Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Το τάμα (Μια ιστορία για του Αγίου, στα μεθεόρτια)



Τις προάλλες, Αγίου μέρα, φάγαμε στο πατρικό μου σπίτι, οικογενειακά. Βλέπετε ο παπάκης μου ως Διονύσης  είχε την τιμητική του και μας κάλεσε να μας κάμει το τραπέζι, όπως συνηθίζουμε εδώ και χρόνια. Τι είχε η παδέλα δεν θα πω γιατί δεν βαστάξαμε το αντέτι και κινδυνεύω να θεωρηθώ, στην καλύτερη, «κακιά νεοζακυνθινιά» και στην χειρότερη, «μωραΐτισα»!

Και αυτό είναι το θέμα της ιστορίας: οι μωραΐτες. Και είναι μια ιστορία που μας διηγήθηκε ο πατέρας καθώς τρώγαμε μετά από την δική μου τη μπηχτή ότι δεν κάναμε  το παραδοσιακό αλλά προτίμησε τη «μάμα γάλου».

Ένας μωραΐτης, το λοιπόν, πριν αρκετά χρόνια –αδιευκρίνιστο το πόσα ακριβώς- είχε κάμει ένα τάμα για το γιο του που αντιμετώπισε ένα πρόβλημα υγείας και πήρε το καράβι, μαζί με το παιδί, να έρθουνε ανήμερα Αγίου Διονυσίου, στις 17 Δεκεμβρίου δηλαδή, στο Ζάντε. Ήθελε ο καλός χριστιανός να εκπληρώσει το τάμα του κι έτσι, δεν υπολόγισε ούτε την κακοκαιρία του χειμώνα ούτε την ταλαιπωρία του καραβιού που θαλασσοδερνότανε μεσοκάναλα.

Την ώρα όμως που το καράβι, έφτανε να μπει στο λιμάνι, ήταν η ώρα που γύρναγε η λιτανεία του Αγίου στην εκκλησία και κατά το έθιμο και το νησί ετρανταζότανε από το σμπαροκόπι, τα μάσκουλα και το σένιο από τις εκκλησίες της  Χώρας. Ακούγοντας όλον αυτόν τον θόρυβο και βλέποντας τους καπνούς από τα μάσκουλα, ο δόλιος μωραΐτης, που δεν ήταν μαθημένος σε τέτοια πράματα, σκιάχτηκε! Αρπάζει τον γιο του αγκαλιά και του λέει: «Πάμε να φύγουμε παιδάκι μου, σκοτωθήκανε οι παλιόφραγκοι!», θεωρώντας πως κάποιου είδους πόλεμος γινόταν στο νησί.


Έτσι, δεν κατέβηκε από το καράβι και με το ίδιο γύρισε πίσω κι ούτε η ψυχή του άλλο πέρασε από το Ζάντε και ούτε και το τάμα εκπλήρωσε. Πιθανόν μάλιστα, να πιστεύει ότι το νησί βούλιαξε εκείνη τη μέρα ή ότι δεν έμεινε κανείς κάτοικος αφού θα σκοτωθήκαμε  μεταξύ μας… οι «παλιόφραγκοι».



Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

Του Αυγούστου

 
 
Πρωί, πρωί με την τσίμπλα στο μάτι -κυριολεκτικά- είπα "έχω όρεξη να γράψω κάτι σήμερα". Από που πηγάζει η όρεξη, δεν ξέρω να σας πω. Κουρασμένη είμαι κι ετούτος ο αργόσυρτος Αύγουστος έχει βγάλει την πίστη σ' εμένα και σχεδόν σε όλους όσους γνωρίζω, εδώ στο νησί.
Περίεργος ο Αύγουστος, περίεργο καλοκαίρι. Κόσμος, χαμός! Από τη μία να λέμε "ευτυχώς που δουλεύουμε, που δουλεύουν οι επιχειρήσεις του τουρισμού, να μπορέσουμε να βγάλουμε τις υποχρεώσεις του χειμώνα" κι από την άλλη, η ανελέητη κάψα και η πέρα από κάθε υποψία κούραση, να μας γονατίζει. Κολλημένος πάνω από ένα μήνα στο ίδιο σημείο ο καιρός, με υπέρ δυνατή κόλλα στιγμής. Τουλάχιστον οι νύχτες στο βουνό, περνάνε δίχως να ιδρώσουμε.
Όλοι περιμένουμε "του Αγίου", να σηματοδοτήσει το ξελάφρωμα του νησιού από τον υπερβολικό κόσμο και να γίνει η δουλειά κάπως πιο ανθρωπινή, κάπως πιο εύκολη. Για άλλους βέβαια, σημαίνει την αρχή άλλων, νέων προβλημάτων αν δεν έχουν δουλέψει καλά ως τώρα και για τους μικρούς, το καμπανάκι πως όπου να 'ναι επιστρέφουν στα θρανία.
Αργόσυρτος ο Αύγουστος μα παρ' όλα αυτά, μου φεύγει σχεδόν, μέσα από τα χέρια. Ούτε μπάνια ιδιαίτερα, ούτε βόλτες, ούτε παρέες. Τρέξιμο, τρέξιμο, τρέξιμο! Και πάλι, όλα να μην τα προλαβαίνω. Ούτε δυο γραμμές δεν έγραψα για τα γενέθλια του μικρού μας, που έγινε δέκα ετών. Κάθε χρόνο κάτι του γράφω. Εφέτος, λέξη. Βέβαια, ενοχή δεν φορτώνομαι μιας και του δίνω από μέσα μου ό,τι καλύτερο και περισσότερο μπορώ. Δεν του λείπει το "γραφτό" μου! Ποτέ δεν του έλειψε ή δεν το αναζήτησε κι η αλήθεια είναι πως ό,τι έχω γράψει κατά καιρούς για τα παιδιά μου, είναι για να καλύψω τη δική μου την ανάγκη να εκφράσω, να επικοινωνήσω τη δική μου σκέψη και το δικό μου συναίσθημα, σε σχέση με αυτά. Όχι, τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από αυτό, έχουν ανάγκη από ουσιαστικό χρόνο που περνάω μαζί τους. Και αισθάνομαι τυχερή, που μπορώ να το κάνω!
Μια φορά μόνο, ο μικρός μας μου ζήτησε να του γράψω ένα παραμύθι με γίγαντες. Πριν 4 χρόνια ήταν. Το ξεκίνησα, με έβαλε να του διαβάσω τι είχα γράψει, δεν του άρεσε πολύ, μου είπε να το αλλάξω. Το παράτησα. Ούτε το άλλαξα ούτε το τελείωσα. Γι' αυτό, ίσως να νοιώθω μια μικρή ενοχή αλλά επινοώ πολλά παραμύθια σχεδόν καθημερινά και ένα σωρό ιστορίες για να τα ηρεμώ και να τα κρατάω λίγο φρόνιμα. Και πάντα με ακούνε με προσοχή, τους αρέσουν πολύ και δείχνουν να τα απολαμβάνουν. Μόνο που να, ο μικρός δεκάχρονος, έχει αρχίσει πια να εκλογικεύει τα πράγματα και όταν λέω για φτερωτά πλοία και σύννεφα με παντελόνια -εις μνήμην Μαγιακόφσκι- γελάει και μου κάνει συνωμοτικά νεύματα πως  δήθεν συνεργαζόμαστε για να "ξεγελάσουμε" την μικρή αδερφή του. Κι εγώ βέβαια, επιστρέφω τα συνωμοτικά νεύματα ώστε να γίνουμε "συνένοχοι" στο κόλπο. Και είμαστε όλοι ευχαριστημένοι!
Μακάρι με τα κόλπα, τις ιστορίες και τα συνωμοτικά νεύματα και βλέμματα να γινόντουσαν και όλες οι δουλειές του σπιτιού που συσσωρεύονται και απλά περιμένουν πότε θα βρω το χρόνο να τις τακτοποιήσω! Αλλά τέτοια μαγικά δεν γίνονται, παρά μόνο στο σινεμά. Τώρα, μπορεί να φταίει που ποτέ μου δεν κατάφερα να πω σωστά το "Supercalifragilisticexpialidocious". Μη νομίζετε, και τώρα copy-paste το έκανα από το google.

Και καλά ο κόσμος, η κάψα, οι δουλειές... Το άγχος; Που το πας το άγχος; Μόνο οι κυνηγοί δεν έχουν άγχος! Ναι, διαπιστωμένα αλλιώς πως να εξηγήσω την οδηγική τους συμπεριφορά; Κάθε πρωί για να πάω στη δουλειά μου κατεβαίνω από το βουνό, πηγαίνω τη μικρή στον παιδικό σταθμό και μετά στο γραφείο. Τις τελευταίες μέρες που ξεκίνησαν οι κυνηγοί τις εξορμήσεις στα ορεινά του νησιού, περνάω μαρτύριο! Ο κυνηγός έχει συνήθως όχημα 4X4, που διαθέτει κουτί για τα κυνηγόσκυλα πίσω και που στις περισσότερες περιπτώσεις, κρύβει και τα στοπ και τα φλας με αποτέλεσμα να μην έχεις καμία προειδοποίηση εσύ που ακολουθείς, για την πρόθεση του οδηγού.

