Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Όλα ίσιωμα!



Από μικρό παιδί αν με ρωτούσε κάποιος "ποιο μέρος της Ζακύνθου είναι το πιο όμορφο", θ' απαντούσα -χωρίς δεύτερη σκέψη- πως είναι ο Βασιλικός. Είναι τόσες οι μνήμες από τα μικράτα, την εφηβεία αλλά και την πιο ώριμη ηλικία, που θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο. Για τις Πρωτομαγιές και τις Καθαρές Δευτέρες στο Λόγγο. Για τα μπάνια, ατελείωτες ώρες, στη Σπιάντζα. Για τα νυχτερινά beach party στου Μαυράτζη. Για, για, για...

Η ομορφιά του τόπου αυτού, είναι γνωστή και αδιαμφισβήτητη για εμάς τους ντόπιους αλλά και για τον κάθε ξένο επισκέπτη. Θεωρώ λοιπόν, πολύ λογικό να υπάρχει έντονη τουριστική δραστηριότητα και εκμετάλλευση όλου αυτού του φυσικού πλούτου, προκειμένου οι κάθε φύσης επιχειρηματίες, να έχουν κέρδος. Και βέβαια, ουδείς είναι αντίθετος με την τουριστική ανάπτυξη, όταν βέβαια σέβεται το φυσικό περιβάλλον αλλά και την αισθητική μας. Πράγμα που δυστυχώς, δεν συμβαίνει.

Ασφαλώς, το πρόβλημα δεν περιορίζεται συγκεκριμένα στον Βασιλικό! Άναρχη "ανάπτυξη" έχει απλωθεί παντού στο νησί, τα τελευταία 20 χρόνια κι έχει αλλάξει δραματικά το φυσικό τοπίο της Ζακύνθου. Κι αυτό γνωστό τοις πάσοι! Τόσα χρόνια παρακολουθούμε όλοι μας, την μετατροπή της Υλήεσσας (όπως την αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα επειδή ήταν ιδιαίτερα δασώδης και πλέον δεν ισχύει αφού τα μισά δάση τα κάψαμε και τα άλλα μισά τα οικοπεδοποιήσαμε) σε ένα τουριστικό θέρετρο, αμφίβολης αισθητικής ενώ παράλληλα η έλλειψη υποδομών, παρεχόμενων υπηρεσιών και η αδυναμία σωστού σχεδιασμού που αφορά στο τουριστικό μας προϊόν, χαρακτηρίζει το επίπεδο των επισκεπτών μας από πολύ μέτριο έως πολύ κακό, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις. Και γι' αυτό θεωρώ πως είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι, εφόσον έχουμε αποφασίσει πως ο κύριος πόρος εσόδων μας, είναι η τουριστική βιομηχανία.

Αφορμή για τούτο το πόστο, στάθηκαν κάποια σχετικά άρθρα στον τοπικό τύπο αλλά και προσωπικές συζητήσεις που είχα, με ανθρώπους που γνωρίζουν το θέμα της αλλοίωσης της περιοχής της Σπιάντζας του Βασιλικού. Της Σπιάντζας που κουτσά στραβά, άντεχε ακόμα κάπως, στην επέλαση των βαρβάρων που θέλουν να την μετατρέψουν σε κάτι άλλο, δεν ξέρω πως να το χαρακτηρίσω ακριβώς. Ούτε έχω προσωπικό πρόβλημα με τον όποιον επιχειρηματία έχει αναλάβει ουσιαστικά, την αλλοίωση της περιοχής αυτής. Γιατί περί αυτού πρόκειται, ακόμα κι αν γίνεται με τις καθ' όλα νόμιμες διαδικασίες. Όπως όλοι γνωρίζουμε, άλλο νόμιμο άλλο ηθικό. Δεν πάνε απαραίτητα πακέτο, αυτά τα δύο.

Λυπάμαι πολύ, που ένα - ένα τα μέρη που αγαπήσαμε από παιδιά, χάνουν τα φυσικά χαρακτηριστικά τους και γίνονται ίσιωμα στο βωμό του κέρδους με την υποστήριξη πάντα, της νομικής κάλυψης. Με αρωγό πάντα, Δημόσιους Φορείς που έχουν την εξουσία να επιβάλλουν πρόστιμα, να απαγορεύουν, να παρεμποδίζουν, να περιορίζουν, έναν απλό πολίτη που μπορεί να θέλει να φτιάξει ένα σπίτι να ζήσει αλλά με μεγάλη ευκολία παραχωρούν, αποχαρακτηρίζουν και παραδίνουν άνευ όρων, δάση και παραλίες. Πάντα βέβαια με το γράμμα του νόμου, όπως τουλάχιστον ισχυρίζονται και προσωπικά δεν έχω τη γνώση για να το κρίνω.

Με πονάει και η αναλγησία όλων των εμπλεκόμενων και το αναπόφευκτο που όταν πια συμβαίνει, νοιώθει κανείς πως δεν έχει νόημα να αντιδράσει. Και η όποια αντίδραση, φορές αγγίζει τα όρια της γραφικότητας πασπαλισμένης με κατηγορίες τύπου: ζήλια, φθόνος, προσωπικό συμφέρον, εμπάθεια. Κι έτσι γινόμαστε όλοι είτε συνένοχοι είτε γραφικοί, σε κάθε περίπτωση πάντως, χαμένοι. Γιατί ότι και να γίνει, μακροπρόθεσμα, χαμένοι θα είμαστε. Να το ξέρετε!

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ



Από την πρώτη κιόλας φορά που τον συνάντησε, είχε δημιουργήσει μέσα στο μυαλό της ένα νοητό φάκελο με το προφίλ του. Το φάκελο αυτό, από καιρό σε καιρό τον εμπλούτιζε με νέα στοιχεία – κι ήταν λογικό καθώς περνούσε ο χρόνος και τον γνώριζε καλύτερα. Πάντως ομολογουμένως, δεν υπήρξε καμιά σπουδαία αλλαγή, πάνω σε εκείνη την αρχική της εντύπωση κι ας πέρασαν κιόλας 15 χρόνια έγγαμου βίου και τρεις φυσιολογικές γέννες των παιδιών τους.

Ήταν τόσο αταίριαστοι, που κι ένας ανόητος θα το καταλάβαινε. Εκείνος ζούσε με τη διαρκή αγωνία να είναι ξεχωριστός, με έναν ιδιαίτερο και αυτιστικό εγωκεντρισμό, που τον κουβαλούσε από τα γεννοφάσκια του. Με τη μελαγχολία του παιδιού, στα μάτια, και την διαρκή προσπάθεια να γίνει καλύτερος από τον πατέρα. Καλύτερος σε τι; Κανείς δεν ήξερε. Σίγουρα όμως κληρονόμησε από εκείνον την καθημερινή, σαν εικόνισμα, περιφορά του παχυλού Εγώ του. Σχεδόν ούρλιαζε, «Εδώ είμαι, κοιτάξτε με!».

Ένας απελπιστικά μίζερος άνθρωπος από τη φύση του, που γκρίνιαζε για όλους και για όλα, που θεωρούσε πως η Ζωή μόνο σε αυτόν χρωστάει –χωρίς όμως να κάνει καμία προσπάθεια για να εισπράξει- που εν τέλει μέσα του, αυτό θεωρούσε το εισιτήριο προς τον ένα και μοναδικό προορισμό: την επιτυχία και την αναγνώριση. Ναι, ήθελε να περπατάει στο δρόμο και όλοι να λένε: «Για δες Αυτός είναι!».

Ωστόσο, αυτός ο τυπάκος που μάλλον για λύπηση ήταν -είναι και προφανώς θα παραμείνει- δεν καταλάβαινε πως το μόνο που τον έκανε να ξεχωρίζει από τα εκατομμύρια των ομοίων του, ήταν το μεθοδευμένο του πείσμα και η παραμελημένη του οδοντοστοιχία. Ναι, μια άθλια οδοντοστοιχία, που προφανώς την παραμελούσε ώστε να έχει έναν ακόμα λόγο να γκρινιάζει. Ίσως βέβαια να ήλπιζε και σε κάποια ασθένεια που θα μπορούσε να επιφέρει η άσχημη στοματική του κατάσταση, μια ασθένεια που θα πρόσθετε ακόμα περισσότερους πόντους στη μιζέρια του. Τέτοιος ήταν.

Κατά τα άλλα, είχε σπουδάσει στην Ευρώπη κι είχε ζήσει σε διάφορες Χώρες. Γύρισε στην Ελλάδα μόνο και μόνο για να βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή, που έφυγε από τον Πολιτισμό για να επιστρέψει στον Τρίτο Κόσμο. Καταλαβαίνει κανείς τους λόγους, δεν χρειάζεται να επεξηγώ.

Για εκείνη δεν έχω να πω πολλά, δεν τη γνωρίζω και τόσο. Ίσως κανείς να μη τη γνωρίζει και τόσο… Ξέρω μόνο πως έχει σκληρό βλέμμα και την απελπισμένη ανάγκη να παραστήσει τη Μητέρα Τερέζα, σε όποιο προβληματικό πλάσμα, τυχαία διασταυρωθεί, με της ζωής της, το δρόμο. Κι έτσι τον αγάπησε, πράγματι και τον παντρεύτηκε κι έκανα τρία παιδιά μαζί του και δέχτηκε τα ξενοπηδήματά του και τη μιζέρια, μα πάνω απ’ όλα, την άθλια οδοντοστοιχία του.

Ειδικά μετά το τρίτο παιδί, η κατάσταση απόγινε. Εκείνος επινοούσε ιστορίες που μόνο μέσα στο μυαλό του τις ζούσε, προσπαθώντας να αντλήσει έμπνευση για κάποιο ποίημα, που πάντα της συφοράς ήταν, εκείνη τον πίεζε να καταλάβει τη σημασία της άσχημης οικονομικής τους κατάστασης, μάταια και τα παιδιά είχαν ολοένα και μεγαλύτερες ανάγκες, σε όλα τα επίπεδα.

Μια μέρα, κάθονταν όλοι μαζί στο καθιστικό. Τα παιδιά έπαιζαν, εκείνη χάζευε κάτι στην τηλεόραση κι εκείνος προσπαθούσε –χωρίς επιτυχία- να γράψει το ποίημα που θα τον έκανε διάσημο. Όλες του οι προσπάθειες γινόταν συνήθως μέσα στον πανζουρλισμό ώστε πάντα να υπάρχει δικαιολογία, για την αποτυχία.

Αφού έγραψε κι έσβησε πάνω από πενήντα φορές, τον τίτλο του ποιήματος –διαφορετικό την κάθε φορά- έγειρε πίσω στην καρέκλα του αποκαμωμένος και θαύμασε την λευκή οθόνη του υπολογιστή του. Σκέφτηκε πως ωραίο ήταν το λευκό και ίσως να μην έπρεπε να το «λερώσει» με γράμματα και σημεία στίξης και τότε γύρισε προς την οικογένεια, κι όπως ήταν όλοι εκεί μαζεμένοι τους απαθανάτισε με τη ψηφιακή του μηχανή, πέρασε την εικόνα στον υπολογιστή και τη θέση της λευκής σελίδας, πήρε η φωτογραφία της οικογένειας ακροβολισμένης σε καναπέδες και τραπεζάκια τσαγιού.

