Τρίτη 9 Ιουλίου 2013
Το Κλουβί του
Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ
Από την πρώτη κιόλας φορά που τον συνάντησε, είχε δημιουργήσει μέσα στο μυαλό της ένα νοητό φάκελο με το προφίλ του. Το φάκελο αυτό, από καιρό σε καιρό τον εμπλούτιζε με νέα στοιχεία – κι ήταν λογικό καθώς περνούσε ο χρόνος και τον γνώριζε καλύτερα. Πάντως ομολογουμένως, δεν υπήρξε καμιά σπουδαία αλλαγή, πάνω σε εκείνη την αρχική της εντύπωση κι ας πέρασαν κιόλας 15 χρόνια έγγαμου βίου και τρεις φυσιολογικές γέννες των παιδιών τους.
Ήταν τόσο αταίριαστοι, που κι ένας ανόητος θα το καταλάβαινε. Εκείνος ζούσε με τη διαρκή αγωνία να είναι ξεχωριστός, με έναν ιδιαίτερο και αυτιστικό εγωκεντρισμό, που τον κουβαλούσε από τα γεννοφάσκια του. Με τη μελαγχολία του παιδιού, στα μάτια, και την διαρκή προσπάθεια να γίνει καλύτερος από τον πατέρα. Καλύτερος σε τι; Κανείς δεν ήξερε. Σίγουρα όμως κληρονόμησε από εκείνον την καθημερινή, σαν εικόνισμα, περιφορά του παχυλού Εγώ του. Σχεδόν ούρλιαζε, «Εδώ είμαι, κοιτάξτε με!».
Ένας απελπιστικά μίζερος άνθρωπος από τη φύση του, που γκρίνιαζε για όλους και για όλα, που θεωρούσε πως η Ζωή μόνο σε αυτόν χρωστάει –χωρίς όμως να κάνει καμία προσπάθεια για να εισπράξει- που εν τέλει μέσα του, αυτό θεωρούσε το εισιτήριο προς τον ένα και μοναδικό προορισμό: την επιτυχία και την αναγνώριση. Ναι, ήθελε να περπατάει στο δρόμο και όλοι να λένε: «Για δες Αυτός είναι!».
Ωστόσο, αυτός ο τυπάκος που μάλλον για λύπηση ήταν -είναι και προφανώς θα παραμείνει- δεν καταλάβαινε πως το μόνο που τον έκανε να ξεχωρίζει από τα εκατομμύρια των ομοίων του, ήταν το μεθοδευμένο του πείσμα και η παραμελημένη του οδοντοστοιχία. Ναι, μια άθλια οδοντοστοιχία, που προφανώς την παραμελούσε ώστε να έχει έναν ακόμα λόγο να γκρινιάζει. Ίσως βέβαια να ήλπιζε και σε κάποια ασθένεια που θα μπορούσε να επιφέρει η άσχημη στοματική του κατάσταση, μια ασθένεια που θα πρόσθετε ακόμα περισσότερους πόντους στη μιζέρια του. Τέτοιος ήταν.
Κατά τα άλλα, είχε σπουδάσει στην Ευρώπη κι είχε ζήσει σε διάφορες Χώρες. Γύρισε στην Ελλάδα μόνο και μόνο για να βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή, που έφυγε από τον Πολιτισμό για να επιστρέψει στον Τρίτο Κόσμο. Καταλαβαίνει κανείς τους λόγους, δεν χρειάζεται να επεξηγώ.
Για εκείνη δεν έχω να πω πολλά, δεν τη γνωρίζω και τόσο. Ίσως κανείς να μη τη γνωρίζει και τόσο… Ξέρω μόνο πως έχει σκληρό βλέμμα και την απελπισμένη ανάγκη να παραστήσει τη Μητέρα Τερέζα, σε όποιο προβληματικό πλάσμα, τυχαία διασταυρωθεί, με της ζωής της, το δρόμο. Κι έτσι τον αγάπησε, πράγματι και τον παντρεύτηκε κι έκανα τρία παιδιά μαζί του και δέχτηκε τα ξενοπηδήματά του και τη μιζέρια, μα πάνω απ’ όλα, την άθλια οδοντοστοιχία του.
Ειδικά μετά το τρίτο παιδί, η κατάσταση απόγινε. Εκείνος επινοούσε ιστορίες που μόνο μέσα στο μυαλό του τις ζούσε, προσπαθώντας να αντλήσει έμπνευση για κάποιο ποίημα, που πάντα της συφοράς ήταν, εκείνη τον πίεζε να καταλάβει τη σημασία της άσχημης οικονομικής τους κατάστασης, μάταια και τα παιδιά είχαν ολοένα και μεγαλύτερες ανάγκες, σε όλα τα επίπεδα.
Μια μέρα, κάθονταν όλοι μαζί στο καθιστικό. Τα παιδιά έπαιζαν, εκείνη χάζευε κάτι στην τηλεόραση κι εκείνος προσπαθούσε –χωρίς επιτυχία- να γράψει το ποίημα που θα τον έκανε διάσημο. Όλες του οι προσπάθειες γινόταν συνήθως μέσα στον πανζουρλισμό ώστε πάντα να υπάρχει δικαιολογία, για την αποτυχία.
