Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

Το Μολύβι που δεν ήθελε να γράψει

 
 
Ήταν κάποτε ένα μολύβι που δεν ήθελε με τίποτα να γράψει. Ήταν όμορφο πολύ,  γκρίζο και ψηλό με καπέλο από γομολάστιχα. Όλοι το λαχταρούσαν κι όλοι επιθυμούσαν να γεμίσουν  σελίδες, μαζί του. Μάταια. Το μολύβι αυτό, δεν ήθελε με τίποτα να γράψει.
Τι το χάιδευαν, τι του γλυκομιλούσαν, τι το καλοέξυναν με τις καλύτερες ξύστρες της αγοράς. Τίποτα αυτό, εκεί! Δεν έγραφε ούτε μια τόση δα γραμμούλα ούτε μια τόση δα κουλουρίτσα.
Ο κύριος που το πουλούσε στο μαγαζί του αν και του του το είχαν επιστρέψει πολλές φορές πελάτες πίσω -αφού όταν πήγαιναν να γράψουν, εκείνο δεν έγραφε- επέμενε να το έχει στη θήκη με τα άλλα μολύβια για πούλημα. Κι ας ήταν πιο κοντό από τα άλλα επειδή το είχαν ξύσει κάμποσες φορές.

Κάθε φορά που κάποιος το αγόραζε, το έξυνε και το επέστρεφε ακόμα πιο μικρό ώσπου μίκρυνε τόσο που δεν φαινόταν μέσα στην μολυβοθήκη, ξεχάστηκε και κανείς δεν το αγόραζε πια αφού ούτως ή άλλως, δεν ήθελε να γράψει.
Κάποτε, ένα κοριτσάκι που θα πήγαινε για πρώτη φορά στο σχολείο, πήγε με τον μπαμπά του να αγοράσουν μολύβια, τετράδια και ξυλομπογιές. Άπλωσε η μικρούλα το χέρι της να πάρει ένα μολύβι από τη μολυβοθήκη αλλά δεν έφτανε καλά. Τεντώθηκε, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να το πιάσει μα το μόνο που κατάφερε ήταν  να αγγίξει τη μολυβοθήκη λίγο στην άκρη της, εκείνη να πέσει στο πάτωμα να αναποδογυριστεί και όλο το περιεχόμενό της να βρεθεί μπροστά στα παπούτσια της μικρής. Η μικρή, από την τρομάρα της για τη ζημιά, έτρεξε και αγκάλιασε το πόδι του μπαμπά της κι άρχισε να κλαίει.
Ο μπαμπάς της μικρής, καθόλου δεν την μάλωσε. Μόνο της σκούπισε με το μαντήλι του τα δάκρυα και αφού μαζί ζήτησαν συγγνώμη από τον κύριο που είχε το μαγαζί με τα μολύβια, άρχισαν να τα μαζεύουν από το πάτωμα και να τα τοποθετούν, πίσω στη θέση τους, στη μολυβοθήκη. Τότε, το κορίτσι που θα πήγαινε για πρώτη φορά σχολείο, ανακάλυψε το μολύβι που δεν είχε ποτέ του γράψει. Κι έτσι μικρούλι που το είδε κι εκείνο, της φάνηκε πως ήταν στα μέτρα της και ζήτησε από τον μπαμπά της να της το αγοράσει.