Έμεινε ώρες να χαζεύει την εικόνα με ικανοποίηση. Ώρες που αναπόφευκτα μέσα στο μυαλό του έκανε συγκρίσεις για την οικογένεια του πατέρα του, με μοναδικό παιδί τον ίδιο. Σε όλα τα σημεία υπερτερούσε: Είχε παντρευτεί πιο όμορφη γυναίκα, πιο έξυπνη και πιο καλλιεργημένη. Είχε κάνει τρία υπέροχα παιδιά ενώ ο πατέρας του μόνο ένα, από όσο γνώριζε τουλάχιστον. Είχε και ψηφιακή μηχανή για να κλειδώνει οικογενειακές στιγμές και να τις αρχειοθετεί σε ηλεκτρονικούς φακέλους. Υπερτερούσε, στα σίγουρα!

Βυθισμένος σε σκέψεις και συγκρίσεις, δεν κατάλαβε πως η οικογένεια αποχώρησε και δεν πήγε απλά στα παραδίπλα δωμάτια. Έφυγε. Οριστικά. Γιατί εκείνη κατάλαβε πως του αρκούσε η εικόνα της οικογένειας σαν φόντο στον υπολογιστή και η απαίσια εκείνη οδοντοστοιχία δεν αντέχονταν πια… Πόσα να αντέξει κι αυτή η γυναίκα; Πήρε τα παιδάκια και τα μπογαλάκια και πήγε στη μαμά της, ένα οικοδομικό τετράγωνο πιο κάτω.

Αυτός ουσιαστικά κατάλαβε την απουσία τους, μετά από λίγες μέρες. Ως τότε ασχολιόταν με τον τίτλο του ποιήματος, με την υπέροχη φωτογραφία της οικογένειάς του που υπερτερούσε στα σημεία, σε σχέση με εκείνη του πατέρα του και με διάφορα άλλα δικά του, που του δημιουργούσαν μια ελαφριά αγωνία και τον έκαναν να τρώει τα νύχια του αντί φαγητού. Έτσι κατάφερνε να είναι πάντα τόσο αδύνατος. Βέβαια κι ένας τόσο μίζερος άνθρωπος, όπως τον φαντάζεται κανείς, δεν θα μπορούσε παρά αδύνατος να ήταν.

Δεν τους αναζήτησε. Δεν πήρε ούτε ένα τηλέφωνο να μάθει που είναι η οικογένειά του. Σκέφτηκε πως κάπου θα έχουν πάει και πως απλά ο ίδιος δεν θυμόταν το που και το πότε. Όπως και να είχε η κατάσταση κι αν τελικά τον είχαν εγκαταλείψει, πάλι κερδισμένος θα έβγαινε αφού δεν θα έπρεπε πια να πηγαίνει τα παιδιά κάθε πρωί στο σχολείο και η θλίψη της εγκατάλειψης μπορεί να τον βοηθούσε να γράψει κάτι.

Στο τέλος, τέλος κι αν ακόμα δεν κατάφερνε να γίνει διάσημος για την ποίησή του, θα κουβέντιαζε όλη η γειτονιά, όλη η παρέα και όλο το συναδελφικό σινάφι, για «τον καημένο που του πήρε η γυναίκα του τα τρία παιδιά και τον παράτησε έρημο στους τέσσερις τοίχους…».



Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

1η Μέρα μιας Νέας Ζωής


Τρίτη 1η Ιούνη, 2010 και όχι, δεν θα αρχίσω το πόστο ετούτο με την έκφραση "Αγαπημένο μου Ημερολόγιο". Χωρίς βέβαια να αρνούμαι πως πολλά από τα γραφόμενα εδώ, είναι αυτού του τύπου. Αλλά το θέμα είναι η 1η του Ιούνη του 2010. Η πρώτη -κι επίσημα- μέρα που είμαι άνεργη αφού η σύμβασή μου έληξε χθες.

Δε θυμάμαι ακριβώς πόσα χρόνια έχω να μείνω άνεργη. Για να καταλάβεις, τα τελευταία έντεκα χρόνια εργαζόμουν στην ίδια εταιρεία. Και πριν όμως από αυτό, κάπου αλλού δούλευα και πιο πριν κάπου αλλού και γενικά από τα δεκατέσσερά μου που άρχισα να δουλεύω στις διακοπές για το χαρτζιλίκι, μέχρι και σήμερα, έχουν υπάρξει πολύ μικρά διαστήματα ανεργίας.

Θα φαντάζεσαι τώρα εσύ πως είμαι "θύμα" της οικονομικής κατάστασης και θα μπορούσες να 'χεις και δίκιο αφού αυτό χρησιμοποιείται πολύ τελευταία από τους πάσης φύσης εργοδότες είτε για να πιέσουν τους εργαζόμενους είτε για να τους ξεφορτωθούν για χίλιους λόγους. Όμως όχι, εγώ δεν είμαι θύμα της οικονομικής κρίσης αν και οι λόγοι της μη ανανέωσης της σύμβασής μου, είναι οικονομικοί. Έτσι τουλάχιστον επικαλούνται οι ιθύνοντες και κανείς δεν μπορεί να τους διαψεύσει αφού τα νούμερα, μιλάνε από μόνα τους.

Πάντως από τη μέρα που μου ανακοινώθηκε η απόφαση λήξης της συνεργασίας -λέμε τώρα- ένοιωσα ένα κύμα ανακούφισης να ξεκινά από το στομάχι και να ξεχύνεται από τα ρουθούνια μου. Είναι παράξενο να σε διώχνουν από τη δουλειά σου μετά από τόσα χρόνια, να ξέρεις πως είναι άδικο και παρόλα αυτά να νοιώθεις λύτρωση. Ναι, λύτρωση το χαρακτηρίζω αφού ξέρω πως εγώ μ' αυτά τα συστήματα που όσο υποτάσσεσαι τόσο σε πατάνε κάτω, δεν τα πάω καλά. Κι εγώ μ' αυτό το σύστημα, το συγκεκριμένο έχω τελειώσει αφού ούτε με χώνεψε ούτε το χώνεψα και πολύ φυσικά με απομόνωσε και με έβγαλε απέξω, σαν την τρίχα από το ζυμάρι.

Μου κακοφαίνεται η ανεργία, δε θα σου πω ψέμματα. Δεν έχω συνηθίσει να κάθομαι και ούτε μ' αρέσει. Δεν είμαι τεμπέλα και ούτε μου πάει αυστηρά ο ρόλος της νοικοκυράς. Αντιθέτως, ανατριχιάζω στην ιδέα της ταμπέλας αυτής. Φταίει μάλλον η μαμά μου που με μεγάλωσε κάνοντάς μου πλύση εγκεφάλου για την σημασία της οικονομικής ανεξαρτησίας της γυναίκας. Ψημένη κι η ίδια, καταλαβαίνεις. Είναι κι ο θυμός γιατί κατάφεραν να με διώξουν μετά από τόσα χρόνια που το προσπαθούσαν αλλά εγώ αντιστεκόμουν. Όμως τώρα, δεν αντιστάθηκα. Το ήξερα και το άφηνα να συμβεί.

Από την άλλη, δεν είναι εποχές να μένει κανείς χωρίς δουλειά αλλά θα ζήσω και με τα λιγότερα, δεν με πειράζει και τόσο πολύ. Δεν το δέχομαι μοιρολατρικά φυσικά και σίγουρα θα ψάξω να βρω μια νέα απασχόληση που θα μου εξασφαλίζει κάποια χρήματα για τις ανάγκες μας. Προς το παρών όμως, λέω να χαρώ το καλοκαίρι αγκαλιά με το μικρό μου. Κοντεύει 7 χρονών και κανένα καλοκαίρι δεν το έχουμε ευχαριστηθεί παρέα, εκτός από τις λιγοστές μέρες άδειας που έπαιρνα από το γραφείο, τον Αύγουστο.

Ο μικρός μας είναι ενθουσιασμένος που δεν δουλεύω πάντως. Και μου αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο αληθινά και αυθόρμητα είναι τα παιδιά. Πανηγύρι κάνει που περνάμε τόσο χρόνο μαζί. Που τον παίρνω από το σχολείο και του έχω έτοιμο, ζεστό φαγητό. Που έχουμε περισσότερο χρόνο για βόλτες και παιχνίδι. Σκασίλα του τού μικρού που εγώ σαν άνθρωπος έχω ανάγκη να δουλεύω και σκασίλα του αν θα λείψει από την οικογένεια ο μισθός μου. Όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα, μπρος στο θέλω ενός παιδιού να έχει όσο περισσότερο γίνεται κοντά του τους γονείς του και να ασχολούνται όσο περισσότερο γίνεται με το ίδιο και μόνο. Είναι γνωστό άλλωστε πόσο εγωκεντρικά πλάσματα είναι τα παιδιά και ιδιάιτερα τα μοναχοπαίδια.

Έτσι λοιπόν, τούτο το καλοκαίρι έχει διακοπές για εμένα και το μικρό μας. Ευτυχώς που δουλεύει ο μπαμπάς και δε θα "πεινάσουμε", όπως λέει και η θεία. Τούτο το καλοκαίρι θα έχει ρεμπελιό και λίγη ανεμελιά από τα παιδικά μου χρόνια, που γινόμουν μαύρη από τον ήλιο και με απασχολούσε μόνο πόσα παγωτά θα φάω. Τούτο το καλοκαίρι, δε θα κλείσω φυσικά, το διακόπτη αλλά θα δουλέψω στο ρελαντί και θα γκαζώνω λίγο που και πού όταν θα πρέπει να διεκδικήσω και τα δεδουλευμένα ενός έτους περίπου, που μου χρωστάνε... άλλο κεφάλαιο αυτό, άστο!

Τούτο το καλοκαίρι, θα κάνω ό,τι μου 'ρθει και δεν με νοιάζει που δεν θα έχω πολλά να ξοδεύω. Η θάλασσα και η αμμουδιά, διατίθενται δωρεάν. Όπως άλλωστε και τα ωραιότερα πράγματα σε αυτό το κόσμο.

Καλό Καλοκαίρι!


Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Γατοπόντικα




Γάτος μεγάλος, μαλλιαρός στη χρυσή αυλή του Αυτοκράτορα. Κάτω από τη μύτη του, μικρά ποντίκια έχουν στήσει χορό και τραγουδάνε. Τα χαζεύει, δεν τα πειράζει, τον διακεδάζουν κι αυτό αρκεί. Δεν τα σκοτώνει, τα προτιμάει ζωντανά, ένα σκοπό να εξυπηρετούν, για να αρκεί.

Σε μια στιγμή ξεντώνεται στη μεσημεριανή ραστώνη και με την αναρρόφηση ενός χασμουρητού, καταπίνει ένα μικρό ζωηρό ποντίκι, κατά λάθος.
Ξερογλείφει μια μικρή ενοχή και παρακολουθεί τα άλλα μικρά ποντίκια που ταραγμένα τρέχουν, να καλύψουν το κενό, στο χορό.