Ο κυνηγός πάει με 20, 30 χιλιόμετρα/την ώρα, το ανώτερο. Δεν βιάζεται. Έχει μάθει από το καρτέρι. Σηκώνεται αχάραγο και πάει στο βουνό και εκείνη την ώρα που πηγαίνει ο περισσότερος κόσμος στις δουλειές του, επιστρέφει στο σπίτι του. Δεν βιάζεται. Κοιτάει δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω, οπουδήποτε. Ο δρόμος όλο στροφές και στενός, δυνατότητα προσπέρασης σε ελάχιστα σημεία αλλά και την ώρα που πάω να τον προσπεράσω, κάτι παρατηρεί από την άλλη μεριά -δεν κοιτάει ποτέ καθρέφτη, δεν ξέρει ότι ακολουθώ- οδηγεί μες στη μέση του δρόμου, οπότε υπαναχωρώ, για να μη θέσω σε κίνδυνο το παιδί μου κι εμένα.
Δεν τα βάζω με τους κυνηγούς. Έχω μεγαλώσει σε οικογένεια κυνηγών. Ο πατέρας μου είναι ένας από αυτούς και ξέρω πόσο αγαπάει και σέβεται τη φύση. Δεν τους τσουβαλιάζω όλους ούτε τους χαρακτηρίζω φονιάδες κ.λ.π. χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι όλοι τους σωστοί. Οι περισσότεροι, νεοζακυνθινοί κυνηγοί, είναι παλιοπράματα. Τα βάζω όμως με τον κυνηγό-οδηγό. Αυτόν που γυρνάει από το χόμπι του στο σπίτι του, την ώρα που  πηγαίνω στη δουλειά μου και όσο να 'ναι βιάζομαι. Είναι πολύ αναίσθητος και μάλλον τον ζηλεύω λίγο...
Είναι και οι κουβέντες του Αυγούστου κουραστικές. Πολύς κόσμος, πολλές κουβέντες. Όλοι κάτι έχουν να πουν: Από την ελληνική "διανόηση", στους τοπικούς δημοσιογραφίσκους και από τα μεγαλοκάναλα στις γιαγάδες στις γειτονιές που μαλώνουν για τα σαπουνόνερα από τις μπουγάδες που πέφτουν στις αυλές. Ναι, αυτά τα τελευταία γίνονται ακόμα, μα την αλήθεια!
Αθάνατε Έλληνα, Νεοέλληνα! Όλα τα ξέρουμε, όλα τα σχολιάζουμε, όλα τα κρίνουμε. Ελευθερία λόγου, βεβαίως! Δημοκρατία, βεβαίως! Μόνο στη σάχλα μας όμως υπάρχει ελευθερία λόγου πραγματική και δημοκρατία. Και κουτσομπολιό και συκοφαντία και ό,τι θες! Και σπάνια μια δόση λογικής, πριν ανοίξουμε τα στόματά μας και κατηγορήσουμε-κρίνουμε-βρίσουμε-δικάσουμε. Και κανένας σεβασμός στο συνάνθρωπο, τον γείτονα που ακούς το βράδυ ως και το ροχαλητό του, τόσα κοντά που είναι τα σπίτια.
Γεμίσαμε όμως τα θέατρα στα θερινά θεάματα. Συναυλίες, παραστάσεις, όλα τα είδαμε και θα δούμε κι άλλα αν και το "μπούγιο" πέρασε. Και χειροκρότημα! Πολύ χειροκρότημα! Η χαρά του καλλιτέχνη! Παίζεται το έργο και με το που βγαίνει στη σκηνή ο πρωταγωνιστής/φίλος/γνωστός/ωραίος-α που θέλουμε, δώστου χειροκρότημα! Κρατηθείτε βρε παιδιά, είναι κι άλλοι συντελεστές και περιμένουν στο τέλος την επιδοκιμασία μας! Βασταχτείτε λίγο ν' ακούσουμε το έργο! Δείξτε λίγη παιδεία! Στο Φιόρο του Λεβάντε είμαστε, που κάποτε ήταν κέντρο πολιτισμού. Κάποτε, κάποτε... 60 χρόνια συμπληρώθηκαν από τη σεισμοπυρκαγιά του 1953 και είναι λες σαν  αυτή να κατέστρεψε ό,τι σπόρο πολιτισμού είχαμε φυτεμένο τα προηγούμενα χρόνια. Βέβαια και απάνω στα χαλάσματα, κάτι λίγα καταφέρανε και ευδοκίμησαν, να γράφω την αλήθεια μα, για πόσο θα βγάζουνε καρπούς;
Θα δείξει. Για όλα θα δείξει! Αισιόδοξη δεν είμαι, στην παρούσα φάση αν και πάντα με διακατείχε η αισιοδοξία. Αισιόδοξη δεν είμαι κι ας έχει και Πανσέληνο απόψε. Μια υποψία ελπίδας όμως μέσα μου, την έχω. Κι όσο μπορώ, θα την κρατάω ζωντανή! Τ' ορκίζομαι στον Άγιο!

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Το Κλουβί του

 
Μια ωραία μέρα, εντελώς απρόσμενα και ξαφνικά, πέθανα. Στα καλά καθούμενα, που λένε! Και ήταν καλά τα καθούμενα διότι καθόμουν, στη βεράντα μου, απογευματάκι του Ιουλίου στο νησί και χάζευα τη θάλασσα και κάτι πιτσιρίκες με μικροσκοπικά μαγιώ που κολυμπούσαν κι έπαιζαν σαν τα δελφίνια.
Μόλις μου είχε φέρει η Δέσποινα, η  σύζυγος -όνομα και πράμα- τον καφέ μου τον γλυκή βραστό κι ένα ποτήρι παγωμένο νερό για την κάψα. Εκεί λοιπόν που χάζευα τα "δελφινάκια", γύρισα κι είδα τη "φάλαινα" τη Δέσποινα κι έπεσα πίσω στην καρέκλα, ξερός από θάνατο.
Εκείνη, πετάχτηκε από την δική της καρέκλα, μου έκανε την παρατήρηση που έχυσα τους καφέδες πάνω μου και στα πλακάκια της βεράντας και όταν τελικά κατάλαβε ότι ήμουν εντελώς νεκρός είπε με τη βροντερή της φωνή: "Μωρέ Παύλο, σήμερα έπρεπε να πεθάνεις, που περιμένουμε ξένους;" και τηλεφώνησε με τη σειρά, στον "κόσμο" που περιμέναμε, στον καρδιολόγο που με κούραρε -κακός του καιρός!- στον παπά της ενορίας και στα σόγια.
Αυτός ήταν ο θάνατός μου. Η καρδιά μου σταμάτησε να δουλεύει. Τα φάρμακά μου τα έπαιρνα και τη διατροφή μου, την πρόσεχα και ούτε κάπνιζα ούτε έπινα. Άντε, που και που έπινα ένα ποτήρι κρασί με τα Κωστογιωργάκια, τους φίλους μου Κώστα και Γιώργο που πηγαίναμε μαζί για ψάρεμα και παίζαμε πρέφα τα βραδάκια στη βεράντα. Πράγματα που κάνουν όλοι οι συνταξιούχοι πάνω, κάτω. Ο γιατρός έλεγε πως τα πάω μια χαρά και πως θα τους θάψω όλους! Αμ δε! Με θάψανε όλοι οι υπόλοιποι.
Τώρα για την κηδεία μου, δεν μπορώ να πω, δεν έχω παράπονο! Και κόσμος πολύς ήρθε και η Δέσποινα τα έκανε όλα καθώς πρέπει και με το παραπάνω. Και με έκλαψε και με θρήνησε και καφέδες με παξιμάδια έβγαλε και κονιάκ από το το ακριβό και βραστό, απ' όλα! Παράπονο δεν έχω! Μπορεί να μην είχα κάποιον σπουδαίο θάνατο όπως ονειρεύεται ο κάθε άνθρωπος, ούτε καν ένα τροχαίο ρε παιδί μου, αλλά η Δέσποινα τα έκανε όλα στην εντέλεια! Να το λέμε το σωστό! Πενήντα χρόνια παντρεμένοι, τέτοια περιποίηση δεν είδα σαν κι αυτή της κηδείας μου! Παράπονο δεν έχω...
Μετά, δεν ξέρω να σας πω τι έγινε. Μην περιμένετε δηλαδή πως έχω να καταθέσω μεταθανάτια εμπειρία και τα ρέστα. Ούτε φως είδα, ούτε σκοτάδι που λένε μερικοί που γύρισαν από τον αγύριστο. Εγώ πέθανα αλλά έβλεπα κανονικά τι γινόταν γύρω μου και άκουγα, μόνο που ήταν σαν να τα έβλεπα έργο, σε οθόνη κινηματογράφου ή όπως παρακολουθούμε τις σειρές στην τηλεόραση. Τώρα που το καλοσκέφτομαι, σαν τηλεόραση ήταν και είχε πλάκα γιατί λένε για εσένα χωρίς να έχουν ιδέα πως τους παρακολουθείς. Η αλήθεια είναι, πως κι αυτοί, οι δικοί σου, οι φίλοι σου, οι γνωστοί και οι λοιποί, δεν έχουν ιδέα πως τους παρακολουθείς και δεν έχει και σημασία αφού παρέμβαση καμία δεν μπορείς να κάνεις μέσα από το φέρετρο.
Ένα άλλο που μου έκανε εντύπωση ήταν πως μου πήγαινε ακόμα το κοστούμι το ριγέ που είχα πάρει στο γάμο της ξαδέρφης μου της Ρούλας πριν δέκα χρόνια. Η Ρούλα δεν ήρθε στην κηδεία όμως γιατί είχαμε κάτι διαφορές με τα περιουσιακά στο χωριό και δεν είχαμε πολλά σχετικά τα τελευταία χρόνια. Η αδερφή της Δέσποινας πάντως, που επίσης δεν είχαμε σχετικά για άλλα περιουσιακά, ήρθε και με έκλαψε και παρηγόρησε και την αδερφή της. Και είπε και τις καλύτερες κουβέντες για ελόγου μου. Είδες παιδί μου; Πρέπει να πεθάνεις για να σε εκτιμήσει ο κόσμος! Δεν βαριέσαι...