Εκείνος, στην αρχή έφερε κάποιες αντιρρήσεις γιατί του φάνηκε μικρό και ακατάλληλο το μολύβι αλλά στο τέλος δέχτηκε να της κάνει το χατήρι και να της το αγοράσει. Στο ταμείο, ο κύριος εξήγησε στη μικρούλα πως αυτό το μολύβι δεν ήθελε να γράψει και όλοι το επέστρεφαν πίσω και της πρότεινε να διαλέξει κάποιο άλλο που θα έγραφε μια χαρά. Εκείνη όμως επέμενε να το πάρει και ήταν σίγουρη, πως θα έγραφε τελικά.
Μετά από λίγη ώρα, το κοριτσάκι στο σπίτι του, κάθισε στο τραπέζι, άνοιξε το καινούργιο  τετράδιο στην πρώτη τη σελίδα και πήρε το μολύβι στο χέρι της, να φτιάξει μια γραμμή. Όμως, το μολύβι ούτε αυτή τη φορά ήθελε να γράψει.
Το κοριτσάκι το άφησε πάνω στο χαρτί, έσκυψε από πάνω του και το παρατήρησε προσεκτικά. Όταν ανακάλυψε κοντά στη γόμα του μια μικρή κουκκίδα, κατάλαβε πως από εκεί το μολύβι άκουγε και άρχισε να του μιλάει:
"Αν δεν θέλεις να γράψεις εμένα δεν με πειράζει, θα σε κρατήσω για συντροφιά και δεν θα σε ξαναπάω στο μαγαζί που πουλάει μολύβια. Αν θέλεις να γράψεις, έλα να γράψουμε πρώτη φορά μαζί. Σου υπόσχομαι ότι θα μάθω   να κάνω το "α", το "ο" κι όλα τα γράμματα κι όλους τους αριθμούς του κόσμου και θα ζωγραφίζω τις ωραιότερες ζωγραφιές,  θα στα μάθω κι εσένα όλα! Θα γράφουμε παρέα!"
Το μολύβι δεν κουνήθηκε από τη θέση του και το κορίτσι δεν ήξερε αν την άκουσε μα όταν το ξαναπήρε στα χέρια της και προσπάθησε να κάνει μια γραμμούλα στο χαρτί, εκείνο έγραψε πρώτη φορά μαζί της! Κι εκείνη έγραψε πρώτη φορά μαζί του. Κι ήταν πολύ, πολύ χαρούμενη!
Από τότε, το κορίτσι και το μολύβι που δεν ήθελε να γράψει, έγιναν αχώριστοι φίλοι. Όλα μαζί τα γράφανε και τα μαθαίνανε και δεν χρειάστηκε ούτε να το ξύσει καν γιατί το μολύβι πια, ήθελε να γράψει.