Μια άλλη φορά, κατά λάθος και πάλι, χτυπάει μια παχουλή ποντικίνα με την ουρά του κι εκείνη ζαλισμένη πέφτει ανάσκελα κι ακίνητη δείχνει τα πόδια της στον ουρανό. Την καταπίνει αμάσητη, δεν σκέφτηκε πως ίσως ζωντανή, ακόμη να 'ναι.

Τα μικρά ποντίκια, ακούραστα πραγματικά, μέρα και νύχτα συνεχίζουν να χορεύουν και να τραγουδούν κι από όλες τις πλευρές της αυλής, να έρχονται κι άλλα κι άλλα κι άλλα. Γεμίζει ο τόπος ποντίκια κι ο Γάτος που από καιρό σε καιρό κατά λάθος, πάντα, καταπίνει κανένα, αρχίζει κι αυτός να βαριέται μα δεν φοβάται στιγμή, των ποντικών το μέγα πλήθος.

Μα το ξέρουμε: όσο θέλει ο Γάτος, χορεύουν τα ποντίκια. Κι αυτός από ανία σήμερα σηκώνεται κι έτσι μεγάλος και μαλλιαρός που είναι, αφήνεται και πέφτει πάνω στο χορό. Στο χορό των ποντικών, που όλη μέρα τραγουδούν. Τώρα, αρνείται δήθεν να σηκωθεί, δεν θέλει να ξέρει, πόσα ποντίκια πλάκωσε, κατά λάθος.

Άλλωστε τα υπόλοιπα, συνεχίζουν να χορεύουν, νατραγουδούν, το ρόλο να εξυπηρετούν κι αυτό, κι αυτό... αρκεί.




Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Η δικτατορία των Αριθμών




Γεννιέσαι αγκαλιά με έναν αριθμό. Ένα νούμερο που από καιρό σε καιρό αλλάζει και σηματοδοτεί κάτι άλλο. Μια την ταυτότητά σου και μια τη σειρά σου σε κάποιον πίνακα. Μια τα χρόνια σου και μια το ύψος του τραπεζικού σου λογαριασμού.

Αριθμοί και νούμερα καθορίζουν την ύπαρξή σου. Σε άγουν και σε φέρουν. Σε αναγκάζουν και σε μοιράζουν. Αποτελείς κι εσύ μέρος συνόλου αριθμητικού και το παιδί σου επίσης. Οι γενιές που θα έρθουν κι εκείνες που έφυγαν. Κι όλο δημιουργείς νέους αριθμούς ώστε να ταΐσεις τη ματαιότητά σου που κι αυτή με νούμερο μετριέται.


Κι όλο μετράς, μετράς, μετράς. Τα χρόνια και τις μέρες και τα λεπτά και τα λεφτά. Τα ύψη και τα βάθη. Τα κοστούμια και τις τσάντες. Τα κιλά και τα κυβικά. Τις κάρτες, τα ποτά, τα τσιγάρα, τις θερμίδες, τα σπίτια, τις ηλεκτρικές συσκευές και προβατάκια, πριν κοιμηθείς. Γκόμενους και γκόμενες και φίλους καλούς, μα και λιγότερο. Δουλειές, δουλειές, πτυχία και κορνίζες.


Κι όλο μετράς και σε μετρούν και τους μετράς και περνούν τα χρόνια και μετράς στιγμές. Στιγμές και ώρες συνδεδεμένες με τα χάπια σου. Κι η δικτατορία των αριθμών, συνεχίζεται. Αεί.


Όσο κι αν πασχίζεις ολόκληρη ζωή να γίνεις όλο και πιο μικρός αριθμός, με στόχο πάντα την πρωτιά, στο τέλος δεν μένει τίποτα παραπάνω από έναν αύξοντα, σε μια ληξιαρχική πράξη. Αυτή είναι η κληρονομιά σου, Άνθρωπε.

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Θύμα, θύτης και ξανά θύμα... για πάντα

Muhhamad Ali, Andy Warhol


Ξανά στο αυτοκίνητο για τη γνωστή διαδρομή προς τα ορεινά του νησιού, βραδάκι. Ακούω -ως συνήθως όταν οδηγώ- αγαπημένα κομμάτια των Smiths και του Morrissey και αναπόφευκτα γυρίζει και ξαναγυρίζει στο μυαλό μου η είδηση, για την οποία είχα δώσει υπόσχεση από χθες βράδυ, ένα 24ώρο πριν, πως δεν θα έγραφα λέξη. Φουντώνω πάλι, αγανακτώ, θλίβομαι, λυπάμαι, βρίζω και όλα αυτά πάλι από την αρχή σε άτακτη σειρά και αποφασίζω τελικά να γράψω.

Δεν είναι η πρώτη φορά που αθετώ κάποια υπόσχεση προς εμένα. Δεν θα είναι και η τελευταία, στα σίγουρα! Η αρχική άρνηση είχε να κάνει καθαρά με το γεγονός πως δεν ήθελα να κανιβαλίσω τα ήδη χιλιοκανιβαλισμένα, από τα ΜΜΕ και από τις δεκάδες πηγές πληροφόρησης: Από τον αυτόπτη μάρτυρα της γειτονιάς που βρίσκει το δικό του τηλεοπτικό χρόνο (κατά Γουόρχολ) για να πει τι είδε ή τι πιστεύει πως είδε, μέχρι και τα φοβερά ενημερωτικά blog που αναπαράγουν ειδήσεις σε χρόνο dt. Δεν τολμάει να αμολήσει πορδή ένα εγχώριο celebrity, αμέσως γίνεται θέμα προς ενημέρωση του κοινού που διψά συνεχώς για έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση. Καλό και το παρεάκι της Τρέμη και πολύ sic(ή μήπως sick;) το ταγιέρ αλλά ο κόσμος θέλει την είδηση την αληθινή, την καυτή και χωρίς καθωσπρεπισμούς. Μα, ξέφυγα πάλι... ως συνήθως!

Το θέμα λοιπόν της ημέρας: η χαρά του δημοσιογράφου ή του κάθε wanna be δημοσιογράφου. Ένας νεκρός δεκαπεντάχρονος μετανάστης, η δεκάχρονη αδερφή του στο νοσοκομείο, η μάνα με σοκ κι ένα δράμα από πίσω που θα κάνει και τον πιο ανάλγητο να αναθεωρήσει. Ένας έφηβος που φυσικά δεν θα έχει την ίδια υστεροφημία με τον Αλέξη γιατί εκείνο ήταν δικό μας παιδί και το φάγανε οι μπάτσοι. Ετούτο το παιδί είναι ξένο και παράπλευρη απώλεια μιας τρομοκρατίας που βαράει αδιακρίτως. Και θύματα, πολλά θύματα...

Ένα θύμα που φεύγει για μια καλύτερη ζωή σε ένα ξένο κράτος, που γίνεται για λίγο θύτης αρπάζοντας τυχαία μια τσάντα που βρίσκει στο δρόμο και που για κάποιο χρόνο -δευτερόλεπτα ίσως- μπορεί να πίστεψε πως θα τον έσωζε και μετά το μπαμ και γίνεται θύμα μαι και καλή. Μη αναστρέψιμο. Τέλος. Σαν να ήθελε μια ανώτερη δύναμη να του υπενθυμίσει πως γεννήθηκε θύμα και ως τέτοιο θα καταλήξει και πως δεν έχει δικαίωμα για τίποτε άλλο, τίποτε διαφορετικό. Και πως αν, αν τολμούσε να αποτινάξει από τον εαυτό του, το ρόλο που του ανατέθηκε, θα έπαυε να υπάρχει. Θεία Δίκη, θα σου έλεγε κάποιος και τέλεια εισαγωγή για να μπούμε στην Εβδομάδα των Παθών. Ούτε παραγγελία να ήταν! Ή μήπως ήταν;

Δεν πρόλαβα να το πάω το συλλογισμό παρακάτω. Βλέπεις, έφτασα στον προορισμό μου. Μέσα με περιμένει ένα ζεστό σπίτι, γλυκά χαμόγελα και όλα στη θέση τους. Τα υπόλοιπα, για πρόσκαιρη κατανάλωση μέχρι να περάσουν τα 20-25 χιλιόμετρα, να παρκάρω το αυτοκίνητο, να κλείσω τη μουσική και... καληνύχτα!

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

Η γυάλα μου


Έχω μια μεγάλη γυάλα με ψαράκια της οικογένειας Γκάμπι. Δεν ξέρω τίποτα για αυτή τη ράτσα. Δεν το έψαξα ποτέ. Δεν ενδιαφέρθηκα. Πίστευα πάντα πως αρκούσε να τους αλλάζω το νερό και να τα ταΐζω κάθε μέρα.

Στην αρχή τους άλλαζα το νερό κάθε μέρα και τα τάιζα 2-3 φορές κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου. Μετά άρχισα να τα παραμελώ, να τους αλλάζω νερό όποτε το θυμόμουν. Περιορίστηκα στο τάισμα μία φορά, ημερησίως. Προσαρμόστηκαν όμως, εύκολα.


Από τον Γενάρη, έχουν αρχίσει κάποια να διαμαρτύρονται για την αδιαφορία μου. Όταν πλησιάζω τη γυάλα έρχονται όλα προς τη πλευρά που βρίσκομαι και κολλάνε τα μούτρα τους στο τζάμι. Με κοιτούν κάπως, απειλητικά. Τα ταΐζω και κάποιες φορές, περιμένουν να πισωπλατήσω για να φάνε. Κι όταν απελπίζονται εντελώς με την αναλγησία μου προς αυτά, γυρίζουν ανάποδα και σταματούν να ζουν.


Τη μια φορά, ένα. Μετά από δέκα μέρες, τρία. Μετά ξανά άλλο ένα. Δύο, τρία, τέσσερα. Γεννούν όμως συχνά και αναπληρώνεται ο πληθυσμός τους. Χθες το βράδυ κουβέντιαζα με την Φιορούλα και τις τα έδειχνα, τα πεθαμένα με τις φουσκωμένες κοιλιές που επέπλεαν ήσυχα.


Χθες βράδυ, ήταν τέσσερα. Αποφάσισα να μην τα αφαιρέσω από τη γυάλα. Σήμερα το πρωί βρήκα ανάποδα άλλα τρία. Και τα υπόλοιπα διστακτικά άρχισαν να τσιμπολογούν τα ψοφίμια. Τους έβαλα τροφή αλλά την αγνόησαν. Είχαν βρει προφανώς, πιο νόστιμο μεζέ. Και πλέον τον κατασπάραζαν με μανία! Τα άφησα να φαγωθούν. Άφησα και κάθε ίχνος ενοχής που ένοιωθα γι' αυτά.


Ουσιαστικά, περισσότερο ανακούφιση νοιώθω και μια κρυφή ελπίδα πως μια μέρα θα σηκωθώ και θα είναι όλα ανάποδα ή θα έχουν αλληλοφαγωθεί. Να ησυχάσω από αυτήν την ευθύνη, όσο μικρή κι αν είναι. Αλλά φοβάμαι πως αν γίνει αυτό, θα σπεύσουν να με τροφοδοτήσουν με καινούρια όσοι τους έχω χαρίσει μερικά από τα δικά μου, όταν ευημερούσαν και ήθελα να τα αραιώσω.


