο μία ανησυχία αντιστεκόταν -σθεναρά τότε- και την έλεγαν θάνατο. Πιστεύαμε πως δεν μας αφορούσε.

Ανεβαίναμε το πλακόστρωτο με ζωηρά, χαρούμενα βήματα. Κουβαλάγαμε όλα τα σύνεργα: βιβλία, κιθάρες, νερά, τσιγάρα. Κάποιες φορές και σουβλάκια και μπύρες. Καλή η τροφή του πνεύματος αλλά και τα στομάχια μουγκρίζανε.

Το μικρό αμφιθέατρο του Λόφου, είχε γίνει δικό μας. Θυμάμαι τους φίλους να διαβάζουν λυρική ποίηση του Κάλβου και τα σκυλιά από το διπλανό σπίτι να θέλουν να τους ξεσκίσουν.
Με κάλεσαν ένα βράδυ να παρουσιαστώ στη σκηνή. Παρουσιάστηκα χωρίς δεύτερη κουβέντα. Έκατσα κάτω οκλαδόν και κάπνιζα. Πέρασαν κάποια λεπτά σιωπής, ώσπου ένας φίλος ρώτησε που είχα το βιβλίο μου.

“Δεν έχω βιβλίο σήμερα!”, αποκρίθηκα.
“Και τι θα κάμεις; Θα κάθεσαι να καπνίζεις κι εμείς να σε κοιτάμε;”
“Ε, αφού δεν είμαι ευχάριστο θέαμα κι αφού δεν μπορείτε να κάτσετε χωρίς να κάνετε τίποτα, απλά να υπάρχετε… Θα σας τραγουδήσω…”, τους είπα χαμογελώντας κι οι φίλοι άρχισαν να γελάνε και να μου πετάνε άδεια τενεκεδάκια από μπύρες.
Εγώ, απτόητη! Άρχισα να τραγουδάω : “ Τέσσερα πόδια δυνατά και μια κουτσή κιθάρα, να ‘χαμε τώρα δυο τσιγάρα και δύο για μετά…”

Δεν άκουγαν. Μιλάγανε μεταξύ τους, γελάγανε, με χλευάζανε, μου φωνάζανε να σταματήσω γιατί θα εξαγριώσω τα σκυλιά του γείτονα. Εγώ τίποτα. Δεν τους άκουγα. Συνέχιζα: “Θα ‘ταν ο κόσμος μαγικός, παράδεισος η πλάση, σου φεγγαριού το τάσι, καφές βαρύ γλυκός…”

Και άκουσαν. Κόπασε ο σαματάς. Έκατσαν πίσω, χαλαροί, πίνοντας μπύρα κι άκουγαν. Το τελευταίο ρεφρέν το είπαμε όλοι μαζί χορωδιακά και τα σκυλιά δεν έβγαλαν άχνα.

Έτσι οι “βραδιές ποίησης” μπήκαν σε άλλη τροχιά. Γύρω από το μνημείο της Ελευθερίας, καθισμένοι οκλαδόν ή στο μουράγιο δίπλα –δίπλα, χειροπιασμένοι να τραγουδάμε : “… απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας…” και τα πόδια μας να αιωρούνται πάνω από τα λιοστάσια του κάμπου.

Ζαλισμένοι από τις μπύρες να αναρωτιόμαστε αν θα μπορούσαν να μας ακούσουν στο Μεσολόγγι, όπως ο Σολωμός από το ίδιο σημείο που καθόμασταν, μπόρεσε κι άκουσε (;) τα κανόνια του Μεσολογγίου κι έγραψε τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους” και τον “Ύμνο στην Ελευθερία”.