Αφού έγραψε κι έσβησε πάνω από πενήντα φορές, τον τίτλο του ποιήματος –διαφορετικό την κάθε φορά- έγειρε πίσω στην καρέκλα του αποκαμωμένος και θαύμασε την λευκή οθόνη του υπολογιστή του. Σκέφτηκε πως ωραίο ήταν το λευκό και ίσως να μην έπρεπε να το «λερώσει» με γράμματα και σημεία στίξης και τότε γύρισε προς την οικογένεια, κι όπως ήταν όλοι εκεί μαζεμένοι τους απαθανάτισε με τη ψηφιακή του μηχανή, πέρασε την εικόνα στον υπολογιστή και τη θέση της λευκής σελίδας, πήρε η φωτογραφία της οικογένειας ακροβολισμένης σε καναπέδες και τραπεζάκια τσαγιού.
Έμεινε ώρες να χαζεύει την εικόνα με ικανοποίηση. Ώρες που αναπόφευκτα μέσα στο μυαλό του έκανε συγκρίσεις για την οικογένεια του πατέρα του, με μοναδικό παιδί τον ίδιο. Σε όλα τα σημεία υπερτερούσε: Είχε παντρευτεί πιο όμορφη γυναίκα, πιο έξυπνη και πιο καλλιεργημένη. Είχε κάνει τρία υπέροχα παιδιά ενώ ο πατέρας του μόνο ένα, από όσο γνώριζε τουλάχιστον. Είχε και ψηφιακή μηχανή για να κλειδώνει οικογενειακές στιγμές και να τις αρχειοθετεί σε ηλεκτρονικούς φακέλους. Υπερτερούσε, στα σίγουρα!
Βυθισμένος σε σκέψεις και συγκρίσεις, δεν κατάλαβε πως η οικογένεια αποχώρησε και δεν πήγε απλά στα παραδίπλα δωμάτια. Έφυγε. Οριστικά. Γιατί εκείνη κατάλαβε πως του αρκούσε η εικόνα της οικογένειας σαν φόντο στον υπολογιστή και η απαίσια εκείνη οδοντοστοιχία δεν αντέχονταν πια… Πόσα να αντέξει κι αυτή η γυναίκα; Πήρε τα παιδάκια και τα μπογαλάκια και πήγε στη μαμά της, ένα οικοδομικό τετράγωνο πιο κάτω.
Αυτός ουσιαστικά κατάλαβε την απουσία τους, μετά από λίγες μέρες. Ως τότε ασχολιόταν με τον τίτλο του ποιήματος, με την υπέροχη φωτογραφία της οικογένειάς του που υπερτερούσε στα σημεία, σε σχέση με εκείνη του πατέρα του και με διάφορα άλλα δικά του, που του δημιουργούσαν μια ελαφριά αγωνία και τον έκαναν να τρώει τα νύχια του αντί φαγητού. Έτσι κατάφερνε να είναι πάντα τόσο αδύνατος. Βέβαια κι ένας τόσο μίζερος άνθρωπος, όπως τον φαντάζεται κανείς, δεν θα μπορούσε παρά αδύνατος να ήταν.
Δεν τους αναζήτησε. Δεν πήρε ούτε ένα τηλέφωνο να μάθει που είναι η οικογένειά του. Σκέφτηκε πως κάπου θα έχουν πάει και πως απλά ο ίδιος δεν θυμόταν το που και το πότε. Όπως και να είχε η κατάσταση κι αν τελικά τον είχαν εγκαταλείψει, πάλι κερδισμένος θα έβγαινε αφού δεν θα έπρεπε πια να πηγαίνει τα παιδιά κάθε πρωί στο σχολείο και η θλίψη της εγκατάλειψης μπορεί να τον βοηθούσε να γράψει κάτι.
Στο τέλος, τέλος κι αν ακόμα δεν κατάφερνε να γίνει διάσημος για την ποίησή του, θα κουβέντιαζε όλη η γειτονιά, όλη η παρέα και όλο το συναδελφικό σινάφι, για «τον καημένο που του πήρε η γυναίκα του τα τρία παιδιά και τον παράτησε έρημο στους τέσσερις τοίχους…».
Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010
Bauhaus
Ζούσε από όταν ήταν έφηβος σε εκείνο το bauhaus κτίριο, πάντα στο ίδιο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου. Κι αφού δούλευε τη νύχτα και τη μέρα κοιμόταν, δεν είχε ποτέ ιδέα για το ποιοι έμεναν δίπλα ή απέναντι ή από πάνω του. Ουσιαστικά, δεν ήταν κάτι που τον ενδιέφερε.
Τον ενδιέφερε μόνο να πηγαίνει στη δουλειά του: νυχτερινός φύλακας σε εργοστάσιο. Εκεί είχε στήσει το άνδρο της ζωής του. Το μικρό γραφείο του ήταν ο ζωτικός του χώρος. Είχε τα βιβλία του, τις μουσικές του και μια μικρή συλλογή από γραμματόσημα. Κάποιες φορές, παρακολουθούσε ταινίες στον υπολογιστή. Ταινίες του Bunuel, του Pasolini, του Fellini και φανταζόταν πως ήταν κάποιος από τους ρόλους που έβλεπε.