Get this widget | Track details | eSnips Social DNA

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Αντίο νόνα!

Η νόνα Αγγέλικα σηκώθηκε το πρωί, όπως κάθε άλλο πρωί, νίφτηκε κι έκατσε στη καρεκλούλα της, όπως συνήθιζε. Η γυναίκα που τη φρόντιζε τον τελευταίο καιρό, της πήγε τα φάρμακά της. Εκεί που την εκουβέντιαζε, η νόνα έγειρε πίσω κι άφησε την τελευταία της ανάσα να φύγει απαλά προς τα πάνω, σαν χαρταετός.

Έτσι η νόνα πέθανε, ήσυχα κι ωραία, στα 87 της χρόνια, καθώς γράφουν τα χαρτιά. Ώρα 9 το πρωί της Καθαρής Δευτέρας. Πλήρης ημερών, με πλήθος παιδιών, εγγονιών και δισέγγονων πίσωθέ της. Έφυγε να πάει να ανταμώσει το ταίρι της, τον αγαπημένο της Μπάμπη. Ο Μπάμπης τση Γάτας, με το όνομα, που τηνε καρτερούσε εδώ και δεκατέσσερα χρόνια άλλωστε.

Η νόνα Αγγέλικα έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, που λένε και οι ποιητάδες και μας λείπει ήδη.

Αντίο νόνα μου!

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Φιλικόν




Το σπίτι κοιμάται.Είναι αυτό που λένε "προχωρημένη ώρα" και το οποίο ποτέ δεν κατάλαβα, για να είμαι ειλικρινής. Πάντως είναι αργά. Νύχτα.

Από τη σοφίτα του μικρού μας, δεν έρχεται κανένας ήχος, μόνο ένα πορτοκαλί φως από εκείνο το φωτιστικό με την αστεία μορφή. Ανεβαίνω για να τον σκεπάσω κι ας είναι ζεστά. Η θλίψη μας κάνει πάντα υπερβολικούς.

Στο δωμάτιο ροχαλίζει ο έρωτάς μου και η τηλεόραση προωθεί προϊόντα που υπόσχονται ένα καλύτερο σώμα. Αναρωτιέμαι ποιος τα παρακολουθεί όλα αυτά μέσα στη νύχτα και τι νόημα έχει όλη αυτή η διαφήμιση.

Δίπλα, στο μικρό καθιστικό, ξαπλωμένος στο φουτόν είναι ο Δέλτα. Τον ακούω πότε πότε να αφήνει πνιχτούς λυγμούς επάνω στα σεντόνια. Μετά ηρεμεί. Κοιμάται για κάποια δεκάλεπτα. Ξυπνάει ξανά αλαφιασμένος, ξεφυσάει. Κι άλλοι λυγμοί, προς τους τοίχους αυτοί. Ένα τσιγάρο ακόμα και ξανά ύπνος του δεκάλεπτου.

Τον κρυφοκοιτάζω από την πόρτα που ενώνει τα δυο δωμάτια. Στέλνω μια πρόσκληση στη μνήμη μου να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που κοιμηθήκαμε στον ίδιο χώρο και πάω 12 χρόνια πίσω. Τότε που ξυπνάγαμε στο ρετιρέ μεσημέρι, μετά από άγριο ξενύχτι με το κεφάλι καζάνι και φτιάχναμε καφέ στις κατσαρόλες.

Και πιο πίσω, ακόμα. Όταν ψάχναμε τρία ολόκληρα μερόνυχτα, μαζί με την Άλφα, τον Σίγμα στη Βερανζέρου. Πάνω, κάτω, πάνω κάτω, πάνω... Ύστερα σταματήσαμε να ψάχνουμε και απλά περιμέναμε πάνω από το τηλέφωνο, για ένα σημάδι ζωής, που άργησε αλλά τελικά το είχαμε.

Τα κλειδιά του σπιτιού μου στου Γκύζη, τα είχε φάει το καλοριφέρ του αυτοκινήτου του. Δεν βρέθηκαν ποτέ. Λίγα χρόνια αργότερα το ίδιο αυτοκίνητο,έγινε σμπαράλια στο ατύχημα κι όταν πήγα και τον είδα στο νοσοκομείο μου είχε δώσει την ελπίδα πως ίσως τότε, έτσι όπως είχε γίνει -μια άμορφη σιδερένια μάζα-, να κατάφερνα να έβρισκα τα κλειδιά μου. Με αυτό σιγουρεύτηκα πως ήταν ο ίδιος ο Δέλτα αφού η παραμόρφωση που είχε το πρόσωπό του, μου απαγόρευε να τον αναγνωρίσω.

Κάνουμε το επόμενο νυχτερινό τσιγάρο μαζί. Προσπαθώ να τον παρηγορήσω για την απώλεια του αδερφού του. Μάταια. Καμιά κουβέντα δεν είναι ικανή να απαλύνει τον πόνο. Μόνο ο χρόνος ο οποίος, όπως όλοι ξέρουμε, θέλουμε δεν θέλουμε αυτός θα κάνει τη δουλειά του.

Μου λέει πως απορεί με την αντοχή των γέρων του. Του αναπτύσσω ξανά εκείνη την θεωρία μου που υποστηρίζει πως η φύση έχει προνοήσει για τους γέρους: Από ένα σημείο και μετά δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Τα περνάνε σχεδόν όλα επιδερμικά. Ό,τι και να γίνει το αντέχουν.

Ανησυχεί. Φοβάται για τους άλλους, λέει. Για τον εαυτό του, λέω εγώ. Τον αγαπάω, είναι φίλος, έχουμε ζήσει πολλά μαζί αλλά δεν μπορώ να του προσφέρω τίποτα. Τίποτα παραπάνω από το φουτόν, μια καθαρή πετσέτα κι ένα τσιγάρο ακόμα... γιατί ξέμεινε.


Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Αμφιθυμική Ταλαιπωρία Νο 51489375294


Οδηγώ στη Στράντα Μαρίνα με τον μισό εγκέφαλο ακόμα κοιμισμένο κι ενώ έχω φύγει πριν 2' από το Ακρωτήρι με ήλιο, ξαφνικά σκάει στο τζάμι του αυτοκινήτου μια μπόρα, σαν κεραυνός. Δευτέρα, 1η Φλεβάρη 2010... και ξέρεις πως με ενοχλούν οι Δευτέρες.

Βλέπω το καράβι να κουνιέται μες στο λιμάνι αλλά δεν καταλαβαίνω αν έρχεται ή αν φεύγει. Ξέρω πως είναι από εκείνες τις μέρες που θα ήθελα να λύνει κι εγώ να είμαι σε κάποιο deck να κουνάω μαντήλια νοητά, στο Τζάντε.

Θέλω να φτάσω γρήγορα, να είμαι στην ώρα μου, να κάνω τις πρωινές μου δουλειές και να προσπαθήσω να βρω λίγο χρόνο να γράψω κάτι που "έχτιζα" λέξη - λέξη όλη νύχτα στον ύπνο μου. Ξύπνησα κάμποσες φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας και σκέφτηκα πως είναι πολύ σημαντικό να μην το ξεχάσω αλλά δεν σηκώθηκα να κρατήσω κάποια σημείωση. Αυτά τα κάνει μόνο ο Δημήτρης που είναι μεθοδικός και επαγγελματίας. Γι' αυτό πάει μπροστά ο άνθρωπος! Όχι σαν κι εμένα τη γαϊδούρα, τεμπέλα.

Βέβαια ο Δημήτρης είναι ο Δημήτρης, εγώ είμαι εγώ, εσύ είσαι εσύ κι ο άλλος είναι ο άλλος. Μην το ψάχνεις Δευτεριάτικα. Είναι και 1η του μήνα, μην γκρινιάζεις και μη χάνεσαι σε δαιδαλώδεις σκέψεις. Δεν έχει νόημα.

Είναι κι εκείνο το τηλεφώνημα το χθεσινό, μες στο μυαλό μου συνέχεια. Εκείνο το τηλεφώνημα από την Αγγλία. Κάνει παρεμβολές στη σκέψη μου συνεχώς. Πάω να σκεφτώ κάτι και τσουπ! εμφανίζεται το τηλεφώνημα για να μου θυμίσει τη φράση που με έκανε να θυμώσω, τη φράση που με συγκίνησε κι εκείνο το σπάσιμο της φωνής του φίλου, που με έκανε να κλάψω. Μια ζωή αμφιθυμική ταλαιπωρία!

Μόλις εκατό μέτρα πριν το γραφείο, ο δρόμος έχει φρακάρει από ένα βοθρατζίδικο. Τι λέξη κι αυτή. Σκατά! μονολογώ μες στο αυτοκίνητο και παραμένω ακινητοποιημένη αφού δεν μπορώ να μετακινηθώ προς καμία κατεύθυνση.

Φτάνω καθυστερημένη στη δουλειά, ξανά. Ρουφάω ένα πορτοκάλι, μισοζαλισμένη και ανοίγω βιαστικά τον υπολογιστή. Τσεκάρω το εταιρικό e-mail, κάνω δυο, τρία απαραίτητα και κάθομαι να γράψω. Φυσικά, δεν θυμάμαι τίποτα από εκείνο που έχτιζα όλη νύχτα, λέξη - λέξη γιατί δεν σηκώθηκα να κρατήσω μία σημείωση. Όπως κάνει ο Δημήτρης, που είναι μεθοδικός και επαγγελματίας...

Τουλάχιστον έξω έχει λιακάδα πια και η μέρα στρώνει σιγά - σιγά μα με την ανάλογη σταθερότητα που απαιτείται για να μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Άλλωστε, το καράβι το πρωί "έδενε", τώρα που σκέφτομαι καλύτερα τί ώρα ήταν.