Για κάμποσες μέρες μετά το συμβάν στη βεράντα, το θάνατό μου δηλαδή, και αφού έγινε η κηδεία μου, εγώ παρακολουθούσα το έργο στην τηλεόραση, όπως σας τα είπα και προηγουμένως. Μετά δεν θυμάμαι τίποτα και σταμάτησα να βλέπω ο,τιδήποτε. Και ένα ωραίο πρωί βρέθηκα μέσα σε τούτο το κλουβί. Κλουβί πουλιού. Κάνω να μιλήσω αλλά κελάηδησα. Κάνω έτσι από εδώ, φτερά. Κάνω από την άλλη, πούπουλα. Μα, τι στο καλό, αναρωτήθηκα, πουλί έγινα; Πουλί έγινα! Και με έχουν τώρα πια στο κλουβί και με ταΐζουν και με ποτίζουν και μου τα λένε κι όλα!
Δεν έχω καμιά σπουδαία ζωή αλλά και με τη Δέσποινα τόσα χρόνια, καλύτερη νομίζετε ότι είχα; Ούτε παιδιά δεν κάναμε μη χαλάσει το σώμα της, η θεόμουρλη! Δεν έχω καμιά σπουδαία ζωή αλλά καλά είναι εδώ, ήσυχα. Με φροντίζουν οι άλλοι κι εγώ δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα! Άμα έχω κέφι κελαηδάω και με καμαρώνουν τ' αφεντικά  του κλουβιού. Άμα δεν έχω, κάθομαι και τρώω κάνα σπόρι και χαζεύω γύρω, γύρω. Μια χαρά ζωή είναι! Και κάποιες φορές που ξεχνάνε την πόρτα του κλουβιού μου ανοιχτή, κάνω πως δεν βλέπω και κελαηδάω ανέμελα.
Μόνο που βρε παιδιά, φοβάμαι ένα πράγμα. Μου 'χει κολλήσει μες στο μικρό μου το κεφάλι και δεν βγαίνει. Να, όλο σκέφτομαι μην τυχόν και πεθάνει κι η Δέσποινα, γίνει κι αυτή πουλί και μου την κουβαλήσουν σε τούτο το κλουβί. Αν γίνει αυτό, πάλι θα πεθάνω! Να το ξέρετε!

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Συνταγή: Πως να μαγειρέψετε έναν λαό

 
Παίρνουμε έναν λαό κατά προτίμηση άπαχο, ταλαιπωρημένο από Κατοχή, Εμφύλιο, Χούντα, Μεταπολίτευση και ότι άλλο έχουμε την ευχαρίστηση και θεωρούμε ότι ταιριάζει στη γεύση μας. Τον μαρινάρουμε καλά, για αρκετά χρόνια σε ένα μείγμα που έχουμε προετοιμάσει με τα παρακάτω υλικά: μικροεξυπηρετήσεις, ρουσφέτια πάσης φύσεως, εύκολο χρήμα, μη εφαρμογή νομοθεσίας, φοροαπαλλαγή, διαφθορά και εκδούλευση.
 
Αφού σιγουρευτούμε ότι τον έχει ποτίσει καλά η μαρινάδα και έχουμε δημιουργήσει ένα απόλυτα πελατειακό κράτος, τον σιγοβράζουμε σε φορολογία ενώ ανακατεύουμε καλά τις κοινωνικές τάξεις, συνεχόμενα, για να μην "πιάσει" ο πάτος και χρειαστεί να αλλάξουμε κατσαρόλα-χώρα. 
 
Σταδιακά, αυξάνουμε την ένταση της φωτιάς και αναλόγως την φορολογία ενώ παράλληλα μειώνουμε τις παροχές σε παιδεία, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κοινωνικές παροχές και ό,τι άλλο θεωρείται περιττό για έναν λαό που θέλουμε απλά να υποδουλώσουμε μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός του.  Αλατοπιπερώνουμε καλά τις πληγές και συνεχίζουμε το βράσιμο.

Μετά από λίγα χρόνια βρασμού, αφαιρούμε προσεκτικά από το λαό, όλα τα περιουσιακά στοιχεία, την μνήμη, την ιστορία, τον πολιτισμό και ότι γενικά μπορεί να δημιουργήσει επιθυμία ανατροπής της κατσαρόλας με σκοπό να χαλάσει η σούπα. Σπρώχνουμε μέσα στο ζωμό, με ξύλινη κουτάλα και τις τελευταίες αντιδράσεις από κοινωνικές μερίδες που μπορεί κάπως να αντιστέκονται. Τις κρατάμε δυνατά με την κουτάλα, στον πάτο της κατσαρόλας μέχρι να σταματήσουν εντελώς να ακούγονται.

Δοκιμάζουμε το ζωμό κι αν θεωρήσουμε ότι χρειάζεται κι άλλο αλατοπίπερο ή κάποιο καρύκευμα, κατεβάζουμε από τη φωτιά, αφήνουμε τον ζωμό από λαό να κρυώσει και τον τρώμε με προσθήκη λεμονιού. Ό,τι περισσέψει το χρησιμοποιούμε ως λίπασμα.


Καλή επιτυχία!

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Δεν έχουμε Χούντα!

 
Art by Banksy

Όχι, δεν έχουμε Χούντα. Έχουμε κυβέρνηση εκλεγμένη από το λαό για το λαό.
Όχι, δεν έχουμε Χούντα. Έχουμε ηγεσία εκλεγμένη δημοκρατικά, μέσα από προπαγάνδες των ΜΜΕ και μικρο-μεγαλοσυμφέροντα.
Όχι, δεν έχουμε Χούντα. Το Κράτος έχει νόμους και η αστυνομία τους εφαρμόζει όπου και όπως κρίνει.
Όχι δεν έχουμε Χούντα. Απλά, μπορούν να σπάνε τις πόρτες των σπιτιών μας τη νύχτα και να μας συλλαμβάνουν, με εντολή εισαγγελέα.
Όχι, δεν έχουμε Χούντα! Όλα είναι εντάξει. Οι καταθέσεις δεν κινδυνεύουν!Δεν έχουμε και Χούντα! Δεν θα πληρώσεις άλλο χαράτσι, θα πληρώσεις χαρατσάκι. 
Δεν έχουμε σου λέω Χούντα! Δεν έχει σημασία αν δεν έχεις να φας, τρως και χορταίνεις δημοκρατία, μέσα στην προστασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί, δεν έχουμε Χούντα!
Άνοιξε τώρα τον κουμπαρά του μικρού και τράβα  στα Τζάμπο να πάρεις πασχαλινά. Γέλασες με τη διαφήμιση, δε γέλασες; Και είσαι ελεύθερος να το κάνεις γιατί, δεν έχουμε Χούντα. Ευρωπαίε Πολίτη μου!

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Ευχαριστίες, πολλές ευχαριστίες!

Τον περασμένο Σεπτέμβριο, κουβεντιάζαμε με τον φίλο μου Μ. (δεινό μπλόγκερ), ότι πια δεν υπάρχει διάθεση για πόστα είτε χιουμοριστικά είτε κοινωνικοπολιτικά. Είναι τόσο ραγδαίες οι εξελίξεις γύρω μας που ό,τι κι αν γράψει κανείς, θα είναι λίγο, άκαιρο, μάταιο ακόμα και άσκοπο. Επιπροσθέτως, υπάρχουν δεκάδες μπλογκ που σχολιάζουν την επικαιρότητα έγκυρα και άκυρα. Αν και διαφωνώ με την ουσία της διαπίστωσης αυτής -στις πιο δύσκολες στιγμές της ανθρωπότητας παγκοσμίως, έχουν προκύψει τα μεγαλύτερα έργα τέχνης- πράγματι ούτε κι εγώ έχω καμία διάθεση να γράψω κάτι ή τουλάχιστον, να εκθέσω δημόσια κάποιο γραπτό μου. Ούτε πιστεύω ότι λείπω "συγγραφικά" σε κανέναν. Κι έτσι, το μπλογκ ετούτο παραμένει σε στάση αναμονής αλλά ουσιαστικά, ανενεργό και περιμένει στωικά να προκύψει κάποιο οικογενειακό -συνήθως- γεγονός για να ζωντανέψει και πάλι, για λίγες μέρες.