Τα παιδιά μας, ιδιαίτερα η μικρή, μου ζητούν συνεχώς να τους λέω παραμύθια. Κάθε φορά και άλλα, καινούργια. Πολλές φορές σκαρώνω ένα παραμύθι που μπορεί να τους αρέσει κι όταν μου το ξαναζητούν το ίδιο, δεν το θυμάμαι να το ξαναπώ και διαμαρτύρονται! Αυτό το παραμύθι, το είπα στην μικρή μας την περασμένη εβδομάδα κι επειδή της άρεσε, το κατέγραψα για μελλοντική χρήση. Διαπιστώνω, πως μου αρέσει πολύ  να γράφω παραμύθια για τα παιδιά μας!

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Το Κλουβί του

 
Μια ωραία μέρα, εντελώς απρόσμενα και ξαφνικά, πέθανα. Στα καλά καθούμενα, που λένε! Και ήταν καλά τα καθούμενα διότι καθόμουν, στη βεράντα μου, απογευματάκι του Ιουλίου στο νησί και χάζευα τη θάλασσα και κάτι πιτσιρίκες με μικροσκοπικά μαγιώ που κολυμπούσαν κι έπαιζαν σαν τα δελφίνια.
Μόλις μου είχε φέρει η Δέσποινα, η  σύζυγος -όνομα και πράμα- τον καφέ μου τον γλυκή βραστό κι ένα ποτήρι παγωμένο νερό για την κάψα. Εκεί λοιπόν που χάζευα τα "δελφινάκια", γύρισα κι είδα τη "φάλαινα" τη Δέσποινα κι έπεσα πίσω στην καρέκλα, ξερός από θάνατο.
Εκείνη, πετάχτηκε από την δική της καρέκλα, μου έκανε την παρατήρηση που έχυσα τους καφέδες πάνω μου και στα πλακάκια της βεράντας και όταν τελικά κατάλαβε ότι ήμουν εντελώς νεκρός είπε με τη βροντερή της φωνή: "Μωρέ Παύλο, σήμερα έπρεπε να πεθάνεις, που περιμένουμε ξένους;" και τηλεφώνησε με τη σειρά, στον "κόσμο" που περιμέναμε, στον καρδιολόγο που με κούραρε -κακός του καιρός!- στον παπά της ενορίας και στα σόγια.
Αυτός ήταν ο θάνατός μου. Η καρδιά μου σταμάτησε να δουλεύει. Τα φάρμακά μου τα έπαιρνα και τη διατροφή μου, την πρόσεχα και ούτε κάπνιζα ούτε έπινα. Άντε, που και που έπινα ένα ποτήρι κρασί με τα Κωστογιωργάκια, τους φίλους μου Κώστα και Γιώργο που πηγαίναμε μαζί για ψάρεμα και παίζαμε πρέφα τα βραδάκια στη βεράντα. Πράγματα που κάνουν όλοι οι συνταξιούχοι πάνω, κάτω. Ο γιατρός έλεγε πως τα πάω μια χαρά και πως θα τους θάψω όλους! Αμ δε! Με θάψανε όλοι οι υπόλοιποι.
Τώρα για την κηδεία μου, δεν μπορώ να πω, δεν έχω παράπονο! Και κόσμος πολύς ήρθε και η Δέσποινα τα έκανε όλα καθώς πρέπει και με το παραπάνω. Και με έκλαψε και με θρήνησε και καφέδες με παξιμάδια έβγαλε και κονιάκ από το το ακριβό και βραστό, απ' όλα! Παράπονο δεν έχω! Μπορεί να μην είχα κάποιον σπουδαίο θάνατο όπως ονειρεύεται ο κάθε άνθρωπος, ούτε καν ένα τροχαίο ρε παιδί μου, αλλά η Δέσποινα τα έκανε όλα στην εντέλεια! Να το λέμε το σωστό! Πενήντα χρόνια παντρεμένοι, τέτοια περιποίηση δεν είδα σαν κι αυτή της κηδείας μου! Παράπονο δεν έχω...
Μετά, δεν ξέρω να σας πω τι έγινε. Μην περιμένετε δηλαδή πως έχω να καταθέσω μεταθανάτια εμπειρία και τα ρέστα. Ούτε φως είδα, ούτε σκοτάδι που λένε μερικοί που γύρισαν από τον αγύριστο. Εγώ πέθανα αλλά έβλεπα κανονικά τι γινόταν γύρω μου και άκουγα, μόνο που ήταν σαν να τα έβλεπα έργο, σε οθόνη κινηματογράφου ή όπως παρακολουθούμε τις σειρές στην τηλεόραση. Τώρα που το καλοσκέφτομαι, σαν τηλεόραση ήταν και είχε πλάκα γιατί λένε για εσένα χωρίς να έχουν ιδέα πως τους παρακολουθείς. Η αλήθεια είναι, πως κι αυτοί, οι δικοί σου, οι φίλοι σου, οι γνωστοί και οι λοιποί, δεν έχουν ιδέα πως τους παρακολουθείς και δεν έχει και σημασία αφού παρέμβαση καμία δεν μπορείς να κάνεις μέσα από το φέρετρο.
Ένα άλλο που μου έκανε εντύπωση ήταν πως μου πήγαινε ακόμα το κοστούμι το ριγέ που είχα πάρει στο γάμο της ξαδέρφης μου της Ρούλας πριν δέκα χρόνια. Η Ρούλα δεν ήρθε στην κηδεία όμως γιατί είχαμε κάτι διαφορές με τα περιουσιακά στο χωριό και δεν είχαμε πολλά σχετικά τα τελευταία χρόνια. Η αδερφή της Δέσποινας πάντως, που επίσης δεν είχαμε σχετικά για άλλα περιουσιακά, ήρθε και με έκλαψε και παρηγόρησε και την αδερφή της. Και είπε και τις καλύτερες κουβέντες για ελόγου μου. Είδες παιδί μου; Πρέπει να πεθάνεις για να σε εκτιμήσει ο κόσμος! Δεν βαριέσαι...