Φεύγουν καράβια στο γιαλό, και ’γω τους γνέφω στο καλό
Και ’γω τους γνέφω στο καλό, παράπονο μου
Χάνομαι τώρα τις νυχτιές, μέσα στου κόσμου τις φωτιές
Μέσα στου κόσμου τις φωτιές με τ’ όνειρό μου
Φεύγουν καράβια στο γιαλό, και ’γω τους γνέφω στο καλό
Και ’γω τους γνέφω στο καλό, παράπονο μου
Φεύγουν καράβια στο γιαλό, και με τα κύματα μιλώ
Και με τα κύματα μιλώ και τ’ όνειρό μου
Τώρα μια πέτρινη σιωπή, είναι η δικιά μου προκοπή
Είναι η δικιά μου προκοπή παράπονο μου
Φεύγουν καράβια στο γιαλό, και με τα κύματα μιλώ
Και με τα κύματα μιλώ και τ’ όνειρό μου
Να ’σουνα θάλασσα και συ, και η ζωή μικρό νησί
Και η ζωή μικρό νησί να ’ρθω ν’ αράξω
Να ’χα καρδιά μα και πυγμή, όλα στη γη σε μια στιγμή
Όλα στη γη σε μια στιγμή για να τ’ αλλάξω

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

Τηλεφωνική Υποκλοπή (Βγάλε τη Κατίνα από μέσα σου, να αεριστεί)




Ναι, αγάπη μου όπως το ακούς: τη χτύπησε κι αυτήν η κρίση. (μικρή παύση) Η οικονομική ντε!
Μεταξύ μας, εμένα μου κάνει τη χάρη όχι μόνο να τη χτυπήσει, στην εντατική να τη στείλει, μπας και γλιτώσουμε επιτέλους από την κακογουστιά της! Γιατί εγώ -το ξέρεις άλλωστε- δεν τους αντέχω τους νεόπλουτους αγάπη μου! Όπου δω νεόπλουτο, να... παθαίνω ένα πράγμα, σαν αναφυλαξία σου λέω! Τι ποιους εννοώ; Αυτούς που τους έκανε "μάγκες" το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Ανδρέα, τότε που κουβάλησε την Αλλαγή στη Χώρα και λίγδωσε τ' αντεράκι του Έλληνα. Ναι, ναι. Όοοοοχι αγάπη μου, εμείς είχαμε πάντα χρήματα, δεν λέμε για εμάς τώρα! Ναι, ναι... και που λες, αυτηνής ο πατέρας για τη σπουδάσει στα Λονδίνα, έβοσκε πρόβατα. Ναι, όπως το ακούς: πρό-βα-τα. Κανονικά πρόβατα! Αυτά που βλέπεις στα ντοκυμαντέρ. Ναι! Και που λες, αυτός την έστειλε την κυρία στα Λονδίνα να σπουδάσει, υποτίθεται, αρχιτέκτονας. Πήρε πτυχίο ναι αλλά πήρε και τον Τάκη, πακέτο. Γιος μεγαλοδικηγόρου, πολλά λεφτά. Σιγά μην τον άφηνε! Και της έκανε σου λέει ο πατέρας της έναν γάμο! Δεν υπήρχε δεύτερος, στο θεσσαλικό κάμπο! Τριών ετών επιδοτήσεις ξόδεψε, συν τα αρνιά που σούβλισε για το γαμήλιο γλέντι. Αλλά τι τα θες; Αυτή τα ξέχασε όλα και μας παρίστανε την κυρία! Γι' αυτό δεν τη λυπάμαι! Πόσα χρόνια νόμιζε ότι θα μπορούσε να ξεγελάει τους πάντες, με τη δήθεν οικονομική της επιφάνεια; Άσχετο πράγμα με ρωτάς αλλά θα σου πω: δεν την απασχολούν τα μπλόκα των αγροτών διότι δεν βγαίνει στην εθνική με το jeep. Αυτό το έχει για να κατεβαίνει στη Σκουφά να ψωνίζει γόβες. Η βλαχάρα! Μα όπως πάει, θα της το πάρουνε κι αυτό και τότε θα μας το παίξει εναλλακτική. Εδώ θα είμαστε και θα τα λέμε! Θα τη δεις με φόρμα και αθλητικό που δεν την έχεις ξαναδεί, να γυρνάει από βιτρίνα σε βιτρίνα στο Κολωνάκι και να σου λέει:" Όχι χρυσή μου δεν ψωνίζω σήμερα, είμαι θλιμμένη για τους νεκρούς της Αϊτής... Μα δεν ήταν τρομερό;;;" Φυσικά εσύ θα ξέρεις πως έχει τιγκάρει τις πιστωτικές και να θέλει να αγοράσει δεν θα μπορεί πια και το φοβερότερο όλων είναι που θα το ξέρει ότι το ξέρεις αλλά θα το παίζει το ρολάκι, κανονικά. Τέτοια είναι!
Α, ναι τις προάλλες την είδα να αγοράζει και βιβλία! Καλέ όχι! Για τα ράφια τα θέλει. Έκανε ανακαίνιση λίγο πριν την κρίση αλλά δεν πρόλαβε να την ολοκληρώσει. Της έχουν μείνει σου λέει τα ράφια, άδεια! Πως να τα γεμίσει; Που ξέρεις πόσο έχει ένα βάζο από το Kosta Boda. E, τα γεμίζει με βιβλία. Φαντάσου! Βέβαια δεν ξέρει τι της γίνεται και παίρνει ότι της δίνουν. Βιβλίο να 'ναι σου λέει κι ότι να 'ναι. Την πέτυχα επ' αυτοφώρω να αγοράζει το "Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες" του Ιουλίου Βερν και στο καπάκι το " Εκκρεμές του Φουκώ" του Έκο. Το δεύτερο το καταλαβαίνω, έχει έναν όγκο, θα πιάσει κάποιον χώρο. Δεν άντεξα, τη ρώτησα για τον Βερν: "Αγοράζεις βιβλία για το ορφανοτροφείο, αγάπη μου;". Ε μα! Όχι, δεν το κατάλαβε. Είναι και ηλίθια! Μου είπε ότι πάντα ήθελε να το διαβάσει αλλά ποτέ δεν είχε βρει το χρόνο. Ακούς; Ακούω να λες! Τώρα όμως που θα έχει όλο το χρόνο ελεύθερο, γιατί ξέρεις κομμένα τα μποτέ, ε δεν μπορεί θα βρει χρόνο να διαβάσει και τα μπιμπελό της! Μπας και ξεστραβωθεί, που δεν το βλέπω!
Ξέρεις τι πιστεύω; Θα την παρατήσει κι ο Τάκης. Τον είδα προχθές που καλοκοίταζε την κομμώτρια του τρίτου, ναι. Θέμα χρόνου είναι...
Ουφ, πολύ αξία της δώσαμε και σήμερα! Ναι, αγάπη μου, ναι. Να συναντηθούμε το απόγευμα για ένα τσάι να πούμε και καμιά κουβέντα σαν άνθρωποι... Από το τηλέφωνο, τι να πρωτοπείς πια;
Ναι, στις 6.

à bientôt!




Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010

Bauhaus




Ζούσε από όταν ήταν έφηβος σε εκείνο το bauhaus κτίριο, πάντα στο ίδιο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου. Κι αφού δούλευε τη νύχτα και τη μέρα κοιμόταν, δεν είχε ποτέ ιδέα για το ποιοι έμεναν δίπλα ή απέναντι ή από πάνω του. Ουσιαστικά, δεν ήταν κάτι που τον ενδιέφερε.

Τον ενδιέφερε μόνο να πηγαίνει στη δουλειά του: νυχτερινός φύλακας σε εργοστάσιο. Εκεί είχε στήσει το άνδρο της ζωής του. Το μικρό γραφείο του ήταν ο ζωτικός του χώρος. Είχε τα βιβλία του, τις μουσικές του και μια μικρή συλλογή από γραμματόσημα. Κάποιες φορές, παρακολουθούσε ταινίες στον υπολογιστή. Ταινίες του Bunuel, του Pasolini, του Fellini και φανταζόταν πως ήταν κάποιος από τους ρόλους που έβλεπε.

Ένα πρωί καθυστέρησε να κοιμηθεί. Είχε βγει, ακριβώς δέκα λεπτά της ώρας, έξω από το πρόγραμμά του και τότε ήταν που πρώτη φορά την άκουσε. Ήταν σίγουρο ότι επρόκειτο για γυναίκα. Η άψογη ακοή του τού επέτρεπε να ξεχωρίσει τον ήχο από τα ψηλοτάκουνά της. Μετά άκουσε κι αυτόν. Πατέρας; Σύντροφος; Τί; Είχε ζωηρό περπάτημα κι έτσι όπως συναντιόταν τα βήματά του με εκείνης και κόβανε ταχύτητα, ήταν σχεδόν βέβαιο πως ήταν ζευγάρι.

Συνέχισε να παραμένει εκτός προγράμματος για αρκετά λεπτά ακόμα και τότε ήταν που άκουσε και τα παιδικά, γρήγορα βήματα. Ήταν πλέον σίγουρο: Δίπλα του ζούσε μια οικογένεια. Ένα ζευγάρι με παιδί. Άκουγε πεντακάθαρα το μικρό να τρέχει μέσα στο σπίτι. Που και που άκουγε και κάποιο δυνατό γέλιο του ή κάποια κραυγή από εκείνες που αμολάνε τα πιτσιρίκια χωρίς προφανή λόγο.

Κοιμήθηκε.Το πρόγραμμα ακολουθήθηκε όπως κάθε μέρα. Σηκώθηκε αργά το απόγευμα μαγείρεψε κάτι, έφαγε, έκανε μπάνιο και πήγε ξανά στη δουλειά, να ζήσει τη ζωή του. Το πρωί πάλι πίσω, στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου.

Αποφάσισε να κάνει λίγο πιο αργές κινήσεις στο μπάνιο, πριν πέσει για ύπνο. Μια ηθελημένη χρονοτριβή ώστε να είναι βέβαιος πως θα την ξαναάκουγε, χωρίς όμως να πρέπει να το μάθει αυτό κανείς. Ούτε καν το μαξιλάρι του που ήξερε τα πάντα. Κι όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι, την άκουσε. Άκουσε τα ψηλοτάκουνά της να την μεταφέρουν στο χώρο και μόνο για εκείνες τις μικρές της παύσεις όταν διασταυρωνόταν με τα ζωηρά αντρικά βήματα, την ερωτεύτηκε παράφορα.

Ο καιρός περνούσε κι αυτός ως γνήσια ερωτευμένος, άρχισε να χάνει τον ύπνο του. Ούτε να φάει ήθελε και το χειρότερο όλων ήταν που δεν ήθελε πλέον ούτε στη δουλειά του να πηγαίνει. Πήγαινε με το ζόρι και αυτό που κάποτε ήταν η ζωή του είχε μετατραπεί σε καταναγκαστικό έργο. Συνεχώς κοίταζε το ρολόι ώσπου να του επιβεβαιώσουν οι δείκτες πως ήταν ώρα να πάει σπίτι.

Δεν έφευγε σχεδόν καθόλου από την κρεβατοκάμαρά του, μιας και είχε ανακαλύψει πως η πρόσβαση στον ήχο της, ήταν πιο δυνατή σε εκείνο το δωμάτιο. Αυτό που τον μάγευε σε εκείνη ήταν πως περνούσε πολλές ώρες πάνω στις γόβες της και έτσι ήταν σαν να τον παρότρυνε να συνεχίσει να την ψάχνει, να την μαθαίνει. Τον προκαλούσε κάθε ώρα και στιγμή με τα τακούνια της να βρει κάτι, ένα τόσο δα στοιχείο παραπάνω, για την ίδια.

Πέρασαν δύο μήνες στενής παρακολούθησης του ήχου της, ήξερε πολλά γι' αυτήν. Πότε ήταν κουρασμένη και πότε χαρούμενη. Πότε κοντοστεκόταν μπροστά στον σύντροφό της τρυφερά και πότε έτρεχε θλιμμένη στην ασφάλεια του μπάνιου. Ήταν πλέον καιρός να τη συναντήσει και να δώσει μορφή σε αυτό που γνώριζε τόσο καλά η ακοή του.