Αυτή τη φορά λοιπόν, την αφορμή  έδωσε η βάπτιση της μικρής μας "Ελευθερίας" που έγινε την περασμένη Κυριακή 28/10. Και μέσα από αυτό το πόστο, δε θέλω απλά και μόνο να περιγράψω τι καλά που περάσαμε και πόσο συγκινηθήκαμε -πράγματα δεδομένα-  κι άλλα τέτοια κλασσικά, εικονογραφημένα. Θέλω κυρίως να πω - γράψω: ευχαριστώ σε όλους όσοι με τον τρόπο τους συνέβαλλαν σε αυτή την μικρή γιορτή που ετοιμάσαμε για τη θεγατέρα μας! Άνθρωποι που κάποιοι είναι φίλοι και επιβεβαίωσαν την αξία της φιλίας αλλά και απλοί γνωστοί που μοιράστηκαν την επιθυμία αλλά και την αγωνία μας, η γιορτή αυτή να είναι πραγματικά όμορφη!

Γενικότερα, δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στην εποχή που ζούμε και στις μεγάλες αλλαγές που βιώνουμε αλλά έχω μια εντύπωση πως μάλλον έχουμε γίνει λίγο πιο αλληλέγγυοι μεταξύ μας και λίγο πιο δεκτικοί στην παροχή βοήθειας, για ό,τι μπορεί να αφορά αυτή. Λίγο πιο "ανθρώπινοι", που έλεγε και η νόννα μου. Τουλάχιστον εγώ αυτό διαπίστωσα το τελευταίο διάστημα μέσα από τις προετοιμασίες για τη βάπτιση αυτή. Φυσικά ήταν και μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να διαπιστώσω σε ποιον πραγματικά μπορώ να υπολογίζω και σε ποιον όχι. Σύμφωνα με τα λόγια ενός καθηγητή μου στη σχολή, "στη λύπη σου θα βρεις πολλούς να "κλάψουν" με το πάθημά σου. Πόσοι όμως πραγματικά θα χαρούν με τη χαρά σου;". Είναι αλήθεια πως άνθρωποι στων οποίων τη βοήθεια υπολόγιζα ήταν απόντες από τη διαδικασία ή ανεπαρκείς, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Άνθρωποι πάντως που δεν σκεφτόμουν ότι θα χρειαζόμουν τη βοήθειά τους, ανταποκρίθηκαν με χαρά και εκτίμηση όταν τους τη ζήτησα κι αυτό είναι εξίσου συγκινητικό με το ίδιο το γεγονός! Γι' αυτό νοιώθω έντονα την ανάγκη να γράψω ευχαριστίες, σε δημόσια θέα!


Το θέμα της βάπτισής της μικρής μας, ήταν η μουσική μιας και της αρέσει να  χορεύει και να τραγουδάει συνεχώς! Έτσι, η Μάρθα από τον Όμορφο Κόσμο, μας πρότεινε να κάνουμε για μπομπονιέρα ένα cd. To cd αυτό περιλαμβάνει, ένα δικό μου κείμενο που το ηχογραφήσαμε με τη βοήθεια των ανθρώπων και φίλων του Στίγμα Radio και τους ευχαριστώ όλους από καρδιάς για τη βοήθεια να υλοποιήσω αυτό που είχα στο μυαλό μου! Ευχαριστώ και τον Γιώργο στο Μουσικό Μαγαζί που έφτιαξε το cd με τις μουσικές επιλογές μας.

Ευχαριστώ επίσης πολύ, τον αγαπητό "Δύ-στιχο" για τους υπέροχους στίχους που έγραψε για την Ελευθερία μας και το Σπύρο Λιβέρη, τον μουσικό από τον Άι Λιό που έντυσε τους στίχους με τη μουσική του κι έτσι προέκυψε "Το Τραγούδι της Ελευθερίας". Ιδού  οι στίχοι:

Τ’ Απρίλη πουλάκι,
της άνοιξης κόρη,
για σε κανταδόροι,
εγίναμ’ εμείς.

Χορό νύχτα-μέρα,
ποτέ δεν λιγώνεις,
παντού σκαρφαλώνεις
και δεν ηρεμείς.

Σαν τούρτουλας τρέχεις,
τα πάντα σκορπίζεις,
στον «Πύλο» χαρίζεις
αγάπη, φιλιά.

Τσινιόζα κομμάτι,
μα και μαλαγάνα,
μπαμπά πάρε πάνα
και μια αγκαλιά.

Να είν’ η ζωή σου
γλυκιά μελωδία,
και «Ελευθερία»
να λες δυνατά.

Να λέν’ τ’ όνομά σου,
χωρίς «σουτ» και «σώπα»,
χωρίς άλλα «κόλπα»,
απλά, θαρρετά.



Ευχαριστώ πολύ τη μαμά που έραψε τα υπέροχα ρούχα και κέντησε όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα. Ευχαριστώ και τη θεία Γωγώ που έβαλε κι αυτή το χεράκι της και την πείρα της στο ράψιμο του ρούχου. Μεγάλο ευχαριστώ και στην αδερφή μου, που μου έδωσε τη χαρά να γίνει ανάδοχος της μικρής μας Ελευθερίας. Ελπίζω κι εύχομαι να είναι πάντα άξια και ουσιαστική νονά! Θερμές ευχαριστίες και  για την Κική, που στη Μικρή Κουζίνα της, ετοίμασε μεγάλα γλυκά! Ιδιαίτερα τα "μουσικά μπισκότα" , μας άφησαν άφωνους όλους! Ευχαριστώ και τη θεία Σούλα για τη βοήθειά της. Και την αγαπημένη μου Αγγελική που με συμβούλεψε πως να διαβάσω το κείμενο! Ευχαριστώ και τον Κώστα για τη φωτογράφηση που αν και ερασιτέχνης, έβγαλε εξαιρετικές φωτογραφίες! Ευχαριστώ και όλους όσοι ήρθαν στην βάπτιση και μας τίμησαν με την παρουσία τους.  Ειδικά ευχαριστώ όλους όσοι χάρηκαν πραγματικά με τη χαρά μας και είχαν ένα καλό λόγο να πουν για εμάς! Ευχαριστώ και το φίλο Μ.  που τα παράτησε όλα σύξυλα και ήρθε κοντά μας. Ευχαριστώ και τον φίλο του φίλου, Σ. για τα φοβερά τσίπουρα! Ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ οποιονδήποτε βοήθησε με τον οποιονδήποτε τρόπο!

Επιτρέψτε μου κι ένα ιδιαίτερο ευχαριστώ για έναν ιδιαίτερο άνθρωπο, που μας έκανε την τιμή να βαπτίσει την μικρή μας Ελευθερία. Τον Αρχιμανδρίτη Διονύσιο Λυκογιάννη. Ανεξάρτητα από το πόσο πιστός είναι ο καθένας από εμάς, μας έκανε πραγματικά να νοιώσουμε το Μυστήριο με όλο μας το Είναι και αυτό νομίζω είναι ένα μεγάλο ζητούμενο. Τον ευχαριστώ ιδιαιτέρως και για την αγάπη και την εκτίμηση που σε κάθε ευκαιρία, δείχνει στην οικογένειά μας.

Ευχαριστώ και όποιον κατάφερε να διαβάσει αυτό το κείμενο. Κι αν κάποιον ξέχασα να αναφέρω προσωπικά, ας με συγχωρέσει. Ευχαριστώ και την Τύχη μου, που είναι τόσο απλόχερη μαζί μου και χάρισε σε εμένα και το σύντροφό μου, αυτά τα δύο υπέροχα πλάσματα, τα παιδιά μας.

Ελπίζω κι εύχομαι, η μικρή μας Ελευθερία να είναι γερή και δυνατή και να έχει πάντα γύρω της ανθρώπους που θα την αγαπούν αληθινά, με ανιδιοτέλεια και θα είναι έτοιμοι να τη βοηθήσουν και να τη στηρίξουν όποτε χρειαστεί. Ελπίζω κι εύχομαι, ακόμα μια φορά, το όνομά της να μπορεί πάντα να ειπωθεί μεγαλόφωνα. Χωρίς φόβο... αλλά με πάθος!
 
 

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Φασισμός και λογοκρισία



Ασχολούμαι χρόνια με το blog. Αρχικά μέσα από τη LIFO (το 2006 αν θυμάμαι καλά), αργότερα και εδώ, στο blogspot. Άλλες περιόδους εντατικά και άλλες "στη χάση και στη φέξη". Άλλες φορές επιτυχώς και άλλες ανεπιτυχώς.

Όπως και να έχει, πάντα ήμουν υπέρ της ελεύθερης έκφρασης και αντίθετη σε οποιαδήποτε μορφή λογοκρισίας. Έχω δεχθεί σχόλια επιθετικά, υβριστικά, χυδαία, συκοφαντικά, ευτυχώς λίγα σε σχέση με το χρόνο και τον αριθμό των αναρτήσεων, και πολλά, μα πάρα πολλά σχόλια ευγενικά ακόμα κι αν εκφράζουν μια εντελώς αντίθετη άποψη από εμένα.