Για κάμποσες μέρες μετά το συμβάν στη βεράντα, το θάνατό μου δηλαδή, και αφού έγινε η κηδεία μου, εγώ παρακολουθούσα το έργο στην τηλεόραση, όπως σας τα είπα και προηγουμένως. Μετά δεν θυμάμαι τίποτα και σταμάτησα να βλέπω ο,τιδήποτε. Και ένα ωραίο πρωί βρέθηκα μέσα σε τούτο το κλουβί. Κλουβί πουλιού. Κάνω να μιλήσω αλλά κελάηδησα. Κάνω έτσι από εδώ, φτερά. Κάνω από την άλλη, πούπουλα. Μα, τι στο καλό, αναρωτήθηκα, πουλί έγινα; Πουλί έγινα! Και με έχουν τώρα πια στο κλουβί και με ταΐζουν και με ποτίζουν και μου τα λένε κι όλα!
Δεν έχω καμιά σπουδαία ζωή αλλά και με τη Δέσποινα τόσα χρόνια, καλύτερη νομίζετε ότι είχα; Ούτε παιδιά δεν κάναμε μη χαλάσει το σώμα της, η θεόμουρλη! Δεν έχω καμιά σπουδαία ζωή αλλά καλά είναι εδώ, ήσυχα. Με φροντίζουν οι άλλοι κι εγώ δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα! Άμα έχω κέφι κελαηδάω και με καμαρώνουν τ' αφεντικά  του κλουβιού. Άμα δεν έχω, κάθομαι και τρώω κάνα σπόρι και χαζεύω γύρω, γύρω. Μια χαρά ζωή είναι! Και κάποιες φορές που ξεχνάνε την πόρτα του κλουβιού μου ανοιχτή, κάνω πως δεν βλέπω και κελαηδάω ανέμελα.
Μόνο που βρε παιδιά, φοβάμαι ένα πράγμα. Μου 'χει κολλήσει μες στο μικρό μου το κεφάλι και δεν βγαίνει. Να, όλο σκέφτομαι μην τυχόν και πεθάνει κι η Δέσποινα, γίνει κι αυτή πουλί και μου την κουβαλήσουν σε τούτο το κλουβί. Αν γίνει αυτό, πάλι θα πεθάνω! Να το ξέρετε!

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Γατοπόντικα




Γάτος μεγάλος, μαλλιαρός στη χρυσή αυλή του Αυτοκράτορα. Κάτω από τη μύτη του, μικρά ποντίκια έχουν στήσει χορό και τραγουδάνε. Τα χαζεύει, δεν τα πειράζει, τον διακεδάζουν κι αυτό αρκεί. Δεν τα σκοτώνει, τα προτιμάει ζωντανά, ένα σκοπό να εξυπηρετούν, για να αρκεί.

Σε μια στιγμή ξεντώνεται στη μεσημεριανή ραστώνη και με την αναρρόφηση ενός χασμουρητού, καταπίνει ένα μικρό ζωηρό ποντίκι, κατά λάθος.
Ξερογλείφει μια μικρή ενοχή και παρακολουθεί τα άλλα μικρά ποντίκια που ταραγμένα τρέχουν, να καλύψουν το κενό, στο χορό.

Μια άλλη φορά, κατά λάθος και πάλι, χτυπάει μια παχουλή ποντικίνα με την ουρά του κι εκείνη ζαλισμένη πέφτει ανάσκελα κι ακίνητη δείχνει τα πόδια της στον ουρανό. Την καταπίνει αμάσητη, δεν σκέφτηκε πως ίσως ζωντανή, ακόμη να 'ναι.

Τα μικρά ποντίκια, ακούραστα πραγματικά, μέρα και νύχτα συνεχίζουν να χορεύουν και να τραγουδούν κι από όλες τις πλευρές της αυλής, να έρχονται κι άλλα κι άλλα κι άλλα. Γεμίζει ο τόπος ποντίκια κι ο Γάτος που από καιρό σε καιρό κατά λάθος, πάντα, καταπίνει κανένα, αρχίζει κι αυτός να βαριέται μα δεν φοβάται στιγμή, των ποντικών το μέγα πλήθος.

Μα το ξέρουμε: όσο θέλει ο Γάτος, χορεύουν τα ποντίκια. Κι αυτός από ανία σήμερα σηκώνεται κι έτσι μεγάλος και μαλλιαρός που είναι, αφήνεται και πέφτει πάνω στο χορό. Στο χορό των ποντικών, που όλη μέρα τραγουδούν. Τώρα, αρνείται δήθεν να σηκωθεί, δεν θέλει να ξέρει, πόσα ποντίκια πλάκωσε, κατά λάθος.