Μετά από λίγα μόλις πρωινά, αποφάσισε να μην κοιμηθεί καθόλου μετά τη δουλειά. Θα την άκουγε όλη μέρα και όταν εκείνη θα έβγαινε όπως συνήθιζε για ψώνια, θα έβγαινε κι αυτός και θα την συναντούσε. Κι έτσι έκανε, μα τη στιγμή που εκείνη βγήκε από το διαμέρισμά της, εκείνος δεν βρήκε τη δύναμη να την ακολουθήσει στο διάδρομο. Μόνο από πίσω την είδε για λίγο όπως έμπαινε στο ασανσέρ. Μα δεν πρόσεξε καν το ύψος της ή το χρώμα των μαλλιών της, μόνο τα τακούνια της που την πήγαιναν κορδωμένα και σταθερά στον προορισμό της.

Την επομένη, μόλις την άκουσε να βγαίνει από το διαμέρισμά της, έτρεξε στο ματάκι της πόρτας αλλά εκείνη πέρασε βιαστικά και πρόλαβε μόνο να δει μερικές καστανές μπούκλες από το κεφάλι της. Και την επομένη, την ίδια ακριβώς στιγμή ο έρωτάς του τον ώθησε να ανοίξει τη πόρτα όπως αυτή περνούσε και να παρουσιαστεί μπροστά της σαν φάντης μπαστούνι!

Εκείνη κοντοστάθηκε κάπως ξαφνιασμένη. Προσπάθησε να της πει "καλημέρα" αλλά του ήταν αδύνατον να μιλήσει, χρόνια τώρα. Άκουσε τη δική της καλημέρα έτσι μελωδικά να ηχεί στα αυτιά του και μη μπορώντας να της την ανταποδώσει απλά έσκυψε το κεφάλι και χάζεψε τη φουσκωμένη κοιλιά της. Ήταν η ομορφότερη εγκυμονούσα που είχε δει. Αλλά ήταν ελάχιστες εκείνες που είχε δει. Τον προσπέρασε παραξενεμένη, με ένα ελαφρύ μειδίαμα στο στόμα της και του φάνηκε πως είδε έναν μικρό, τόσο δα φόβο στα μάτια της.

Την άφησε να πάει στο ασανσέρ και γρήγορα κατέβηκε από τις σκάλες στον δεύτερο και το κάλεσε κι ο ίδιος. Όταν οι διπλές πόρτες άνοιξαν και τον είδε, ήταν σίγουρος πως την είχε τρομοκρατήσει, ωστόσο δεν καταλάβαινε το γιατί. Μεταξύ πρώτου και ισογίου έσκυψε και με αποφασιστικές κινήσεις την ανάγκασε να βγάλει τις γόβες της ώστε να μπορέσει να τις κρατήσει αυτός για πάντα.

Εκείνη, θα έλεγε κανείς, πως σαν να ήξερε τι έπρεπε να κάνει κι έτσι δεν προέβαλε καμία αντίσταση. Απλά του εκχώρησε τα ψηλοτάκουνά της και βγήκε στο ισόγιο ξυπόλυτη. Χωρίς ήχο. Κι αφού ήχο δεν είχε πια, δεν υπήρχε για εκείνον, που πέταξε τις γόβες της στα σκουπίδια και άρχισε πάλι να κοιμάται σαν άνθρωπος.




Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Η Ζωή είναι ντουλάπα


Αν μου ζητούσες να σου περιγράψω τη "Ζωή" θα στην παρουσίαζα ως μια ντουλάπα. Γεμάτη από ρούχα, παπούτσια, γραβάτες, πολύχρωμα μαντήλια. Όλα τα υφάσματα, όλα τα χρώματα και μάρκες. Ακριβές, φτηνές. Γνωστές, άγνωστες. Εξαιρετικής ποιότητας, μέτριας μα και ευτελούς.

Κι η ντουλάπα του κάθε ανθρώπου έχει το δικό της ύφος. Άλλος τα έχει όλα σε τάξη, τακτοποιημένα ως την τελευταία λεπτομέρεια. Την ανοίγει και με μια απλή κίνηση, ξεκρεμάει αυτό που χρειάζεται. Αναλόγως των περιστάσεων. Άλλος πάλι, βάζει-βγάζει και χώνεται μέσα της με τις ώρες μέχρι να βρει αυτό που ψάχνει. Κάποιες φορές, κολλάμε στα ίδια ρούχα για ένα διάστημα και αγνοούμε πως υπάρχουν δεκάδες άλλες επιλογές και πλήθος συνδυασμών. Άλλες φορές πάλι, διαλέγουμε κάθε μέρα και κάτι διαφορετικό.

Γενικά, ο κανόνας της ντουλάπας, απαιτεί να αποχωριζόμαστε ό,τι δεν έχουμε φορέσει μια ολόκληρη σεζόν. Είναι σχεδόν σίγουρο, πως δεν θα μας χρησιμέψει ξανά. Άρα; Δεν πρέπει να καταλαμβάνει χώρο στην ντουλάπα μας. Τον χρειαζόμαστε άλλωστε, για τα καινούργια πράγματα που θα αντικαταστήσουν τα παλιά.

Όπως όλες οι ντουλάπες, έτσι κι η Ζωή θέλει και την ανανέωσή της. Θέλει και τον αέρα της. Ώστε να αποφύγουμε, τις καταστροφικές συνέπειες της υγρασίας και της ανίας. Χρειάζεται και τη λεβάντα της, για να κρατηθεί μακριά ο σκόρος που θα καταστρέψει τα αγαπημένα μας πλεκτά. Παλιά βάζαμε ναφθαλίνη αλλά βρώμαγε πολύ και ήταν ανθυγιεινή. Θέλει και το ξεσκόνισμά της. Μη περάσει στιγμή από το μυαλό σου πως οι κλειστές τις πόρτες, είναι ικανές να κρατήσουν μακριά τη σκόνη. Αυτή η ύπουλη, παντού τρυπώνει!

Βέβαια, υπάρχουν και οι σταθερές αξίες. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να αποχωριστείς εκείνο το καμηλό παλτό που αγόρασες πριν χρόνια στο Λονδίνο. Ξέρεις. Είμαι σίγουρη γι' αυτό! Όπως επίσης ξέρω και ξέρεις πως όταν τυχαία πέφτεις πάνω σ' εκείνο το αρχαίο ζευγάρι κάλτσες ή στο λευκό μαντηλάκι με το μονόγραμμα του παππού, τα μυρίζεις και προσπαθείς να φέρεις πίσω στους αισθητήρες σου, εκείνη την ίδια, γνωστή μυρωδιά του τότε. Μάταια. Οι μυρωδιές μένουν στην μνήμη μεν αλλά ανακαλούνται μόνο αν βρεθείς ξανά στο περιβάλλον τους. Κατά τα άλλα, παραμένει μόνο το συναίσθημα που σου γεννούσαν υπό ορισμένες συνθήκες, οι συγκεκριμένες μυρωδιές. Ζεστασιά, θλίψη, χαρά, τρυφερότητα, πόνο... Όποιο συναίσθημα! Το τοποθετείς ξανά στο συρτάρι και προχωράς να ξεδιαλύνεις τα υπόλοιπα.

Δεν είναι εύκολο πράγμα να διατηρείς τη ντουλάπα σου σε τάξη ακόμα κι αν αντικρύζεις χάος όταν στέκεσαι μπροστά της. Η τάξη της αταξίας είναι το πιο δύσκολο πράγμα και απαιτεί κινήσεις ακριβείας στο χειρισμό της. Φαντάσου να τραβήξεις το φουλάρι και να πέσει ένας σωρός από ρούχα πάνω στο κεφάλι σου. Τι θα κάνεις; Θα τα ξανασπρώξεις πίσω και θα την κλειδώσεις αλλά γρήγορα θα χρειαστείς κι ένα καθαρό πουκάμισο ή ένα ζευγάρι παπούτσια και τότε πάλι θα έρθεις αντιμέτωπος με το σωρό. Γι' αυτό, αν αγαπάς την αταξία, προσπάθησε να κάνεις τις σωστές κινήσεις. Μέχρι τη στιγμή που θα αποφασίσεις ξανά να τακτοποιήσεις. Έστω, προσωρινά.

Σε κάθε περίπτωση η ντουλάπα χρειάζεται φροντίδα. Μα προσοχή! Όχι καθρέφτη στις πόρτες τις! Η Ζωή δεν θέλει πρόβα. Θέλει μπλούζα - φούστα κι ελαφριά πούδρα...

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Τα Χριστούγεννα του Κακού Παιδιού


Για την παιδική μου φίλη Τ.Ζ.
και για όλα τα Κακά Παιδιά
του Κόσμου...


Ήταν ένα Παιδί από εκείνα που κάποιοι λένε "κακά". Εγώ δεν ξέρω με σιγουριά να σας πω αν υπάρχει "καλό" και "κακό" στο Κόσμο, αυτό πάντως το Παιδί, το λέγανε Κακό. Και όλη τη χρονιά, κάθε χρονιά το μάλωναν οι γονείς του και το απειλούσαν, πως αν δεν γινόταν Καλό Παιδί, δεν θα του έφερνε το δώρο του ο Άγιος Βασίλης.

Εκείνο μάταια προσπαθούσε, πάλευε συνεχώς να αποδείξει πως δεν ήταν δα και τόσο κακό! Μα κανείς δεν αναγνώριζε τις προσπάθειές του ούτε και ο Άγιος Βασίλης που ποτέ δεν του έφερνε δώρο. Σε αντίθεση με τα Καλά Αδελφάκια του που έβρισκαν κάθε ξημέρωμα Χριστουγέννων, ό,τι ακριβώς είχαν ζητήσει, κάτω από το στολισμένο δέντρο.

Ετούτα όμως τα Χριστούγεννα, το Κακό Παιδί αποφάσισε να κάνει τα πάντα για να πάρει κι αυτό δώρο από τον Άγιο Βασίλη. Κι ήταν στ' αλήθεια, αποφασισμένο. Έτσι, στα τέλη του Νοέμβρη έστησε παγίδα με κοφτερά αστέρια στο Πνεύμα των Χριστουγέννων, το έπιασε και το φυλάκισε μέσα σε ένα ξύλινο κιβώτιο. Το κιβώτιο το κάρφωσε με μεγάλα καρφιά κι έβαλε πάνω του έναν βαρύ καναπέ για να είναι σίγουρο, πως δεν θα μπορούσε να δραπετεύσει από εκεί μέσα. Θα το κράταγε κλεισμένο, νηστικό και μόνο μέχρι να του έφερνε ένα δώρο ο Άγιος Βασίλης.

Ήρθε ο Δεκέμβρης, πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και κανένας άνθρωπος στο Κόσμο δεν ένοιωθε την ανάγκη να στολίσει το σπίτι του με χριστουγεννιάτικα στολίδια. Κανείς δεν ήθελε να φτιάξει μελομακάρονα, κουραμπιέδες και άλλα γλυκά της εποχής. Κανείς δεν άκουγε κάλαντα και τα παιδιά δεν έστειλαν ούτε ένα γράμμα στον Άγιο Βασίλη. Όλοι κυκλοφορούσαν μουτρωμένοι και το μόνο χαμογελαστό πρόσωπο ήταν αυτό του Κακού Παιδιού. Ήταν πολύ χαρούμενο που κανείς δεν απολάμβανε αυτά τα Χριστούγεννα και που κανείς τελικά δεν θα έπαιρνε δώρο.