Στην παρούσα φάση  που ο φασισμός έχει γίνει περισσότερο από ποτέ, εξ όσων θυμάμαι από τα μικράτα μου, κομμάτι της καθημερινότητάς μου-μας και μετά από αρκετά χυδαία πολιτικά σχόλια που αναρτήθηκαν σε τούτο το blog "ανώνυμα" -το οποίο ομολογουμένως δεν έχει πλέον και τη φοβερή επισκεψιμότητα- αποφάσισα από σήμερα και στο εξής, να ελέγχω τι θα αναρτάται και τι όχι.


Ουσιαστικά, λυπάμαι που ο  φασισμός  με οδηγεί στην άτυπη αυτή λογοκρισία όμως δεν είμαι διατεθειμένη να δώσω ούτε τον ελάχιστο χώρο, στην οποιαδήποτε αρρωστημένη διατύπωση άποψης μόνο και μόνο για να μην κατηγορηθώ πως δεν είμαι "politically correct". Άλλωστε,  δεν με ενδιαφέρει  το αν είμαι ή όχι!


Τα σχόλια, παραμένουν "ελεύθερα" και σε κάθε περίπτωση, ευπρόσδεκτα, για οποιονδήποτε έχει τη διάθεση να εκφράσει την άποψή του πολιτισμένα. Χωρίς ύβρεις και χυδαιότητες.


Σας ευχαριστώ!

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Αμφιθυμική ταλαιπωρία... τση κρίσης!


Πριν δυο χρόνια περίπου, όταν η το θέμα "κρίση" είχε μπει για τα καλά στις καθημερινές συζητήσεις όλων μας, ήμουν ήδη πεπεισμένη ότι η κρίση αυτή είναι πρώτα από όλα κοινωνική. Το οικονομικό κομμάτι, για εμένα είναι απλά μια συνέπεια αλλά είναι αυτό που "πονάει" βέβαια περισσότερο, όλους μας - ή σχεδόν όλους.

Βλέπετε, τα τελευταία 30 χρόνια περίπου, ζώντας οι περισσότεροι μέσα σε μια  επίπλαστη ευμάρεια, μπορεί να βρίσκαμε kitsch συμπεριφορές και πρόσωπα - όπως τον απαίδευτο γείτονα που χάλαγε χιλιάδες ευρώ στα μπουζούκια κάθε βράδυ- αλλά ουσιαστικά, δεν μας ενοχλούσε και δεν μας προβλημάτιζε σε βαθμό τέτοιο ώστε να προβλέψουμε με μια κάποια σιγουριά, το τι θα επακολουθούσε και πόσο γρήγορα θα ζούσαμε στο πετσί μας, τις συνέπειες της όλης κατάστασης. Αντιθέτως, συμμετείχαμε κι εμείς με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.


Στην πραγματικότητα, συμμετείχαμε σε ένα καλοφτιαγμένο σχέδιο που σκοπό είχε την πλήρη εξαθλίωση του κοινωνικού ιστού, ξεκινώντας από την έλλειψη παιδείας -σε όλα τα επίπεδα- και δημιουργώντας σιγά, σιγά και μεθοδικά τέλειους πελάτες του συστήματος.


Βέβαια, όλα αυτά δεν χρειάζεται να τα γράψω και να τα αναλύσω εγώ. Σίγουρα, κάποιοι από εσάς, τουλάχιστον, και τα ξέρετε και τα έχετε διαπιστώσει και εν πάση περίπτωση τα ακούτε ή τα διαβάζετε καθημερινά.


Την αφορμή για να γράψω αυτές τις σκέψεις, που μέχρι στιγμής ποτέ πριν δεν εξέφρασα μέσα από το blog, μου την έδωσαν δυο κυρίως γεγονότα, που είχαμε την "τύχη" να ζήσουμε οι ζακυνθινοί εδώ στο νησί μας, τις τελευταίες μέρες. Το ένα είναι ο θάνατος του 32χρονου, στο Ναυάγιο και το άλλο, η λεηλασία και ο εμπρησμός του θερινού κινηματογράφου "Χρήστος Νέγκας".


Το κάθε ένα από αυτά τα γεγονότα, για διαφορετικούς λόγους -σε πρώτη ανάγνωση- επιβεβαιώνουν περίτρανα, δυστυχώς, αυτή την τόσο βαθιά κοινωνική κρίση. Κρίση αξιών, θεσμών, ηθών. Κρίση πολιτισμική. Και γιατί στην πρώτη περίπτωση, το κράτος απέδειξε ξανά την ανικανότητά του να γλιτώσει τη ζωή ενός ανθρώπου που επί 4 ώρες κρεμόταν πάνω από το Ναυάγιο, αβοήθητος αλλά και γιατί κάποιοι μπαίνουν στη διαδικασία να κλέψουν και να καταστρέψουν, τον μοναδικό θερινό κινηματογράφο του νησιού. Λες και τούτος ο τόπος είναι γεμάτος από θεάματα και δραστηριότητες!


Η έξαρση της βίας και της εγκληματικότητας, δεν θεωρώ πως είναι η αιτία του κακού και για την καταστροφή του θερινού σινεμά. Η αιτία, νομίζω, είμαστε εμείς και η ανοχή μας σε πράγματα και καταστάσεις. Το αυτό ισχύει και για το δυστύχημα στο Ναυάγιο, για το οποίο, μέχρι στιγμής, δεν έχει παραιτηθεί κανείς από τους υπεύθυνους της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για παράδειγμα, που είχε την υποχρέωση να σώσει τον άνθρωπο. Κατά τα άλλα, κάποιοι κόπτονται για την ραγδαία πτώση του τουρισμού στο νησί και την αποδίδουν καθαρά στην "πολιτική αστάθεια" που δημιουργεί η άνοδος της αριστεράς.


Και όσο κι αν θέλω να αποφύγω να γίνω μελό και πάλι, ε δεν μπορώ να μη στενοχωρηθώ για την έλλειψη του θερινού σινεμά ούτε να μην ανακαλέσω στη μνήμη μου, τα παιδικά χρόνια που πήγαινα με την κολλητή μου στο "Λουξ" και βλέπαμε ό,τι βλακεία προβάλλονταν τα καλοκαίρια του '80. Δεν μπορώ να ξεχάσω ούτε τα "ξένα" που βλέπαμε με τον παππού και τη γιαγιά και έπρεπε να τους διαβάζω τους υπότιτλους, γιατί δεν έβλεπαν ή δεν προλάβαιναν να διαβάσουν. Βέβαια κάπου εκεί, μέσα από αυτά που βλέπαμε τότε, είχε αρχίσει ήδη να "σαπίζει" η κατάσταση. Μόνο που τότε δεν το καταλαβαίναμε και η σαπίλα καλύπτονταν πλήρως από τη μυρωδιά του γιασεμιού και του ψημμένου ηλιόσπορου.

Και με την μυρωδιά αυτή, στο μυαλό και στην ψυχή, θα πάω στην κάλπη την Κυριακή. Με την ελπίδα, πως μπορεί κάτι να αλλάξει σε τούτη την κακομοίρα τη Ζακυνθούλα (και όχι μόνο), που έχει καταντήσει χειρότερη και από ρουμπί, που έλεγε κι η νόνα Αγγέλικα...

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Μια μικρή γιορτή με μεγάλη σημασία!


Χθες, κάναμε μια μικρή γιορτή για τα πρώτα γενέθλια της μικρής μας "βαρκούλας". Και το ευχαριστηθήκαμε όλοι! Μικροί και μεγάλοι!




Την εξαιρετική τούρτα - καπέλο, μας την έφτιαξε με τα ταλαντούχα χεράκια της η Κική, στην Μικρή Κουζίνα της και ήταν τόσο νόστιμη εσωτερικά όσο όμορφη ήταν και εξωτερικά! Ευχαριστούμε πάρα πολύ Κική!




Για τη χαρά των παιδιών, είχαμε ετοιμάσει εγώ με τη νόννα (τη μητέρα μου εννοώ), μία πινιάτα γεμάτη καλούδια. Πεταλούδα ήταν το σχέδιό της αλλά μας βγήκε χοντρή και άσχημη. Δεν πειράζει όμως, τα παιδιά ενθουσιάστηκαν!



Και βέβαια, επειδή τελειώσαμε αμπονώρα με τη γιορτούλα, επήγαμε και τη βόλτα μας μέχρι τον Άγιο Λύπιο. Για το αντέτι!


Ομολογώ, χωρίς καμία ντροπή, πως μετά από πάρα πολύ καιρό, πέρασα πολύ όμορφα μαζί με την οικογένειά μου και κοντινούς ανθρώπους και έστω προσωρινά, καταφέραμε να ξεφύγουμε λίγο από την άχαρη πραγματικότητα και να χαλαρώσουμε με κρασί και μεζέ. Άλλωστε, ο καιρός ήταν ιδανικός και όπως και να το κάνει κανείς, όταν έχει τέτοια λιακάδα, όλα τα προβλήματα φαίνονται κομματάκι πιο απλά.

Και του χρόνου!