Άλλωστε τα υπόλοιπα, συνεχίζουν να χορεύουν, νατραγουδούν, το ρόλο να εξυπηρετούν κι αυτό, κι αυτό... αρκεί.




Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Τα Χριστούγεννα του Κακού Παιδιού


Για την παιδική μου φίλη Τ.Ζ.
και για όλα τα Κακά Παιδιά
του Κόσμου...


Ήταν ένα Παιδί από εκείνα που κάποιοι λένε "κακά". Εγώ δεν ξέρω με σιγουριά να σας πω αν υπάρχει "καλό" και "κακό" στο Κόσμο, αυτό πάντως το Παιδί, το λέγανε Κακό. Και όλη τη χρονιά, κάθε χρονιά το μάλωναν οι γονείς του και το απειλούσαν, πως αν δεν γινόταν Καλό Παιδί, δεν θα του έφερνε το δώρο του ο Άγιος Βασίλης.

Εκείνο μάταια προσπαθούσε, πάλευε συνεχώς να αποδείξει πως δεν ήταν δα και τόσο κακό! Μα κανείς δεν αναγνώριζε τις προσπάθειές του ούτε και ο Άγιος Βασίλης που ποτέ δεν του έφερνε δώρο. Σε αντίθεση με τα Καλά Αδελφάκια του που έβρισκαν κάθε ξημέρωμα Χριστουγέννων, ό,τι ακριβώς είχαν ζητήσει, κάτω από το στολισμένο δέντρο.

Ετούτα όμως τα Χριστούγεννα, το Κακό Παιδί αποφάσισε να κάνει τα πάντα για να πάρει κι αυτό δώρο από τον Άγιο Βασίλη. Κι ήταν στ' αλήθεια, αποφασισμένο. Έτσι, στα τέλη του Νοέμβρη έστησε παγίδα με κοφτερά αστέρια στο Πνεύμα των Χριστουγέννων, το έπιασε και το φυλάκισε μέσα σε ένα ξύλινο κιβώτιο. Το κιβώτιο το κάρφωσε με μεγάλα καρφιά κι έβαλε πάνω του έναν βαρύ καναπέ για να είναι σίγουρο, πως δεν θα μπορούσε να δραπετεύσει από εκεί μέσα. Θα το κράταγε κλεισμένο, νηστικό και μόνο μέχρι να του έφερνε ένα δώρο ο Άγιος Βασίλης.

Ήρθε ο Δεκέμβρης, πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και κανένας άνθρωπος στο Κόσμο δεν ένοιωθε την ανάγκη να στολίσει το σπίτι του με χριστουγεννιάτικα στολίδια. Κανείς δεν ήθελε να φτιάξει μελομακάρονα, κουραμπιέδες και άλλα γλυκά της εποχής. Κανείς δεν άκουγε κάλαντα και τα παιδιά δεν έστειλαν ούτε ένα γράμμα στον Άγιο Βασίλη. Όλοι κυκλοφορούσαν μουτρωμένοι και το μόνο χαμογελαστό πρόσωπο ήταν αυτό του Κακού Παιδιού. Ήταν πολύ χαρούμενο που κανείς δεν απολάμβανε αυτά τα Χριστούγεννα και που κανείς τελικά δεν θα έπαιρνε δώρο.

Μακριά, στο Εργαστήρι του Άγιου Βασίλη, οι βοηθοί του έκλαιγαν και κάθονταν άπραγοι γύρω από τη πολυθρόνα του. Τον παρακαλούσαν να τους δώσει παραγγελίες μα κι εκείνος, τίποτα δεν είχε να πει αφού δεν είχε λάβει παρά μόνο μία. Κι έτσι, παραμονή Χριστουγέννων, ετοίμασε το έλκηθρο, έδωσε από ένα χάδι στους φίλους του τους Τάρανδους και κίνησε να πάει να βρει εκείνο το μοναδικό παιδάκι που με το γράμμα του τού ζητούσε ένα δώρο.