Ένα πρωί καθυστέρησε να κοιμηθεί. Είχε βγει, ακριβώς δέκα λεπτά της ώρας, έξω από το πρόγραμμά του και τότε ήταν που πρώτη φορά την άκουσε. Ήταν σίγουρο ότι επρόκειτο για γυναίκα. Η άψογη ακοή του τού επέτρεπε να ξεχωρίσει τον ήχο από τα ψηλοτάκουνά της. Μετά άκουσε κι αυτόν. Πατέρας; Σύντροφος; Τί; Είχε ζωηρό περπάτημα κι έτσι όπως συναντιόταν τα βήματά του με εκείνης και κόβανε ταχύτητα, ήταν σχεδόν βέβαιο πως ήταν ζευγάρι.
Συνέχισε να παραμένει εκτός προγράμματος για αρκετά λεπτά ακόμα και τότε ήταν που άκουσε και τα παιδικά, γρήγορα βήματα. Ήταν πλέον σίγουρο: Δίπλα του ζούσε μια οικογένεια. Ένα ζευγάρι με παιδί. Άκουγε πεντακάθαρα το μικρό να τρέχει μέσα στο σπίτι. Που και που άκουγε και κάποιο δυνατό γέλιο του ή κάποια κραυγή από εκείνες που αμολάνε τα πιτσιρίκια χωρίς προφανή λόγο.
Κοιμήθηκε.Το πρόγραμμα ακολουθήθηκε όπως κάθε μέρα. Σηκώθηκε αργά το απόγευμα μαγείρεψε κάτι, έφαγε, έκανε μπάνιο και πήγε ξανά στη δουλειά, να ζήσει τη ζωή του. Το πρωί πάλι πίσω, στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου.
Αποφάσισε να κάνει λίγο πιο αργές κινήσεις στο μπάνιο, πριν πέσει για ύπνο. Μια ηθελημένη χρονοτριβή ώστε να είναι βέβαιος πως θα την ξαναάκουγε, χωρίς όμως να πρέπει να το μάθει αυτό κανείς. Ούτε καν το μαξιλάρι του που ήξερε τα πάντα. Κι όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι, την άκουσε. Άκουσε τα ψηλοτάκουνά της να την μεταφέρουν στο χώρο και μόνο για εκείνες τις μικρές της παύσεις όταν διασταυρωνόταν με τα ζωηρά αντρικά βήματα, την ερωτεύτηκε παράφορα.
Ο καιρός περνούσε κι αυτός ως γνήσια ερωτευμένος, άρχισε να χάνει τον ύπνο του. Ούτε να φάει ήθελε και το χειρότερο όλων ήταν που δεν ήθελε πλέον ούτε στη δουλειά του να πηγαίνει. Πήγαινε με το ζόρι και αυτό που κάποτε ήταν η ζωή του είχε μετατραπεί σε καταναγκαστικό έργο. Συνεχώς κοίταζε το ρολόι ώσπου να του επιβεβαιώσουν οι δείκτες πως ήταν ώρα να πάει σπίτι.
Δεν έφευγε σχεδόν καθόλου από την κρεβατοκάμαρά του, μιας και είχε ανακαλύψει πως η πρόσβαση στον ήχο της, ήταν πιο δυνατή σε εκείνο το δωμάτιο. Αυτό που τον μάγευε σε εκείνη ήταν πως περνούσε πολλές ώρες πάνω στις γόβες της και έτσι ήταν σαν να τον παρότρυνε να συνεχίσει να την ψάχνει, να την μαθαίνει. Τον προκαλούσε κάθε ώρα και στιγμή με τα τακούνια της να βρει κάτι, ένα τόσο δα στοιχείο παραπάνω, για την ίδια.
Πέρασαν δύο μήνες στενής παρακολούθησης του ήχου της, ήξερε πολλά γι' αυτήν. Πότε ήταν κουρασμένη και πότε χαρούμενη. Πότε κοντοστεκόταν μπροστά στον σύντροφό της τρυφερά και πότε έτρεχε θλιμμένη στην ασφάλεια του μπάνιου. Ήταν πλέον καιρός να τη συναντήσει και να δώσει μορφή σε αυτό που γνώριζε τόσο καλά η ακοή του.
Μετά από λίγα μόλις πρωινά, αποφάσισε να μην κοιμηθεί καθόλου μετά τη δουλειά. Θα την άκουγε όλη μέρα και όταν εκείνη θα έβγαινε όπως συνήθιζε για ψώνια, θα έβγαινε κι αυτός και θα την συναντούσε. Κι έτσι έκανε, μα τη στιγμή που εκείνη βγήκε από το διαμέρισμά της, εκείνος δεν βρήκε τη δύναμη να την ακολουθήσει στο διάδρομο. Μόνο από πίσω την είδε για λίγο όπως έμπαινε στο ασανσέρ. Μα δεν πρόσεξε καν το ύψος της ή το χρώμα των μαλλιών της, μόνο τα τακούνια της που την πήγαιναν κορδωμένα και σταθερά στον προορισμό της.
Την επομένη, μόλις την άκουσε να βγαίνει από το διαμέρισμά της, έτρεξε στο ματάκι της πόρτας αλλά εκείνη πέρασε βιαστικά και πρόλαβε μόνο να δει μερικές καστανές μπούκλες από το κεφάλι της. Και την επομένη, την ίδια ακριβώς στιγμή ο έρωτάς του τον ώθησε να ανοίξει τη πόρτα όπως αυτή περνούσε και να παρουσιαστεί μπροστά της σαν φάντης μπαστούνι!