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Τα Καράβια και τα Λιμάνια



Νομίζω πως η αγάπη ενός γονιού για το παιδί του είναι ο μεγαλύτερος Έρωτας που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος. Υπερβολή; Ίσως. Είμαι όμως σίγουρη γι' αυτό που γράφω όσων αφορά το πως νοιώθω εγώ. Τόσο σίγουρη όσο και η αγάπη η βαθιά και ανεξάντλητη, για τα παιδιά μου.

Ένας Έρωτας, που μπορεί να έχει και καταστροφικές συνέπειες, αν γίνει παράφορος -άλλωστε το έχει αποδείξει η ιστορία. Όπως όλοι οι μεγάλοι έρωτες. Ένας έρωτας, που ίσως κάποτε να κινδυνεύσει να "ναυαγήσει" στο πέρασμά του από τις δύσκολες και επικίνδυνες θάλασσες της εφηβείας και άλλων "μεγάλων δεινών της ανθρωπότητας".

Άμα όμως το λιμάνι είναι η ασφαλής αγκαλιά μας και η ανιδιοτελής αγάπη μας, πάντα τα "καραβάκια" μας θα έρχονται να αράξουν, να ρίξουν έστω για λίγο την άγκυρά τους και να ξαποστάσουν μέχρι το επόμενο ταξίδι τους. Κι όταν οι καπεταναίοι, θα κατεβαίνουν απ' το πλοίο για μια γρήγορη βόλτα, μόνο για να φάνε, να πιούνε και να διασκεδάσουν, το πόρτο θα είναι πάντα στη διάθεσή τους, έτοιμο να ικανοποιήσει κάθε επιθυμία -φορές παράλογη- αρκεί να ευχαριστηθεί ο ταξιδεμένος.

Και κάθε χρόνος που θα περνάει, θα μεγαλώνει το καράβι, θα μεγαλώνει και το λιμάνι - αγκαλιά για να το προστατεύει αν χρειαστεί. Κι όταν αυτό αράζει αρόδο, εκεί θα είναι το λιμάνι, σταθερά. Πανέτοιμο, για παν ενδεχόμενο! Πανέτοιμο και για το καράβι και για τις βαρκούλες που μπορεί αργότερα να σέρνει πίσω του.

Σήμερα η μικρή μας γίνεται ενός έτους. Κι αυτός ο χρόνος ήταν ο πιο σκληρός που έχουμε ζήσει στο πετσί μας από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας. Το χαμόγελό της όμως, μαζί με το χαμόγελο του αδερφού της αλλά και η γκρίνια και το κλάμα τους, οι αγωνία μας γι' αυτά, ήταν ο καλύτεροι λόγοι που είχαμε, έχουμε και θα έχουμε για να στεκόμαστε όρθιοι και να παλεύουμε με ό,τι κι αν απειλεί το δικό μας το "λιμάνι".

Υπόσχομαι να προσπαθούμε πάντα, να διατηρούμε το "λιμάνι" μας καθαρό και ασφαλές για τα καραβάκια μας. Υπόσχομαι να μην ξεχάσω ποτέ τη χαρά και τον έρωτα που ένοιωσα όταν πρωτοαντίκρυσα και τα δυο μας τα καράβια. Υπόσχομαι -αλλά δεν θα τα καταφέρω- να μην κλάψω μπροστά τους από χαρά και συγκίνηση, γιατί είχαμε την τύχη, μαζί με το σύντροφό μου, να τους δώσουμε ζωή από τη ζωή μας.

Χρόνια πολλά μικρή μας βαρκούλα! Να είσαι πάντα ελεύθερη! Καλά ταξίδια στης ζωής τις θάλασσες και καλή δύναμη όταν ο καιρός είναι φουρτουνιασμένος.



(Το λατρεμένο τραγούδι σε στίχους του Άλκη Αλκαίου και μουσική του Θάνου Μικρούτσικου, από την αγαπημένη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου, που σώπασε χθες.)




Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Τα Πάσχα της ζωής μου!



Από μικρό παιδί έχω συνδυάσει στο μυαλό μου την περίοδο του Πάσχα, με την διέγερση των αισθήσεων. Όλων των αισθήσεων! Γεύση, όσφρηση, όραση, ακοή ακόμα και αφή δουλεύουν πυρετωδώς αλλά... και μία παραπάνω που ούτε έχει όνομα ούτε και περιγράφεται. Μόνο τη νοιώθει κανείς! Και όχι άδικα! Η φύση στα φόρτε της γιομάτη χρώματα κι αρώματα. Από την άλλη τα ιδιαίτερα εδέσματα των ημερών του Πάσχα, οι θρησκευτικές συνήθειες, οι ψαλμωδίες σε αρμονία με όλα τα παραπάνω.

Μπορεί να γίνομαι υπερβολική αλλά δεν έχω λόγο και να μην γίνω αφού η Άνοιξη είναι η αγαπημένη μου εποχή.
Όλος αυτός ο συμβολισμός του Πάσχα, της Αναγέννησης της Φύσης αλλά και της προσωπικής αναγέννησης του καθενός μας, ακόμα και η "αυτοκάθαρση" που μπορεί να προκύπτει σε κάποιον, μέσα από ήθη, έθιμα αλλά και εντελώς φυσικές διαδικασίες, μπορεί να φαίνονται εντελώς απλά και καθημερινά αλλά στην ουσία, είναι εξαιρετικά σημαντικά και ζωτικής σημασίας για κάθε άνθρωπο!

Σε καμία περίπτωση όμως, δεν θέλω να κουράσω με αναλύσεις επί αναλύσεων για τη σημασία όλων των παραπάνω. Ο καθένας από εμάς ξέρει καλά το πως νοιώθει και το πως βιώνει την περίοδο του Πάσχα, είτε είναι «πιστός» είτε είναι «άπιστος». Θέλω όμως να κουράσω λίγο με τα Πάσχα των παιδικών και εφηβικών
μου χρόνων, που για κάποιο λόγο, ήταν πιο όμορφα από αυτά των τελευταίων χρόνων.

Πρώτα απ' όλα, εκείνες οι Πασχαλιές διαδραματίζονταν εξ' ολοκλήρου στο σπίτι των νόνων στο Ψήλωμα. Κάτι που τα τελευταία χρόνια δεν ισχύει αφού δεν ζουν πια. Υπήρχε ένα ολόκληρο τελετουργικό, που δεν περιοριζόταν απλά και μόνο στις μέρες του
Μεγαλοβδόμαδου. Ξεκινούσε από την Καθαρή Δευτέρα. Η νόνα μου πήγαινε κάθε Παρασκευή απόγιομα στους Χαιρετισμούς. Στο δημοτικό, κάποια από τα εγγόνια ακολουθούσαμε, μετά βρίσκαμε διάφορες προφάσεις για να το αποφεύγουμε. Τη μία είχαμε φροντιστήριο, την άλλη γράφαμε διαγώνισμα κι είχαμε διάβασμα, ώσπου το πήρε απόφαση και δεν μας το μελέταγε καν.

Την Κυριακή των Βαΐων -Βαγιώνε- θα τρώγαμε όλοι μαζί ψάρι -όσοι δεν νήστευαν- με αλιάδα, χτυπημένη στο μεγάλο μουρτάρι της νόνας. Από όλα τα χέρια, μικρών και μεγάλων, θα πέρναγε το ξύλινο μουρταρόχερο, έστω για 3-4 χτυπήματα. Εμείς τα μικρά, συναγωνιζόμασταν το ένα τ' άλλο για το ποιο θα κατάφερνε να κοπανίσει το μείγμα περισσότερη ώρα. Θυμάμαι ακόμα να πονάει το χέρι μου αλλά να μην το βάζω κάτω, σφίγγοντας τα δόντια για να μην δείξω σε κανέναν ότι κουράστηκα. Το ίδιο βέβαια κάνανε όλα τα εγγόνια ενώ οι μεγάλοι παρακολουθούσαν διακριτικά και κρυφογέλαγαν. Συχνά με γλίτωνε ο πατέρας μου που ερχόταν με σηκωμένα τα μανίκια, δήθεν λίγο θυμωμένος και έλεγε: "Για δώσε μου εδώ εμένα να τελειώνουμε σήμερα, γιατί εσείς παίζετε και δεν πρόκειται να φάμε σήμερο!" κι όταν η νόνα έδινε την έγκρισή της μετά από τον τυπικό έλεγχο ότι η αλιάδα ήταν κόρδα, τότε το μουρταρόχερο σώπαινε κι άρχιζε το φαγοπότι.

Κι έπειτα Μεγαλοβδόμαδο.

«Μεγάλη Δευτέρα, μεγάλη μαχαίρα», έλεγε το πρωί ο νόνος κι έφευγε για το χασάπικό του, στον Άγιο Παύλο. Όσοι είχαν απομείνει από την οικογένεια που δεν νήστευαν, άρχιζαν τη νηστεία κι όσοι είχαν ήδη αρχίσει, έκοβαν και το λάδι. Η νόνα μου δεν έστρωνε τίποτα στο σπίτι: ούτε τραπεζομάντηλο στο τραπέζι, ούτε ασπροκέντια πουθενά, μέχρι το Μεγάλο Σαββάτο.