Σε λίγη μόλις ώρα ο Άγιος Βασίλης και η συνοδεία του βρισκόταν πάνω από το σπίτι του Κακού Παιδιού για να του παραδώσει το δώρο του αν και δεν ήξερε τι θα ήθελε το Παιδί να είναι. Κατέβηκε, όπως συνήθιζε από τη καμινάδα του σπιτιού και έφτασε στο μεγάλο σαλόνι. Κοίταξε προς όλες τις πιθανές κατευθύνσεις αλλά πουθενά δεν έβρισκε το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Απογοητευμένος, γύρισε να φύγει κι εκεί μέσα στο σκοτάδι, είδε ένα λαμπερό χαμόγελο να φέγγει στο σκοτάδι. Πλησίασε καλύτερα, έσκυψε και είδε το Κακό Παιδί κουλουριασμένο κάτω από το τραπέζι να τον κρυφοκοιτάει.


"Τι κάνεις καλό μου τέτοια ώρα εδώ; θα έπρεπε να είσαι στο κρεβάτι σου!", απόρησε ο Άγιος Βασίλης
"Σε περίμενα Άγιε Βασίλη" ψέλλισε το Κακό Παιδί, "Εγώ σου έστειλα το γράμμα κι εφέτος, ήμουν σίγουρος πως θα ερχόσουν και για εμένα. Και να τελικά που ήρθες!"
"Έλαβα το γράμμα σου, παιδί μου αλλά δεν μου έγραφες τι θα ήθελες για δώρο;" ρώτησε ο Άγιος
"Δεν θέλω τίποτα Άγιε Βασίλη! Έχω παιχνίδια και ρούχα και φαγητό και όμορφο σπίτι. Θα ήθελα μόνο, να με κάνεις Καλό Παιδί." εξήγησε το Κακό Παιδί
"Όλοι με λένε Κακό και δεν ξέρω τι να κάνω για να γίνω Καλό. Κι έτσι φυλάκισα το Πνεύμα των Χριστουγέννων. Να μην κάνει κανείς χαρούμενα Χριστούγεννα! Μόνο εγώ! Λυπάμαι Άγιε, δεν είχα άλλη λύση..."

Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε την μεγάλη αγκαλιά του και χώθηκε μέσα το Κακό Παιδί κι έκλαψε, έκλαψε, έκλαψε κι όταν δεν είχε άλλα πια δάκρυα να μουσκέψει τη γενειάδα του, σήκωσε τα μεγάλα μάτια του και είδε στο πρόσωπο του Άγιου Βασίλη, ένα - ένα να περνάνε τα πρόσωπα της οικογένειάς του. Η μαμά του, ο μπαμπάς του, τα αδελφάκια του... Και όλα τα πρόσωπα ήταν χαμογελαστά και τον αγαπούσαν πραγματικά. Το έβλεπε στα μάτια τους! Κι ήταν πράγματι το ωραιότερο δώρο που υπάρχει!

Ο Άγιος Βασίλης τον πήρε από το χέρι και μαζί πήγαν στην αποθήκη κι ελευθέρωσαν το Πνεύμα των Χριστουγέννων. Ξαφνικά, γέμισε ο Κόσμος με πολύχρωμα λαμπιόνια, μυρωδιές από γλυκά και κάλαντα. Όλα τα παιδιά, στον ύπνο τους χαμογελούσαν όμορφα και μαγικά πακέτα με δώρα άρχισε να βρέχει ο ουρανός, μαζί με ζαχαρένιες νιφάδες και καραμέλες.

Το Κακό Παιδί πλέον ήτανε Καλό κι έτρεξε γρήγορα στο κρεβάτι των γονιών του, χώθηκε στη μέση τους αγκάλιασε και τους γέμισε φιλιά, για πρώτη φορά. Εκείνοι, το έσφιξαν στην αγκαλιά τους, το χάιδεψαν, το φίλησαν γλυκά και του έδωσαν το δώρο τους, να το συντροφεύει πάντα.

Ο Άγιος Βασίλης, πήρε το έλκηθρό του και τους υπομονετικούς του τάρανδους και γύρισε στο σπίτι του, ευτυχισμένος. Είχε πολλά πράγματα να φροντίσει μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα και πολλά Κακά Παιδιά να μεταμορφώσει...



Το μικρό αυτό παραμύθι, ταξίδεψε για πρώτη του φορά στο διαδίκτυο, ξημερώματα Χριστουγέννων, μέσα από το -πάντα φιλόξενο-
Ποιείν