Εκείνη κοντοστάθηκε κάπως ξαφνιασμένη. Προσπάθησε να της πει "καλημέρα" αλλά του ήταν αδύνατον να μιλήσει, χρόνια τώρα. Άκουσε τη δική της καλημέρα έτσι μελωδικά να ηχεί στα αυτιά του και μη μπορώντας να της την ανταποδώσει απλά έσκυψε το κεφάλι και χάζεψε τη φουσκωμένη κοιλιά της. Ήταν η ομορφότερη εγκυμονούσα που είχε δει. Αλλά ήταν ελάχιστες εκείνες που είχε δει. Τον προσπέρασε παραξενεμένη, με ένα ελαφρύ μειδίαμα στο στόμα της και του φάνηκε πως είδε έναν μικρό, τόσο δα φόβο στα μάτια της.
Την άφησε να πάει στο ασανσέρ και γρήγορα κατέβηκε από τις σκάλες στον δεύτερο και το κάλεσε κι ο ίδιος. Όταν οι διπλές πόρτες άνοιξαν και τον είδε, ήταν σίγουρος πως την είχε τρομοκρατήσει, ωστόσο δεν καταλάβαινε το γιατί. Μεταξύ πρώτου και ισογίου έσκυψε και με αποφασιστικές κινήσεις την ανάγκασε να βγάλει τις γόβες της ώστε να μπορέσει να τις κρατήσει αυτός για πάντα.
Εκείνη, θα έλεγε κανείς, πως σαν να ήξερε τι έπρεπε να κάνει κι έτσι δεν προέβαλε καμία αντίσταση. Απλά του εκχώρησε τα ψηλοτάκουνά της και βγήκε στο ισόγιο ξυπόλυτη. Χωρίς ήχο. Κι αφού ήχο δεν είχε πια, δεν υπήρχε για εκείνον, που πέταξε τις γόβες της στα σκουπίδια και άρχισε πάλι να κοιμάται σαν άνθρωπος.
Κυριακή 24 Μαΐου 2009
Οι Οθόνες του
Απέναντί του ο τεράστιος τηλεοπτικός του δέκτης. Πίσω, στο γραφείο, ένα laptop και δύο desktop και διάφορες οθόνες που έδιναν εικόνα από κάμερες από όλα τα σημεία εντός κι εκτός σπιτιού. Οι αγαπημένες του εικόνες ήταν εκείνες που έδινε η κάμερα που κοίταζε στον δρόμο. Χάζευε με τις ώρες τα μηχανοκίνητα που ανεβαικατέβαιναν την ανηφόρα.
Στην κρεβατοκάμαρα κι άλλος τεράστιος τηλεοπτικός δέκτης, home cinema. To θυροτηλέφωνο με οθόνη. Στην κουζίνα, μια μικρή τηλεόραση. Στο μπάνιο μια πιο μεγάλη. Δεν υπήρχε δωμάτιο χωρίς οθόνη. Είχε εμμονή με αυτές. Είχε εμμονή με την εικόνα αλλά τον μάγευε κυρίως, το πως αυτή εμφανίζοταν στο γυαλί. Προτιμούσε το φιλτράρισμα που έκανε το υλικό αντί της γύμνιας που γέμιζε το κενό ανάμεσα στο μάτι του και το αντικείμενο, το πρόσωπο ή το τοπίο στο οποίο εστίαζε.
Το σπίτι του ήταν απλό, λιτό. Μόνο στις οθόνες το παραέκανε. Είχε και διάφορες παιχνιδομηχανές που τις συνέδεε με τις οθόνες του. Οι λιγοστοί του φίλοι έβλεπαν το σπίτι του σαν μικρό παράδεισο. Τους καλούσε για να παίξουν κάποιο παιχνίδι, να δουν έναν αγώνα, κάποια ταινία με τη συνοδεία αύθονης μπύρας και πίτσας, από την πιτσαρία παρακάτω.
Παρότι είχε καταφέρει να κάνει αυτό που ήθελε στη ζωή του, να εργάζεται δηλαδή στο σπίτι, στον υπολογιστή του και να έχει γύρω του πολλές όμορφες οθόνες, υψηλής ευκρίνιας, ένοιωθε τελευταία πως κάτι του έλειπε. Ήθελε να πειραματιστεί, να δοκιμάσει κι άλλα πράγματα πάντα όμως σε σχέση με αυτές.
Μια μέρα δοκίμασε να δει όλα τα επεισόδια του Prison Break σε DVD χωρίς να κοιμηθεί. Άντεξε 32 ώρες, χωρίς ύπνο μόνο με την εικόνα. Μετά κοιμήθηκε μια ολόκληρη μέρα κι είδε όνειρο πως ήταν πλέον κι αυτός ένας φυλακισμένος που προσπαθούσε με διάφορους τρόπους να δραπετεύσει.
Καλό ήταν αλλά ήθελε και κάτι παραπάνω. Να δοκιμάσει τις αντοχές του, τα όριά του. Να ξεντώσει το μπορώ του για να δει μέχρι που θα μπορούσε να φτάσει. Αν γινόταν κάπου πιο μακριά από ότι γνώριζε, να φτάσει.
Προμηθεύτηκε αλκοόλ. Σε διάφορες μορφές και ποιότητες. Κατανάλωσε πολύ. Γύριζε από δωμάτιο σε δωμάτιο και κοίταζε τις οθόνες. Η κάθε μια του έδινε άλλη εικόνα. Καμία δεν κατάφερε να δώσει στον εγκέφαλό του το κάτι παραπάνω που ζητούσε.