Και μετά; Χαθήκαμε στις Πόλεις…

Τετάρτη 2 Μαΐου 2007

Μια βόλτα

Πριν λίγες μέρες πήγα μια βόλτα με το αυτοκίνητο. Μόνη. Στη λιακάδα. Είχα κατά νου να τραβήξω προς Γέρακα, όπου είχα χρόνια να πάω. Φτάνοντας στο Αργάσι, εγκατέλειψα την ιδέα. Ο χρόνος μου ήταν περιορισμένος, δεν προλάβαινα να φτάσω εκεί που επιθυμούσα. Προχώρησα όμως προς το Ξηροκάστελλο, βυθισμένη σε σκέψεις και καλές και κακές, και όμορφες και άσχημες, και γλυκές και πικρές. Έκανα επί τόπου στροφή και γυρίζοντας πίσω προς τη Χώρα, συνειδητοποίησα πως όλες αυτές οι σκέψεις, είχαν να κάνουν με τα τελευταία 4-5 χρόνια της ζωής μου -το πολύ- λες και πριν από αυτό το διάστημα, δεν υπήρχα.

Καθώς πλησίαζα πάνω από τα βράχια του Αγούλου, άρχισαν να σκάνε στο μυαλό μου, βεγγαλικές θύμισες. Καλοκαίρι του '98, πήγα πρώτη φορά εκεί. Στα "Ιερά Βράχια του Αγούλου", όπως τα αποκαλούσε ο Κώστας. Δεν ήταν το μόνο πράγμα που έκανα καθυστερημένα στη ζωή μου, σε σχέση με τους φίλους μου. Από την άλλη, υπάρχουν και τόσα πράγματα που έγιναν πολύ νωρίς ή που θα μπορούσαν να μην έχουν γίνει και καθόλου... Μπέρδεμα!

Στην παρέα με είχε πάει μια φίλη. Συναντηθήκαμε με τους άλλους σε ένα σπίτι της αρωγής. Τους περισσότερους τους ήξερα φατσικά, έστω. Έλλειπα και κάποια χρόνια από το νησί. Είχα χάσει επαφή. Με κεράσανε παγωμένη μπύρα και καθόμουνα οκλαδόν στη βεράντα. Ναι, ένοιωθα αμήχανα αλλά δεν το έδειχνα κι ας με κάρφωναν οι περίεργες, διερευνητικές ματιές των γύρω μου. Μου φάνηκε ό,τι είχαν περάσει ώρες όταν ακούστηκε ξαφνικά το σύνθημα: Πάμε! Σηκωθήκαμε και μπήκαμε στα αυτοκίνητα, άλλοι καβαλήσαμε τα μηχανάκια. Η πομπή ξεκίνησε και θύμιζε ταινία του '60, με επαναστατημένα αγόρια και ατίθασα κορίτσια να κινούνται πάντα ομαδικά με τα μηχανοκίνητά τους.

Φτάσαμε στου Αγούλου με φωνές, γέλια, πειράγματα. Μια συνηθισμένη παρέα αιώνιων εφήβων (ή μεταεφήβων). Καμώθηκα ό,τι ξέρω το μέρος, είπα πως είχα ξαναπάει παλιότερα. Ψέματα. Ντρεπόμουν να πω πως πήγαινα πρώτη φορά. Άλλωστε, το ένοιωθα τόσο οικείο που πραγματικά το πίστεψα πως είχα ξαναπάει, κάποτε...

Δεν ήταν κανείς άλλος στους βράχους. Μόνο εμείς αποτελούσαμε τους λουόμενους της μέρας. Κανείς δεν βούταγε για ώρα. Αλειφόμασταν με αντηλιακά που μύριζαν έντονα, πάντα με την ανάλογη μουσική υπόκρουση : ροκ, ανεξάρτητη, electro. Ακούω ξανά τον αντίλαλο των στίχων που χτύπαγαν με δύναμη στους βράχους: So close no matter how far, coulnd't be much more from the heart, forever trustin' who we are, and nothing else matters...

Πλύναμε φρούτα της εποχής στη θάλασσα και τα τρώγαμε νωχελικά. Η φίλη μου, μου έφτυσε ένα κουκούτσι από κεράσι στα μούτρα. Αηδία, σκέφτηκα. Δεν μίλησα καθόλου. Η παρέα απλωμένη στους βράχους. Χρωματιστά βότσαλα σε λευκό φόντο. Άρχισαν να βουτάνε κάποιοι. Μου φώναξαν να ακολουθήσω. Σηκώθηκα κάπως ζαλισμένη. Βούτησα από το ψηλότερο σημείο του βράχου, σίγουρη για την βουτιά μου. Σίγουρη πως θα τους εντυπωσιάσω όλους. Μια υπέροχη βουτιά στο παγωμένο νερό. Η καρδιά μου πόνεσε από το κρύο. Βγήκα στην επιφάνεια κι όλοι με κοίταζαν σαν χαζοί. Ρώταγαν αν είμαι καλά. Μια χαρά! Πολύ καλά ήμουν...