Μακριά, στο Εργαστήρι του Άγιου Βασίλη, οι βοηθοί του έκλαιγαν και κάθονταν άπραγοι γύρω από τη πολυθρόνα του. Τον παρακαλούσαν να τους δώσει παραγγελίες μα κι εκείνος, τίποτα δεν είχε να πει αφού δεν είχε λάβει παρά μόνο μία. Κι έτσι, παραμονή Χριστουγέννων, ετοίμασε το έλκηθρο, έδωσε από ένα χάδι στους φίλους του τους Τάρανδους και κίνησε να πάει να βρει εκείνο το μοναδικό παιδάκι που με το γράμμα του τού ζητούσε ένα δώρο.

Σε λίγη μόλις ώρα ο Άγιος Βασίλης και η συνοδεία του βρισκόταν πάνω από το σπίτι του Κακού Παιδιού για να του παραδώσει το δώρο του αν και δεν ήξερε τι θα ήθελε το Παιδί να είναι. Κατέβηκε, όπως συνήθιζε από τη καμινάδα του σπιτιού και έφτασε στο μεγάλο σαλόνι. Κοίταξε προς όλες τις πιθανές κατευθύνσεις αλλά πουθενά δεν έβρισκε το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Απογοητευμένος, γύρισε να φύγει κι εκεί μέσα στο σκοτάδι, είδε ένα λαμπερό χαμόγελο να φέγγει στο σκοτάδι. Πλησίασε καλύτερα, έσκυψε και είδε το Κακό Παιδί κουλουριασμένο κάτω από το τραπέζι να τον κρυφοκοιτάει.


"Τι κάνεις καλό μου τέτοια ώρα εδώ; θα έπρεπε να είσαι στο κρεβάτι σου!", απόρησε ο Άγιος Βασίλης
"Σε περίμενα Άγιε Βασίλη" ψέλλισε το Κακό Παιδί, "Εγώ σου έστειλα το γράμμα κι εφέτος, ήμουν σίγουρος πως θα ερχόσουν και για εμένα. Και να τελικά που ήρθες!"
"Έλαβα το γράμμα σου, παιδί μου αλλά δεν μου έγραφες τι θα ήθελες για δώρο;" ρώτησε ο Άγιος
"Δεν θέλω τίποτα Άγιε Βασίλη! Έχω παιχνίδια και ρούχα και φαγητό και όμορφο σπίτι. Θα ήθελα μόνο, να με κάνεις Καλό Παιδί." εξήγησε το Κακό Παιδί
"Όλοι με λένε Κακό και δεν ξέρω τι να κάνω για να γίνω Καλό. Κι έτσι φυλάκισα το Πνεύμα των Χριστουγέννων. Να μην κάνει κανείς χαρούμενα Χριστούγεννα! Μόνο εγώ! Λυπάμαι Άγιε, δεν είχα άλλη λύση..."

Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε την μεγάλη αγκαλιά του και χώθηκε μέσα το Κακό Παιδί κι έκλαψε, έκλαψε, έκλαψε κι όταν δεν είχε άλλα πια δάκρυα να μουσκέψει τη γενειάδα του, σήκωσε τα μεγάλα μάτια του και είδε στο πρόσωπο του Άγιου Βασίλη, ένα - ένα να περνάνε τα πρόσωπα της οικογένειάς του. Η μαμά του, ο μπαμπάς του, τα αδελφάκια του... Και όλα τα πρόσωπα ήταν χαμογελαστά και τον αγαπούσαν πραγματικά. Το έβλεπε στα μάτια τους! Κι ήταν πράγματι το ωραιότερο δώρο που υπάρχει!

Ο Άγιος Βασίλης τον πήρε από το χέρι και μαζί πήγαν στην αποθήκη κι ελευθέρωσαν το Πνεύμα των Χριστουγέννων. Ξαφνικά, γέμισε ο Κόσμος με πολύχρωμα λαμπιόνια, μυρωδιές από γλυκά και κάλαντα. Όλα τα παιδιά, στον ύπνο τους χαμογελούσαν όμορφα και μαγικά πακέτα με δώρα άρχισε να βρέχει ο ουρανός, μαζί με ζαχαρένιες νιφάδες και καραμέλες.

Το Κακό Παιδί πλέον ήτανε Καλό κι έτρεξε γρήγορα στο κρεβάτι των γονιών του, χώθηκε στη μέση τους αγκάλιασε και τους γέμισε φιλιά, για πρώτη φορά. Εκείνοι, το έσφιξαν στην αγκαλιά τους, το χάιδεψαν, το φίλησαν γλυκά και του έδωσαν το δώρο τους, να το συντροφεύει πάντα.

Ο Άγιος Βασίλης, πήρε το έλκηθρό του και τους υπομονετικούς του τάρανδους και γύρισε στο σπίτι του, ευτυχισμένος. Είχε πολλά πράγματα να φροντίσει μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα και πολλά Κακά Παιδιά να μεταμορφώσει...



Το μικρό αυτό παραμύθι, ταξίδεψε για πρώτη του φορά στο διαδίκτυο, ξημερώματα Χριστουγέννων, μέσα από το -πάντα φιλόξενο-
Ποιείν

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Μες στο Πνεύμα...




Αναζητώ ακόμα το Πνεύμα το Χριστουγεννιάτικο που θα με κάνει χαρούμενη κι ετούτες τις γιορτάδες. Ωστόσο, δεν το βρίσκω πουθενά... μου φαίνεται πως κάποιο Κακό Παιδί το κρατάει φυλακισμένο σ' ένα ξύλινο μπαούλο... Θα δείξει, εντός των ημερών που θα ανεβάσω το σχετικό πόστο. Αυτό είναι απειλή, ναι!

Το Ζάντε πάντως, είναι μες στο πνεύμα. Μέσα, μέσα. Ντιπ για ντιπ. Τι δέντρα, τι φώτα, τι καρουζέλ, τι πίστες για πατινάζ! Απ' όλα έχουμε! Κυκλοφορεί και μια φήμη ότι θα έρθει ο Κωστάλας να παρουσιάσει το 1ο (και τελευταίο) φεστιβάλ καλλιτεχνικού πατινάζ στο νησί. Θα συμμετέχουν καλλιτέχνες από όλες τις παρατάξεις της τοπικής πολιτικής σκηνής. Διότι αν δεν είναι καλλιτέχνες οι τοπικοί μας άρχοντες, τότε ποιοι είναι;;;

Φυσικά θα παρουσιάσουν τα προγράμματά τους σε ζευγάρια. Με τις συζύγους και τους συζύγους τους, όσοι έχουν. Όσοι δεν έχουν, λόγω ημερών, θα νοικιάσουν κάποιον, της αλλοδαπής κατά προτίμηση. Έτσι, θα δείξουν πως εκτός από καλλιτέχνες - πολιτικοί, είναι πάνω απ' όλα Άνθρωποι! Διότι αν -μέρες που είναι- δεν δείξεις και μια κοινωνική ευαισθησία, πότε θα την δείξεις; Το καλοκαίρι που γίνεται ο κακός χαμός από τους τουρίστες;;; Ποιος θα το πάρει χαμπάρι τότε; Όλοι δουλεύουνε σαν τα σκυλιά. Τώρα πρέπει, τώρα που καθόμαστε!

Να, λες και βλέπω τα ζευγάρια με τις φαντασμαγορικές τους στολές να επιδίδονται πάνω στον πάγο, σε διπλό άξελ και στο καπάκι τριπλό σάλτο που θα καταλήγει σε όμορφα, συμμετρικά σπιν στη μέση της πίστας! Αναμένεται -ειδικά μετά το τριπλό σάλτο του Υψηλότερου Ζεύγους του τόπου- να σαλτάρει και ο ίδιος ο Κωστάλας στο πόρτο αφού τέτοιο άλλο, δεν θα έχει ξαναδεί στη πολύχρονη καριέρα του!

Μια άλλη φήμη που κυκλοφορεί, κάνει λόγο για κυβερνητική αποστολή που θα συμμετέχει στο φεστιβάλ εκτός συναγωνισμού. Απλά και μόνο προς τέρψιν των πολιτών. Για το λόγο αυτό, εστάλη με την ευκαιρία της γιορτής του Αγίου Διονυσίου, ο κύριος Πάγκαλος προκειμένου να ελέγξει την ποιότητα της πίστας αλλά και να ρίξει τη ματιά του στα προγράμματα των ζευγαριών που πρόκειται να συμμετέχουν ώστε η κυβερνητική αποστολή να παρουσιάσει κάτι ανώτερο σε θέαμα αλλά και τεχνική αρτιότητα. Κυβέρνηση είναι αυτή, δεν μπορεί να μην είναι η καλύτερη!

Ανεξάρτητα πάντως από την τελική κατάταξη των συμμετεχόντων, μεγάλος κερδισμένος και αυτή τη φορά θα είναι ο ζακυθινός λαός που θα έχει τη τιμή και τη χαρά, να απολαύσει όλη αυτήν την υπερπαραγωγή. Μια υπερπαραγωγή που έρχεται να καλύψει το απύθμενο κενό που νοιώθει ο πολίτης αφού εφέτος, λόγω οικονομικής στενότητας, δεν μπορεί να επιδοθεί στο αγαπημένο του σπορ: την κατανάλωση. Το φεστιβάλ αυτό, είναι και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να συναντηθούν όλοι μαζί έμποροι και καταναλωτές αφού στα καταστήματα των πρώτων, δεν προβλέπεται να συναντηθούν. Έτσι, όλοι μαζί αγαπημένοι, θα δώσουν την προσοχή τους στις απίθανες φιγούρες των καλλιτεχνικών - πολιτικών ζευγαριών και θα ξεχάσουν τον καημό τους.

Άλλωστε, είναι γνωστό από παλιά: Η φτώχεια θέλει καλοπέραση!

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Antisexus


Ακόμα κι αν πάρω ως δεδομένο πως -όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, έτσι κι εγώ- μεροληπτώ υπέρ των αγαπημένων μου, δεν είναι αρκετό αυτό για να δικαιολογήσει τη χαρά και την ικανοποίηση που νοιώθω, τώρα που ολοκλήρωσα την ανάγνωση του ΑΝΤΙΣΕΞΟΥΣ.

Και τι τύχη! Αν δεν ήταν ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης φίλος μου, ίσως να μην ήξερα για την καινούργια μεταφραστική δουλειά του και ίσως να μην το διάβαζα ποτέ. Κι ακόμα, ίσως ποτέ να μην ανακάλυπτα τον Αντρέι Πλατόνοφ αυτόν τον μάγο με την λεπτή ειρωνεία και τον αφοπλιστικό κυνισμό.

Δεν μπορώ να κρίνω το γραφτό από άποψης μεταφραστικής. Είμαι σίγουρη -κι εδώ μπαίνει αρκετά η μεροληψία που αναφέρθηκε παραπάνω- πως ο Δημήτρης θα έχει κάνει εξαιρετική δουλειά και πάλι. Άλλωστε, είναι ένας άνθρωπος που έχει ζήσει τη γλώσσα αυτή, δεν την γνωρίζει μόνο ως διδαγμένη "ξένη" συν του ότι έχει στο ενεργητικό του δεκάδες, αξιόλογες μεταφράσεις. Στην τελική, υπάρχουν τόσοι και τόσοι κριτικοί να το κρίνουν. Μπορώ να πω όμως, την άποψή μου σαν ανάγνωσμα και σαν ερέθισμα. Σαν τροφή για σκέψη, για χαμόγελο, για δάκρυ και για επανατροφοδότηση...