Δοκίμασε διάφορα πράγματα, με φίλους ή μόνος. Δοκίμασε και να καπνίσει κάνναβη. Δεν κατάφερε τίποτα παραπάνω από το να γελάσει με τους κακομοίρηδες των τηλεοπτικών παραθύρων και να κοιμηθεί με τα ρούχα στον καναπέ.
Οργάνωσε κι ένα σεξουαλικό όργιο, το τράβηξε με την κάμερα και μετά το πρόβαλε στην γιγαντοοθόνη του. Του άρεσε που συμμετείχε ωστόσο δεν του προξενούσε τίποτα το φοβερό, το ακραίο, όταν το έβλεπε ξανά. Δεν ήταν αυτό που ερέθιζε τον εγκέφαλό του, με έναν εντελώς νέο τρόπο που θα κατάφερνε να τον εντυπωσιάσει και να προσμετρηθεί ως μια εντελώς νέα, πρωτόγνωρη εμπειρία.
Ήταν σχεδόν πεπεισμένος πως τίποτα δεν θα μπορούσε να τον κάνει να ανακαλύψει τα όριά του, όταν σκέφτηκε να δοκιμάσει το LSD. Είχε διαβάσει ένα σχετικό άρθρο στο διαδίκτυο και ήξερε θεωρητικά, πως είναι παραισθισιογόνο. Είχε την περιέργεια να δει πως θα αντιδρούσε ένας εγκέφαλος επηρεασμένος από ουσία, μπροστά σε τόσες οθόνες.
Το οργάνωσε καλά. Βρήκε τον κατάλληλο άνθρωπο που θα του έβρισκε την ουσία. Αυτός που μόλις πριν λίγο τον είχε ενημερώσει πως ήταν έτοιμος για την παράδοση. Είχε καλέσει φίλους που ήξερε πως θα ήθελαν να το δοκιμάσουν μαζί του, μιας και φοβόταν να το επιχειρήσει μόνος του. Και είχε φτιάξει ένα DVD με αγαπημένα videoclip της παρέας. Η επιλογή των τραγουδιών είχε γίνει με μεγάλη προσοχή και ήταν όλα από συναυλίες.
Τη νύχτα που ήταν όλα έτοιμα για το ιδιότυπο αυτό πείραμα, όλες οι κάμερες κατέγραφαν τους εσωτερικούς χώρους του σπιτιού. Ακόμα και το μπάνιο. Δεν ήθελε να του ξεφύγει ούτε μια εικόνα! Το σπίτι πεντακάθαρο και εξοπλισμένο με ότι χρειαζόταν μια παρέα 30ρηδων για να περάσει καλά.
Ήρθαν οι φίλοι, έβαλαν ποτά και άραξαν στους άνετους καναπέδες. Έξι άτομα η παρέα. Τα "μαγικά χαρτάκια" τοποθετημένα πάνω στο τετράγωνο, γυάλινο τραπέζι τους περίμεναν. Τα μισά είχαν τυπωμένα επάνω έναν χοντρό γάτο με μαλλιαρή ουρά και τα έλεγαν Fat Freddy και τα άλλα μισά, έναν ποδηλάτη, τον κ. Hoffman, πατέρα του LSD.
Κανείς πριν δεν είχε δοκιμάσει κάτι τέτοιο. Οι πιο τολμηροί έβαλαν ολόκληρο το χαρτάκι στη γλώσσα τους και το έγλειφαν ανυπόμονα, ρωτώντας με αγωνία "πότε θα μου σκάσει;" ενώ οι λιγότερο τολμηροί, πήραν το μισό "και βλέπουμε". Εκείνος φυσικά άνηκε στην πρώτη ομάδα. Ποτέ δεν του άρεσαν άλλωστε, οι μισές δουλειές!
Μετά από μισή ώρα περίπου, άρχισαν να σκάνε τα πρώτα βεγγαλικά μέσα στο κεφάλι του. Του άρεσε, ένοιωθε όμορφα. Ωστόσο, τίποτα το αξιοπερίεργο ακόμα, τίποτα το ιδιαίτερο από όσο φυσικά, ήταν σε θέση να καταλάβει. Βυθίστηκε στον καναπέ και πάλι, μόνο που τώρα νόμιζε πως ήταν το άνετο στόμα ενός τεράστιου θηλαστικού που απλά τον φιλοξενούσε. Τη μύτη του άρχισε να την γαργαλάει κάτι τριχωτό και μαλακό. Σε λίγο κατάλαβε πως ήταν η ουρά του Fat Freddy. Ο ίδιος ο γάτος δεν φαινόταν πουθενά αλλά καθόλου παράδοξο δεν του φάνηκε που τον γαργαλούσε η ουρά του.
Στην οθόνη οι Massive Attack, από τη συναυλία τους στο Βερολίνο το 1992. Η μουσική άρχισε σιγά σιγά να εισχωρεί μέσα του. Έμπαινε από παντού. Από τα αυτιά, τα μάτια, το στόμα και τη μύτη. Έμπαινε ακόμα και από τους ορθάνοιχτους πόρους του δέρματός του. Ούτε πως κατάλαβε πως έφυγε από το στόμα που καθόταν κι έγινε πλήκτρο κάτω από τα δάχτυλα του μουσικού. Πολύ γρήγορα έγινε χορδή βιολιού κι αμέσως μετά ένα ψηλό Λα που βγήκε άνετα από το λάρυγγα της Shara Nelson που εκείνη τη στιγμή τραγουδούσε το Unfinished Sympathy, για να μπει κατευθείαν στο μικρόφωνο και να βγει από τα δεκάδες ηχεία του συναυλιακού χώρου, σπασμένος σε χιλιάδες μικρά κομμάτια. Το καθένα από μόνο του ήταν αυτός και όλα μαζί πάλι αυτός. Μπορούσαν όμως να υπάρχουν ανεξάρτητα.