Κολύμπησα για λίγο και βγήκα στον ήλιο να στεγνώσω. Μια κοπέλα είχε βιντεοκάμερα μαζί της. Είχε τραβήξει την βουτιά μου, μου την έδειχνε και μου άρεσε. Ο Κώστας με το Νίκο στρίβανε τσιγάρα, σαν καραβιών φουγάρα... Ζέστη, καυτός ήλιος, παρέα, μουσική, φρούτα, τσιγάρα και γέλια, γέλια, γέλια! Μόνο γέλια, πάντα γέλια.

Μετά από μήνες, Άνοιξη ξανά, κατεβήκαμε βράδυ στα βράχια. Τρεις φιγούρες μες στα σκοτάδια. Φύσαγε πολύ. Ήταν σκοτάδι. Κάτσαμε στους βράχους, χαμένοι στις παραισθήσεις. Η Μαργαρίτα φοβήθηκε. Κάτι έβλεπε. "Μην φοβάσαι, σου φυλάω τα νώτα!", της είχα πει. Μαύρα βότσαλα σε μαύρο φόντο. Φύγαμε κυνηγημένοι από έναν απαίσιο βοριά που θα μπορούσε να μας είχε ρίξει στη θάλασσα.

Έφτασα στη Χώρα. Ωραίες οι αναμνήσεις αλλά έχω μια απορία: Γιατί έπαιζα με τη ζωή μου; Καλά, θα το σκεφτώ άλλη ώρα. Πάω super market.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2007

ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ!

Ο μυστηριώδης κύριος, με το sic όνομα Th. Unfaithful, κάνει μια δυναμική παρουσία στους "λογοτεχνικούς κύκλους", με την υπεροχότατη τριλογία του. Τα διάβασα και τα τρία μονορούφι και τα προτείνω χωρίς φόβο και πάθος.

Βιβλίο 1ο: ΑΠΙΣΤΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ
Η τέχνη της απιστίας. Το απόλυτο εγχειρίδιο για κάθε επίδοξο-η άπιστο-η. Πρακτικές συμβουλές καθώς και ειδικές ασκήσεις για να απιστήσετε με σιγουριά και ασφάλεια.








Βιβλίο 2ο: ΧΩΡΙΣΜΟΥ ΕΓΚΩΜΙΟΝ
Η τέχνη του να χωρίζεις με στυλ. Για αυτούς που δεν αφομοίωσαν το πρώτο βιβλίο και πιάστηκαν να διαπράττουν το έσχατο αμάρτημα της απιστίας προς τον-την σύντροφο. Για όσους επίσης, θέλουν να κάνουν το μπραφ και να χωρίσουν αλλά δεν τολμούν. Χρήσιμες συμβουλές για να ζήσει κανείς, ξανά, ως εργένης.






Βιβλίο 3ο: ΒΙΤΣΙΩΝ ΕΓΚΩΜΙΟΝ
Μακράν το καλύτερο της τριλογίας του κ. Unfaithful. Για αυτούς που, πέρασαν από τις Συμπληγάδες (λέγε με γάμο), επιβίωσαν από τη Λερναία Ύδρα (λέγε με απιστία), νίκησαν το λιοντάρι της Νεμέας (λέγε με πεθερά) και αφού πήραν και το πτυχίο και το έκαναν κορνίζα (λέγε με διαζευκτήριο), αναζητούν άλλους τρόπους διασκέδασης. Ο απόλυτος οδηγός για να απελευθερώσετε τον καταπιεσμένο σας ερωτισμό. Ελάτε... μην ντρέπεστε! Όλοι μας έχουμε βίτσια!

Η τριλογία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΟΞΥ και η μετάφραση είναι της εξαιρετικής Σίσσυς Καπλάνη (ναι, ναι της "φωνής").