«Μεγάλη Τρίτη, ο Χριστός εκρίθη», συνέχιζε ο νόνος κι ήταν ημέρα συγκέντρωσης της οικογένειας στο πατρικό για να κανονιστούν τα ψώνια και οι δουλειές. Όλοι αναλάμβαναν κάτι να κάνουν, κάπως να συμβάλλουν στις προετοιμασίες για το μεγάλο γεγονός: την Ανάσταση.

«Μεγάλη Τετάρτη, ο Χριστός εχάθη». Ο νόνος είχε πλέον κανονίσει με τους τσοπάνηδες τα ζωντανά που θα σφάζανε σύμφωνα με τις παραγγελίες. Εμείς όλοι τρέχαμε για τα ψώνια για όλα τα χρειαζούμενα και η νόνα όπως κάθε μέρα του Μεγαλοβδόμαδου στην εκκλησιά.

«Μεγάλη Πέμπτη, ο Χριστός ευρέθη» . Θα ακούγαμε το νόνο να λέει, όταν γυρίζαμε τα εγγόνια από την επίσημη λειτουργία της Μητρόπολης και του δείχναμε όλα στη σειρά το «χρυσό δοντάκι» μας. Η νόνα μας έδινε γάλα με φρυγανιές, γιατί το είχαμε στερηθεί λίγες μέρες και μας έλεγε: «Μικρά παιδία είσαστε εσείς, δεν έχετε αμαρτίες! Να πιείτε γάλα να σταλοθείτε!» Και όλη την ημέρα είχε την έννοια μην χτυπήσουμε και ματώσουμε, μην κλάψουμε, μην μας πέσει φαγητό από το στόμα χάμου, γιατί «δεν έκανε» αφού είχαμε μεταλάβει.

Η Μεγάλη Πέμπτη, ήταν πάντα η μέρα με τις περισσότερες δουλειές για τις γυναίκες της οικογένειας ανεξάρτητα από την ηλικία μας. Πράγμα που ισχύει ακόμα και σήμερα για τους περισσότερους Ζακυθινούς. Αμέσως μετά το πρωινό ξεκινάγαμε σαν καλολαδωμένη μηχανή που ξέρει καλά να κάνει τη δουλειά της, το ζύμωμα και το ψήσιμο των πασχαλινών κουλουριών. Παλεύαμε ποια θα κάμει την ωραιότερη πλεξίδα και το ωραιότερο στεφανάκι, όπως μας τα είχε δείξει η νόνα, που τα είχε ζυμώσει μαζί με τις θεγατέρες και τις νύφες της, μέσα στη σκάφη, για να χωράει τόσο πολύ αλεύρι. Όταν η μάνα μου ήταν μικρή, μου έχει πει πως πηγαίνανε και πέρνανε λαμαρίνες από το φούρνο, τις γεμίζανε με τα κουλούρια που είχαν πλάσει και τις πηγαίνανε πίσω για ψήσιμο. Δεν είχανε ηλεκτρική κουζίνα ακόμα, στο σπίτι τους.

Οπωσδήποτε θα βάφαμε τα αυγά κι αν είχε διάθεση η νόνα μάς μάθαινε να κάνουμε πάνω σχεδιάκια με φύλλα από μαϊντανό, σέλινο, αρμπαρόριζα, μάραθο κ.ά. Βάζαμε το φυλλαράκι πάνω στο αυγό, το τυλίγαμε σε ένα κομμάτι από καλσόν, για να μην φεύγει από πάνω του και το βουτάγαμε στη βαφή που ήταν κατά αποκλειστικότητα κόκκινη. Έτσι το αυγό έβαφε αλλά έμενε άβαφτο στο σημείο που ακουμπούσε το φύλλο, σχηματίζοντας ένα αποτύπωμα που άρεσε σε όλους.

Σημαντικό πολύ ήταν και το φαγητό της Μεγάλης Πέμπτης: Αγκινάρες γεμιστές με ρύζι και μπόλικο μάραθο, κοκκινιστές στη κατσαρόλα με μπίζι και κουκιά. Ώρες παιδευόταν η νόνα, με τη βοήθεια των θειάδων, για να γιομίσει αγκινάρες για όλους. Τις μέτραγε να βγαίνουν τουλάχιστον δύο για τον καθένα μας αλλά όσες και να ήταν, ποτέ δεν μας φαίνονταν αρκετές!

Και το βράδυ οπωσδήποτε τα Δώδεκα Ευαγγέλια.

«Μεγάλη Παρασκευή, ο Χριστός στο καρφί», έλεγε και πάλι ο νόνος και ήταν ημέρα πένθους. Η νόνα μου αν είχα κοιμηθεί εκεί αποβραδίς ή η μάνα μου, όπως σηκωνόμουν το πρωί, πριν προλάβω να φάω κάτι άλλο, μου έδινε λίγες σταγόνες ξύδι. Έλεγαν πως έτσι είχαν κάμει και οι σταυρωτές του Χριστού. Η μάνα μου μού το έκανε αυτό ακόμα και όταν ερχόμουν για τις διακοπές του Πάσχα, ως φοιτήτρια αλλά δεν παραπονέθηκα ποτέ γιατί καταλάβαινα το αντέτι.

Το μεσημέρι θα πηγαίναμε όλοι παρέα στο Σταυρό, στην πλατεία Σολωμού. Ακούγαμε τις μανάδες μας πάντα να λένε πως την ώρα που βγαίνει ο Σταυρός και ευλογεί ο Δεσπότης το πλήθος τυχαίνει να συννεφιάζει ο ουρανός ακόμα κι αν όλες τις προηγούμενες κι επόμενες ώρες, είχε λιακάδα. Υποστήριζαν πως ήταν ένα θεϊκό σημάδι ακόμα και γι’ αυτούς που δεν πίστευαν στα Θεία. Έτσι περιμέναμε κάθε χρόνο να δούμε αν θα επαληθευόταν αυτός ο «μύθος» και από όσο θυμάμαι, όντως επαληθευόταν!

Στο τραπέζι των νόνων, θα υπήρχαν νερόβραστες αγκινάρες, κουκιά και ψωμί. Τίποτε άλλο. Λάδι ούτε κατά διάνοια εκτός αν ήθελε κάποιο από τα μικρά παιδιά, για τα οποία επιτρεπόταν και το λάδι.

Το βράδυ πέφταμε όλα για ύπνο από νωρίς γιατί θα μας ξυπνούσαν στις 3.30 τη νύχτα να πάμε στην περιφορά του Επιταφίου, κάτι που το περιμέναμε όλοι πως και πως! Θα πίναμε και ζεστή σοκολάτα στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, θα χαζεύαμε τις «ταμπέλλες» στο Μουσείο, θα αγοράζαμε και το ματζέτο μας για το σπίτι και οπωσδήποτε θα σπάγαμε τη βίκα μας το πρωί, στην Πρώτη Ανάσταση. Πιο μεγάλα βέβαια, στο Λύκειο, δεν ακολουθούσαμε τους μεγάλους αλλά το άγριο ένστικτο του εφήβου, που μας οδηγούσε κατευθείαν σε όλα τα γνωστά μπαράκια του νησιού, μέχρι να βγει ο Επιτάφιος.

Όταν ήμαστε αγέννητα ακόμα, ο νόνος μου καθώς και όλοι οι μακελαραίοι στο Ζάντε, δεν έσφαζαν τίποτα όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα. Δεν επιτρεπόταν και για θρησκευτικούς αλλά και για πρακτικούς λόγους. Πήγαιναν στο σφαγείο μετά την περιφορά του Επιταφίου για τα αρνοκάτσικα αλλά και το μοσχάρι το οποίο ολόκληρο το κρέμαγαν αμέσως μετά την Πρώτη Ανάσταση, έξω από τα χασάπικα, στολισμένο με βαγιά – κάποιοι κρεμάνε το σφαχτό ακόμα και τα τελευταία χρόνια. Οι νοικοκυραίοι έσπευδαν τότε να ψωνίσουν τα χρειαζούμενα αλλά και να πάρουν το πρώτο κομμάτι του μοσχαριού, για καλή τύχη. Έτσι έχει μείνει και μέχρι σήμερα ο όρος «το Κομμάτι», που πλέον το λέμε λανθασμένα, αναφερόμενοι στην Πρώτη Ανάσταση που γίνεται γύρω στις 7 το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου όταν σπάμε και τις βίκες στην πλατεία του Αγίου Μάρκου.

«Μεγάλο Σαββάτο, χαρές γιομάτο», αναφωνούσαμε όλοι μαζί μικροί – μεγάλοι και ξεκινάγαμε τις προετοιμασίες για το τραπέζι της Ανάστασης. Ο νόνος μου έπλεκε τα σγατζέτα στην πίσω αυλή, με σηκωμένα τα μανίκια και το τσιγάρο στο στόμα. Συνήθως τον βοήθαγε κι η νόνα μου και όποιος άλλος βρισκόταν στο σπίτι εκείνη την ώρα και μετά την Ανάσταση στη Μητρόπολη, όλοι στο γιορτινό τραπέζι να φιρίρουμε με τον νόνο και να φάμε πρώτα απ’ όλα το φρέσκο χοιρομέρι που θα μας είχε ετοιμάσει. Η νόνα μου ποτέ δεν ερχόταν στην Ανάσταση μαζί μας. Καθόταν να ρίξει το αυγολέμονο στη μαγειρίτσα ώστε να είναι όλα έτοιμα όπως θα γυρνάγαμε εμείς πεινασμένοι, από την πλατεία. Ούτε κι ο νόνος ερχόταν, μας περίμενε στη θέση του στο τραπέζι. Από το ράδιο ακούγανε το «Χριστός Ανέστη».