Σ' εκείνο το σημείο κάτι μέσα στον τεμαχισμένο του εγκέφαλο του έδωσε να καταλάβει πως αυτό ακριβώς ήταν ό, τι γύρευε τόσο καιρό κι ένοιωθε την απόλυτη ευτυχία καθώς επιτέλους είχε καταφέρει να το βρει! Με την υπόλοιπη παρέα, είχε χάσει κάθε επαφή εδώ και ώρα. Κάποια στιγμή του φάνηκε πως τους είδες μες στο πλήθος, εκστασιασμένους να χορεύουν. Δεν ήταν και πολύ σίγουρος αλλά δεν τον ενδιέφερε να μάθει.
Πέρασαν ώρες, μέρες. Ζούσε πλέον μέσα στις οθόνες του. Άρχισε να βλέπει την εικόνα ανάποδα. Από μέσα προς τα έξω. Έβλεπε τον καναπέ του, απέναντι άδειο. Το άνετο κρεβάτι του, στρωμένο. Την οβάλ μπανιέρα που είχε λίγο επιθυμήσει μέσα της να βυθιστεί και να γεμίσει σαπουνάδες. Μάταια. Δεν μπορούσε να βρει τρόπο να βγει μέσα από την οθόνη. Ήταν αδύνατον να βρει τον δρόμο του γυρισμού. Έπρεπε να το πάρει απόφαση πως πάντα εκεί μέσα θα ζούσε κι ας είχε αρχίσει να κουράζεται πλέον, ταξιδεύοντας σε χίλια κομμάτια από συναυλία σε συναυλία και από ήχο σε ήχο.
Κανείς δεν ξέρει αν τα κατάφερε, έστω για μια στιγμή, να βγει από την παραίσθησή του. Οι φίλοι του, τυχεροί, το άλλο πρωί τον άφησαν κι έφυγαν, είχαν πλέον επιστρέψει στη φυσιολογική κατάσταση. Βέβαια, διαφορετικοί μετά από αυτή την εμπειρία. Πίστεψαν πως θα συνέλθει. Πέρασαν μετά από μέρες και δεν τους άνοιξε. Κάποιος είχε κλειδί. Τον βρήκαν στην ίδια θέση που τον είχαν αφήσει, στον καναπέ, με μάτια καρφωμένα στην οθόνη που έπαιζε ξανά και ξανά το dvd με τις συναυλίες. Δεν αντιδρούσε σε ό,τι κι αν του έλεγαν ή του έκαναν.
Δεν ήξεραν τι να κάνουν. Υπήρχε και ο φόβος για τίποτα μπλεξίματα με την αστυνομία, αν έλεγαν την αλήθεια. Σκέφτηκαν να τον πάνε στο νοσοκομείο, να τον αφήσουν απέξω και να φύγουν μα εκεί που το κουβέντιαζαν, τον είδαν στην οθόνη, χίλια κομμάτια να τους χαμογελά κι έτσι, αποφάσισαν να τον αφήσουν στην ησυχία του. Σίγουροι πως ο φίλος τους, ήταν καλά και ασφαλής, μέσα στην γιγαντοοθόνη του.
Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009
Οι Κουτάλες της
Η κουζίνα ήταν ο χώρος της. Ο χώρος στον οποίο κυριαρχούσε. Κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την εξουσία της στο Βασίλειο της Κουζίνας.
Ήταν μια πραγματικά καλοφτιαγμένη κουζίνα, με πολλά ευρύχωρα ντουλάπια από καλοδουλεμένο ξύλο, φουρνιστής οξιάς. Όταν κατασκευάζονταν το σπίτι, είχε η ίδια επιλέξει τον μαραγκό που θα την αναλάμβανε και ήταν πραγματικά ο καλύτερος της περιοχής! Είχε μερικά χρήματα σε έναν κρυφό λογαριασμό τραπέζης και ήθελε να τα επενδύσει όλα στη κουζίνα. Να τα κάνει όλα, ντουλάπια και ηλεκτρικά είδη. Να εντοιχίσει μέχρι και το τελευταίο της ευρώ, για χάρη του βασίλειού της.
Δεν είχε διόλου τυχαία τη φήμη της καλής μαγείρισσας. Η μάνα της και η γιαγιά της, ήταν επίσης εξαιρετικές μαγείρισσες και μαζί τους έμαθε από μικρό κορίτσι την τέχνη της νοικοκυράς. Η αλήθεια είναι πως δεν της άρεσε να κάνει τίποτε άλλο στο σπίτι, παρά μόνο να μαγειρεύει. Μαγείρευε τα πάντα: λαχανικά, όσπρια, θαλασσινά, κρεατικά. Ακόμα και κυνήγι, μιας και ήταν ο πατέρας της κυνηγός κι έβλεπε τη μάνα της να μαγειρεύει τα θηράματά του. Ειδικά τον λαγό, τον έφτιαχνε έξοχα!