Μέσα από διάφορες προσωπικές, εσωτερικές διαδικασίες με ξαναφέρνει μπροστά σε μια πραγματικότητα που σαν παιδί αρνιόμουν να παραδεχτώ και σαν ενήλικας ντρέπομαι για αυτήν. Με διδάσκει όμως, πόσο λυτρωτικός μπορεί να είναι ο αγώνας απέναντι σε ότι μπορεί να ονομαστεί καθεστώς, μέσα από τις λέξεις, όταν βέβαια αυτές ντύνονται με τα κατάλληλα ρούχα. Ο Πλατόνοφ θεωρώ πως έχει το χάρισμα να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται λέγοντας ουσιαστικά έξω από τα δόντια αυτά που πιστεύει, χωρίς να ανησυχεί για το αποτέλεσμα. Τον θαυμάζω και γι' αυτό!

Δεν θα μακρηγορήσω άλλο. Παραθέτω ένα απόσπασμα από το διαφημιστικό φυλλάδιο το οποίο, όμως μας ενημερώνει ο μεταφραστής, δημοσιεύθηκε στη Νέα Υόρκη. Το φυλλάδιο έχει σκοπό να διαφημίσει τη συσκευή ΑΝΤΙΣΕΞΟΥΣ. Μια πατέντα επαναστατικής, που εφόσον έχει κατακλείσει όλες τις αγορές του κόσμου, επιχειρεί να εισαχθεί και στην αγορά της Σοβιετικής Ένωσης, υπό την επωνυμία "ΑΝΤΙΣΕΞΟΥΣ Κατοχυρωμένες με πατέντα συσκευές. Μπέρκμαν, Σολτουά και Υιοί ΕΠΕ".

"...η εταιρεία μας κατοχύρωσε την ευρεσιτεχνία σε όλες τις πολιτισμένες χώρες για την ηλεκτρομαγνητική συσκευή Antisexus, η οποία αποσκοπεί στην ρύθμιση του φύλου, και ταυτοχρόνως -χάρη σ' αυτήν- στην ύψιστη λειτουργία του ανθρώπου, το πνεύμα του, την κρυμμένη, σ' αυτό, θα λέγαμε, θεότητα, η οποία πρέπει, επιτέλους, να γίνει φανερή και κοινόχρηστη, ως μία από τις βασικές αρετές της ανθρωπότητας. Η μη ρυθμισμένη γενετήσια συμπεριφορά είναι μη ρυθμισμένη ψυχή - μη αξιόπιστη, η οποία και η ίδια οδύναται και παράγει οδύνες, πράγμα που στον αιώνα της καθολικής επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας, στον αιώνα των Φορντ και του ραδιοφώνου, στον αιώνα της Κοινωνίας των Εθνών, του Ρέζεφορντ και της σχεδιαζόμενης διαπλανητικής επικοινωνίας με την βοήθεια της ζώσας δυνάμεως, η οποία υπάρχει στο επονομαζόμενο "Τούβλο" του Κρέιτσκποφ, δεν μπορεί να είναι ανεκτό. Η πρόοδος ακολουθεί τεθλασμένη πορεία, δηλαδή ορισμένα σημεία της υστερούν σε μεγάλο βαθμό έναντι άλλων. Η εταιρεία μας ανέλαβε το καθήκον να ευθυγραμμίσει την πορείας της προόδου, η εταιρεία μας ανέλαβε το καθήκον να εξοντώσει την σεξουαλική βαρβαρότητα του ανθρώπου και να εξυψώσει την φύση του στο επίπεδο του ανώτερου πολιτισμού της ηρεμίας και του ισομερούς, ήρεμου προσχεδιασμένου ρυθμού ανάπτυξης.

Στον αιώνα των κοινωνικο-οικονομικών κρίσεων, όταν ο θεσμός του γάμου επιβαρύνεται υλικά, στον αιώνα των διατροφών, όταν είναι σχεδόν αδύνατη η τεκνοποιία, όταν η γυναίκα έγινε και πάλι σχεδόν φαντασίωση των ποιητών χάρη στη μιζέρια των ανδρών, καλούμαστε να λύσουμε το παγκόσμιο πρόβλημα του φύλου και της ψυχής του ανθρώπου. Η εταιρεία μας μετέτρεψε το συναίσθημα της διαφοράς των φύλων από άναρχο στοιχείο σε ευγενή μηχανισμό και έδωσε στον κόσμο την δυνατότητα της ηθικής συμπεριφοράς. Εξαφανίσαμε το στοιχείο του φύλου από τις ανθρώπινες σχέσεις και απελευθερώσαμε τον δρόμο για την καθαρή πνευματική φιλία.

Λαμβάνοντας υπόψη, παρ' όλα αυτά, την ιδιαιτέρως εκτιμώμενη στιγμή της απόλαυση, η οποία υποχρεωτικά ενυπάρχει στην επαφή των φύλων, δώσαμε στην συσκευή μας τέτοια δομή, η οποία επιτρέπει την επίτευξή της, εντέλει, τρεις φορές περισσότερο από ό,τι θα απολάμβανε κάποιος που μόλις εξήλθε στην ελευθερία μετά από 10ετή κάθειρξη. Αυτή είναι η δική μας σύγκριση, αυτή είναι η αντιστοιχία της ποιότητας των πιστοποιημένων συσκευών μας.

Εν συνεχεία, ένας ιδιαίτερος ρυθμιστής επιτρέπει την επίτευξη ηδονής οποιασδήποτε χρονικής διάρκειας -από μερικά δευτερόλεπτα έως μερικά εικοσιτετράωρα- αρκεί ο χρήστης να διαθέτει τον αντίστοιχο ελεύθερο χρόνο. Μια ξεχωριστή ροδέλα επιτρέπει την ρύθμιση σε μονάδες μέτρησης όγκου την έκχυση σπέρματος και κατ' αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται το βέλτιστο επίπεδο ψυχικής ισορροπίας, δεν επιτρέπει δηλαδή την περιττή εξάντληση του οργανισμού και την πτώση των βιορυθμών. Σύνθημά μας είναι η ψυχική και οργανική μοίρα του πελάτη μας, ο οποίος εκπληρώνει το γενετήσιο καθήκον του, να βρίσκεται στα χέρια του μέσω των ειδικών ρυθμιστών. Και αυτό το πετύχαμε. Εκτός απ' αυτό όμως, οι γέροντες, που έχουν αποβάλει πλέον την γενετήσια ορμή, μπορούν και πάλι να την αποκτήσουν χάρη στη συσκευή μας. Εργαζόμαστε για το καλό όλων των ηλικιών και όλων των λαών..."

Αντρέι Πλατόνοφ ΑΝΤΙΣΕΞΟΥΣ
Εισαγωγή-μετάφραση από τα ρωσικά, Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης
Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ



Get this widget | Track details | eSnips Social DNA

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Η απενεχοποίηση της βαριομάρας και μια ακτίνα φωτός




Έχω καιρό να σου γράψω, το ξέρω. Δεν είναι πως δεν ήθελα. Είναι που βαριόμουν, φρικτά. Ε, ναι δεν ντρέπομαι να το παραδεχτώ: βαριόμουν! Κι όλα τα υπόλοιπα, ήταν απλά δικαιολογίες. Όχι δηλαδή πως δεν έχω υποχρεώσεις και τρεξίματα αλλά να, θα μπορούσα να βρω λίγο χρόνο ώστε να γράψω δυο λόγια. Αλλά βλέπεις, βαριόμουν!

Την περασμένη Κυριακή, στο σπίτι βαριόμουν ξανά και δεν με έσωσε ούτε η βόλτα μέχρι το Φάρο του Κεριού όπου είχα να πάω τουλάχιστον δέκα χρόνια. Όση ώρα ήμουν εκεί ήταν καλά, μου άρεσε. Μετά όμως, στο σπίτι, βαριόμουν και δεν είχα όρεξη να κάνω τίποτα. Καθόμουν ημιξαπλωμένη στον καναπέ και χάζευα το ταβάνι. Όχι δεν ήταν εκείνη η κλασική ταβανοθεραπεία για την οποία σου έχω μιλήσει λεπτομερώς, στο παρελθόν. Ήταν η παρατήρηση χωρίς κενό κεφάλι κι ίσως αυτό -ή μήπως η κατάλληλη στιγμή- με έφερε μπροστά σε μια φωτεινή ανακάλυψη.

Φωτεινή κυριολεκτικά! Δίπλα στο τρίτο ξύλινο δοκάρι από αριστερά, στην εσωτερική πλευρά, εκεί που το ταβανοπάτωμα ακουμπάει πάνω στον τοίχο, υπήρχε -από κατασκευής του σπιτιού φαντάζομαι- ένα μικρό κενό που δημιουργήθηκε αναγκαστικά επειδή εξείχε από τον τοίχο ένας σωλήνας του καλοριφέρ που αναμένει να συνδεθεί με κάποιο σώμα, κάποτε. Κι από αυτό το μικρό κενό τρύπωσε μια φωτεινή αχτίδα η οποία με χτύπησε ακριβώς μες στην κόρη του ματιού και το εξανάγκασε να κλείσει ερμητικά. Εξανάγκασε κι εμένα να μετακινηθώ ώστε να μπορέσω να παρατηρήσω όλο αυτό που σου περιέγραψα ήδη. Δεν ξέρω αν θα είχε την ίδια αξία αν δεν βαριόμουν τόσο ώστε να το παρατηρήσω κι αν δεν ήταν η ώρα της ημέρας τέτοια, ιδανική για να μπει το φως από το παράθυρο της σοφίτας και να επιτρέψει στην ατίθαση ηλιαχτίδα να τρυπώσει ανάμεσα από το ξύλο και τον πλαστικό σωλήνα και να έρθει να συναντήσει το μάτι μου. Σύμπτωση, μπορεί. Αν υποθέσουμε πως πιστεύουμε στη σύμπτωση και γενικότερα στην τύχη.

Το ρεζουμέ της υπόθεσης είναι πως δεν υπάρχει ρεζουμέ και πως απλά αυτό το "τυχαίο" γεγονός, στάθηκε αφορμή για να κάτσω επιτέλους και να σου γράψω εκείνα τα "δυο λόγια" που λέγαμε πιο πριν.

Με την ευκαιρία, πάρε κι ένα τραγουδάκι... για το καλό και μη φοβάσαι τη γρίπη, αποκλείεται να πάθεις τίποτα χειρότερο από ότι ήδη έχεις πάθει. "Πίστεψέ με", που λέει κι εκείνο το αγόρι με την αυτοπεποίθηση και την τεστοστερόνη στα ύψη... στο ταβάνι! Κι αυτή! Εκείνη η "χρυσή πουλού" που λέει κι η νόνα Αντζουλέτα (καλή τσης ώρα!).

Τα λέμε!