Την Κυριακή του Πάσχα, αντίθετα με το έθιμο που έχει επικρατήσει σήμερα, εμείς τρώγαμε μοσχάρι αυγολέμονο. Κάποιοι μάλιστα από την οικογένεια κρατάνε αυτό το αντέτι ακόμα. Το παραδοσιακό λοιπόν έθιμο είναι το μοσχάρι σούπα αυγολέμονο και όχι το ψητό στη σούβλα. Αυτό είναι μοραΐτικο έθιμο που το έχουμε «κολλήσει» κι εμείς οι νεοζακυνθινοί. Ψητό στη σούβλα θα τρώγαμε της Παναγίας, τη δεύτερη μέρα του Πάσχα δηλαδή. Πηγαίναμε πάλι όλοι μαζί, στο Βασιλικό για να ψήσουμε στου Νικολαρία ή στο Πόρτο Ρώμα. Τα τελευταία Πάσχα πριν πεθάνει ο νόνος, επειδή ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε να μετακινηθεί, ψήναμε στην αυλή στο Ψήλωμα ακόμα και ανήμερα Λαμπρής.

Σήμερα τα Πάσχα μας είναι διαφορετικά αλλά κάποια αντέτια τα κρατάμε και σε κάθε περίπτωση, αισθάνομαι εξαιρετικά τυχερή για τις μνήμες που έχω. Μνήμες από ανθρώπους πολύ αγαπημένους, γεμάτους λατρεία και φροντίδα για την οικογένεια αλλά και για την παράδοση. Μνήμες γιομάτες από αισθήσεις: γεύσεις, αρώματα, εικόνες, ψαλμωδίες, αγκαλιές, φιλιά και απέραντη χαρά.

Καλή Λαμπρή για όλους!


(Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό LIBRO, το Πάσχα του 2011.)

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Για την ημέρα...


Δεν τα πάω πολύ καλά με τις "ειδικές" και "παγκόσμιες" ημέρες. Όχι από σνομπισμό και κουραφέξαλα. Απλά γιατί δεν θεωρώ πως χρειάζεται ειδική ημέρα για να θυμόμαστε μια ασθένεια, ένα πρόσωπο, μια ομάδα ανθρώπων, μια αξία ή οτιδήποτε άλλο.

Και για την "Ημέρα Ποίησης", δεν θα κάνω εξαίρεση. Η ποίηση υπάρχει πάντα και παντού, στα μέσα και στα έξω μας. Δεν είναι βέβαια πάντα εκείνη η λυτρωτική που θα επιθυμούσαμε, ίσως, αλλά στην πραγματικότητα, η πλειοψηφία των ποιητών δεν φημίζεται για την φωτεινή πλευρά της κι αυτό είναι κάτι που μπορεί κανείς, εύκολα να το διαπιστώσει.

Μια τόσο όμορφη μέρα όμως, σαν τη σημερινή και με την εαρινή ισημερία να μας φέρνει ένα βήμα ακόμα πιο κοντά στο καλοκαιράκι, ένα ποίημα επιβάλλεται. Ή σχεδόν επιβάλλεται! Και είναι αφιερωμένο ιδιαιτέρως, στην αγαπημένη μου φίλη Χ. που μιλήσαμε το πρωί μετά από αρκετό καιρό.

Καλή μας Άνοιξη, λοιπόν!

Διονυσίου Σολωμού: Απόσπασμα άγνωστου ποιήματος (
Carmen Seculare)
1.
Όξω ανεβοκατέβαινε το στήθος, αλλά μέσα
Aνθίζει με τους κρίνους του παρθενικός ο κόσμος.
Aυγή ’ναι κι’ άστραφτε γλυκά σα στην αρχή της πλάσης,
Kι’ εκράτουνε τα κάτασπρα ποδάρια στη δροσιά της.

2.
Kρατεί στο χόρτο τα κεριά, κεριά κομματιασμένα·
Oυρανός δένεται και γη στην όμορφη ματιά της.

3.
Δεν είναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δεν είναι·
Bρύσες απλώνει τα κλαδιά το δέντρο στον αέρα·
Mην καρτερής εδώ πουλί, και μη προσμένης χλόη·
Γιατί τα φύλλ’ αν είν’ πολλά, σε κάθε φύλλο πνεύμα.
Tο ψηλό δέντρ’ ολόκληρο κι’ ηχολογά κι’ αστράφτει
M’ όλους της τέχνης τους ηχούς, με τ’ ουρανού τα φώτα.

Σαστίζ’ η γη κι’ η θάλασσα κι’ ο ουρανός το τέρας,
Tο μέγα πολυκάντηλο μες στο ναό της φύσης,
Kι’ αρμόζουν διάφορο το φως χίλιες χιλιάδες άστρα,
Xίλιες χιλιάδες άσματα μιλούν και κάνουν ένα.
Στο δένδρο κάτου δέησην έκαμ’ η βοσκοπούλα·
T’ άστρα γοργά τη δέχτηκαν καθώς η γη τον ήλιο.
Tα Σεραφείμ εγνώρισαν το βάθος της αγάπης,
Kι’ ολόκληρ’ η Παράδεισο διπλή Παράδεισό ’ναι.
Ποιος είχε πει που σούμελλε, πέτρα, να βγάλης ρόδο;
.
Aλλά πού τώρα βρίσκονται τα κάτασπρα ποδάρια;

Πού ’ναι το στήθος τ’ όμορφο που τέτοιους κόσμους έχει;

Στ’ αμπέλ’ η κόρη κάθεται και παίζει με τ’ αρνί της.


(Αγαπημένη Χ. ελπίζω να το δεις αλλά κι αν όχι, η σκέψη μου είναι πάντα κοντά σου! Τα υπόλοιπα, από κοντά! Φιλιά!)

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Το blogging είναι σαν το ποδήλατο;


Το blogging είναι σαν το ποδήλατο; Όχι, δεν εννοώ τον Τάκη τον Ποδήλατο. (Που τον θυμήθηκα κι αυτόν τώρα;!) Αναρωτιέμαι απλά, πόσο εύκολο είναι να ξαναγράψεις στο blog σου όταν το έχεις παρατήσει. Ρητορικό το ερώτημα και η ιστορία θα δείξει. Να δω, τι θα πρωτοδείξει αυτή η ιστορία η δόλια!

Ας μην τα φορτώνω όλα στην έλλειψη χρόνου. Και διάθεση δεν υπάρχει ιδιαίτερη και όταν υπάρχει αντίστοιχα δεν υπάρχει χρόνος. Από την άλλη, αυτή η κοινωνικοπολιτική κατάσταση με επιστέγασμα την τραγική οικονομική μας θέση, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για φρουρού κι αρώματα. Τι δηλαδή; Να γίνεται ο κακός χαμός κι εγώ να γράφω τις ιστορίες του νόνου μου ή τις ιστορίες της Δρ. Ποστ Πουρί; Δεν μου πάει.

Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ο οποιοσδήποτε εκφράζεται μέσα από κάθε μορφή τέχνης, μπορεί αποστασιοποιημένα να ασχολείται με το μέσο έκφρασής του, χωρίς αυτό να θεωρείται κάτι το μεμπτό, δεν είναι απαραίτητο ότι μπορεί να ταιριάζει και με την άποψη περί ηθικής που έχει ο καθένας από εμάς.

Παρόλα αυτά, λαμβάνω ακόμα μηνύματα από ανθρώπους που μου λένε ότι ειδικά τώρα, το να διαβάσεις ένα γραπτό που σε ξεκουράζει ή σε διασκεδάζει, είναι σημαντικό και χρήσιμο, στους "χαλεπούς αυτούς καιρούς". Να αναλάβω δηλαδή το ρόλο του διασκεδαστή; Δεν ξέρω. Μπορώ; Θέλω; Κι από την άλλη, υπάρχουν δεκάδες, εκατοντάδες διασκεδαστικά ή/και ενδιαφέροντα πράγματα να διαβάσει κανείς. Δεν θα λείψουν σε κανέναν, ουσιαστικά, οι δικές μου οι μπούρδες.

Και τι να γράψω; Τα χιλιογραμμένα; Εδώ ζούμε μέσα σε μόνιμη καταιγίδα πληροφορίας και γραπτού. Βάλε και το παιχνίδι της ατάκας που παίζεται στο twitter και στο Facebook. Τι να γράψεις πια και για ποιον; Πως είπατε; Για την πάρτη σου; Κανείς δεν γράφει στο blog του για την πάρτη του. Αλλιώς θα τα κράταγε στο "αγαπητό ημερολόγιο"του. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το πληκτρολόγιό μας.

Όπως και να έχει, θα προσπαθήσω να επανέλθω. Όπως μπορώ. Και τα ερωτήματα που θέτω, ρητορικά είναι. Δεν χρειάζονται απαντήσεις. Απλά αφορμή για να ξαναμπώ στο παιχνίδι.


Τα λέμε!