Και ο άντρας της ήταν κυνηγός. Δεν πήγαινε συχνά αλλά κάποιες φορές της είχε φέρει κυνήγι να μαγειρέψει και την επαινούσε πάντα για τις επιδόσεις της. Ήταν και καλοφαγάς οπότε εκτιμούσε ακόμα περισσότερο, την ιδιαίτερη αυτή ικανότητά της να παρασκευάζει νόστιμα εδέσματα. Αν κάποιος τον ρωτούσε να πει ειλικρινά γιατί την παντρεύτηκε, σίγουρα αυτός θα ήταν ο κύριος -αν όχι ο μόνος- λόγος. Φυσικά κανένας δεν τον ρώταγε μα ούτε και η ίδια αφού κατά βάθος το γνώριζε και η παραδοχή του αντρός της, δεν θα κατάφερνε τίποτα παραπάνω από το να τη πληγώσει ακόμα περισσότερο.
Όσο δε καταλάβαινε πως στην πραγματικότητα αυτό που τους έδενε ήταν ένα πιάτο φαΐ, τόσο κλεινόταν στο βασίλειό της και τόσο περισσότερο μαγείρευε κι όλο προσπαθούσε να γίνεται ακόμα καλύτερη, να εξελίσσει τη μαγειρική της ώστε να τον κρατά πάντα ευχαριστημένο. Ανακάλυπτε, δημιουργούσε η ίδια νέες συνταγές, πέρα από τα παραδοσιακά φαγητά, με υλικά που ήξερε πως αυτός αγαπούσε να γεύεται κι έτσι τον κράταγε πάντα σε εγρήγορση, μην αφήνοντάς τον ούτε στιγμή να βαρεθεί, ούτε στιγμή να δει το φαγητό ως μια καθημερινή συνήθεια, μια απλή ανάγκη του οργανισμού. Και τα κατάφερνε, πραγματικά, πολύ καλά.
Στα ντουλάπια της είχε κρυμμένα ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί: Από πορσελάνινα πιάτα Βοημίας, μέχρι μπαχάρια από την Πόλη. Κατσαρόλες επαγγελματικές και αντικολλητικά τηγάνια. Πλαστικά και γυάλινα δοχεία για φύλαξη τροφών και πλήθος πιατέλων. Είχε αδυναμία στις πιατέλες. Ήταν γι' αυτήν το ωραιότερο σκεύος σερβιρίσματος. Είχε πολλές, σε διάφορα σχήματα και μια τεράστεια οβάλ που είχε μήκος 1 μέτρο και 20 εκατοστά. Την χρησιμοποιούσε όταν έκανε τραπέζι σε φίλους και συγγενείς. Της άρεσε να την γεμίζει με ψητό φούρνου και διάφορες γαρνιτούρες. Τους εντυπωσίαζε όλους όχι μόνο με τις γεύσεις της αλλά και με την παρουσίαση των εδεσμάτων της, στην οποία έδινε επίσης ιδιαίτερη σημασία. Διάβαζε και βιβλία σχετικά με art de la table.
Όλα μέσα στα ντουλάπια της ήταν σχολαστικά τακτοποιημένα. Τα πιάτα, τα ποτήρια, τα τρόφιμα, οι σκέψεις της. Ακόμα και η ίδια της η ζωή, ήταν καλά τακτοποιημένη και τοποθετημένη σε ένα αεροστεγές δοχείο φύλαξης, στο ντουλάπι κάτω από το νεροχύτη, πίσω από τα απορρυπαντικά.
Πάνω στο δίπλωμα ενός ελληνικού καφέ, μέσα σε κεχριμπαρένιο μπρίκι, σκέφτηκε πως θα μπορούσε να λείψει για λίγες μέρες, να πάει στην αδερφή της στο νησί. Θα άφηνε μαγειρεμένο φαγητό για τον άντρα της και τα δυο τους παιδιά και θα πήγαινε. Κι έτσι έκανε. Μαγείρεψε αρκετό φαγητό για μία εβδομάδα, το τακτοποίησε κι αυτό στο ψυγείο κι έφυγε.
Κανείς δεν την αναζήτησε, πριν το πέρας της εβδομάδας, όταν πια οι κατσαρόλες άδειασαν και η Βασίλισσα της Κουζίνας, δεν φαινόταν πουθενά. Είχε κρεμάσει το σκήπτρο της δίπλα από τον απορροφητήρα, μαζί με τις υπόλοιπες κουτάλες.
Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009
Οι Καθρέφτες του
Ιδιαίτερη προτίμηση έδειχνε στην κρεβατοκάμαρά του. Ένα δωμάτιο σε ύφος μινιμαλιστικό. Περιείχε μόνο τα απολύτως απαραίτητα: Ένα διπλό κρεβάτι, δυο μικρά κομοδίνα με συρτάρι και μια εντοιχισμένη ντουλάπα, όπου είχε τα πάντα τακτοποιημένα. Πουκάμισα, παντελόνια, σακάκια, γραβάτες, παπούτσια στη σειρά.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της κρεβατοκάμαρας αυτής, ήταν οι καθρέφτες που κάλυπταν τις γυμνές επιφάνειες των τοίχων ακόμα και του ταβανιού. Ήταν το δικό του φετίχ. Ήθελε να ξυπνάει και να βλέπει τον εαυτό του από διάφορες οπτικές γωνίες. Ήθελε να βλέπει τον εαυτό του απέξω, ως παρατηρητής. Ιδιαίτερα του άρεσε να παρακολουθεί τον εαυτό του, την ώρα της ερωτικής πράξης.
Δεν ήταν το είδωλο της ερωμένης του αυτό που του έκανε εντύπωση, αυτό που ήθελε να βλέπει αλλά το δικό του είδωλο καθώς βρισκόταν μαζί της στο κρεβάτι του. Αυτοθαυμαζόταν ως άλλος Νάρκισσος. Ήταν ένας επιδειξίας.
Ο ίδιος εξηγούσε στις, κατά καιρούς, ερωμένες του -δεν είχε κάποια σταθερή- πως του άρεσε να παρακολουθεί τις σεξουαλικές του περιπτύξεις γιατί αυτό τον βοηθούσε να γίνει καλύτερος εραστής. Κάποιες τρόμαζαν με αυτή του την ιδιοτροπία. Άλλες πάλι, το έβλεπαν ως αφροδισιακό. Μερικές και ως απλή παραξενιά. Ελάχιστες εκείνες που το απολάμβαναν πραγματικά αλλά τότε δεν το απολάμβανε ο ίδιος, αφού δύο νάρκισσοι στο ίδιο κρεβάτι, δεν είναι και τόσο καλός συνδυασμός.
Φυσικά, ήταν ιδιαίτερα επιλεκτικός στην επιλογή των ερωτικών του συντρόφων. Δεν θεωρούσε την οποιαδήποτε γυναίκα ικανή, να εισχωρήσει στο βασίλειό του. Ως κομψός και γοητευτικός άντρας άλλωστε, είχε μεγάλη επιτυχία στον ερωτικό τομέα και ήταν πολλές εκείνες που τον προσέγγιζαν. Αυτό βέβαια, τον ενοχλούσε. Προτιμούσε να κατέχει ο ίδιος τον ρόλο του άντρα-κυνηγού.
Έτσι, κάποιο βράδυ που βγήκε με φίλους για μερικά ποτά την συνάντησε σε ένα μπαράκι κι αφού του φάνηκε πως πληρούσε τις προδιαγραφές, την φλέρταρε και κατάφερε να την οδηγήσει στο σπίτι του. Εκείνη, αν και στην αρχή ήταν επιφυλακτική κατάφερε να τον εμπιστευθεί αφού ήταν καλός στα λόγια και φαινόταν σοβαρός.
Μετά από ένα ποτό στο καθιστικό, την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα μα εκείνη τρόμαξε στη θέα του πολλαπλού της ειδώλου. Δεν είχε καθόλου καλή σχέση με τους καθρέφτες. Ταράχτηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε εξσφενδόνισε τη γόβα της στον απέναντι τοίχο-καθρέφτη κι αυτός έγινε χίλια κομμάτια και γέμισε με τα θρύψαλά του την χοντρή μοκέτα.
Έφυγε με τη μία γόβα φορεμένη και δεν την ξαναείδε ποτέ. Η άλλη της γόβα έμεινε πεσμένη κάτω ανάμεσα στα σπασμένα κομμάτια του καθρέφτη κι εκείνο το σημείο που έμεινε γυμνό ανέδειξε ένα κομμάτι της παλιάς ταπετσαρίας του τοίχου, που είχε ξεχάσει πια πως ήταν. Και του άρεσε.
Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008
Οι Στοίβες Της
Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008
Η Ματαιοδοξία Της Ακοής

Μετά από ώρα, σταμάτησε να ουρλιάζει. Άρχισε να κλαίει. Αργότερα κι αφού πεινούσε και διψούσε και τίποτα δεν μπορούσε να κάνει για όλα αυτά, έκλεισε τα μάτια και δέχτηκε το αναπόφευκτο. Μια σκέψη που είχε κάνει τις προάλλες "καλύτερα να μην βλέπω, να μην έχω μάτια παρά να μην ακούω", τώρα φαινόταν αστεία, ίσως και εντελώς γελοία.
Το ράδιο έπαιζε τραγούδια που ήθελε να ακούει κι αυτό ήταν κάπως ανακουφιστικό αλλά δεν βοηθούσε στην καταπολέμηση της πείνας ή της δίψας και ούτε μπορούσε να βοηθήσει στη μετακίνηση του σώματος έστω για τα αναγκαία, τα απαραίτητα και η πίεση χαμηλά στη κοιλιά όλο και δυνάμωνε. Το κινητό χτυπούσε συχνά αλλά κι αυτό σταμάτησε όταν έπεσε η μπαταρία του.
Δεν ξέρω να πω με σιγουριά, πόσες μέρες πέρασαν, όταν ξαφνικά κάποιος μπήκε στο δωμάτιο. Αναθάρεψε το Σώμα. Χαμογέλασε νομίζω. Αυτός ο κάποιος φορούσε καθαρά ρούχα και κάθισε σε μια καρέκλα κοντά στο κρεβάτι. Έβαλε το ένα πόδι νωχελικά, πάνω στο άλλο και είπε: "Τι θα έλεγες αν σου πρότεινα να ανταλλάξεις την ακοή σου με τα πόδια σου και την όρασή σου με τα χέρια σου;"
Θα έλεγε: "Όχι!"






