Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

Τηλεφωνική Υποκλοπή (Βγάλε τη Κατίνα από μέσα σου, να αεριστεί)




Ναι, αγάπη μου όπως το ακούς: τη χτύπησε κι αυτήν η κρίση. (μικρή παύση) Η οικονομική ντε!
Μεταξύ μας, εμένα μου κάνει τη χάρη όχι μόνο να τη χτυπήσει, στην εντατική να τη στείλει, μπας και γλιτώσουμε επιτέλους από την κακογουστιά της! Γιατί εγώ -το ξέρεις άλλωστε- δεν τους αντέχω τους νεόπλουτους αγάπη μου! Όπου δω νεόπλουτο, να... παθαίνω ένα πράγμα, σαν αναφυλαξία σου λέω! Τι ποιους εννοώ; Αυτούς που τους έκανε "μάγκες" το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Ανδρέα, τότε που κουβάλησε την Αλλαγή στη Χώρα και λίγδωσε τ' αντεράκι του Έλληνα. Ναι, ναι. Όοοοοχι αγάπη μου, εμείς είχαμε πάντα χρήματα, δεν λέμε για εμάς τώρα! Ναι, ναι... και που λες, αυτηνής ο πατέρας για τη σπουδάσει στα Λονδίνα, έβοσκε πρόβατα. Ναι, όπως το ακούς: πρό-βα-τα. Κανονικά πρόβατα! Αυτά που βλέπεις στα ντοκυμαντέρ. Ναι! Και που λες, αυτός την έστειλε την κυρία στα Λονδίνα να σπουδάσει, υποτίθεται, αρχιτέκτονας. Πήρε πτυχίο ναι αλλά πήρε και τον Τάκη, πακέτο. Γιος μεγαλοδικηγόρου, πολλά λεφτά. Σιγά μην τον άφηνε! Και της έκανε σου λέει ο πατέρας της έναν γάμο! Δεν υπήρχε δεύτερος, στο θεσσαλικό κάμπο! Τριών ετών επιδοτήσεις ξόδεψε, συν τα αρνιά που σούβλισε για το γαμήλιο γλέντι. Αλλά τι τα θες; Αυτή τα ξέχασε όλα και μας παρίστανε την κυρία! Γι' αυτό δεν τη λυπάμαι! Πόσα χρόνια νόμιζε ότι θα μπορούσε να ξεγελάει τους πάντες, με τη δήθεν οικονομική της επιφάνεια; Άσχετο πράγμα με ρωτάς αλλά θα σου πω: δεν την απασχολούν τα μπλόκα των αγροτών διότι δεν βγαίνει στην εθνική με το jeep. Αυτό το έχει για να κατεβαίνει στη Σκουφά να ψωνίζει γόβες. Η βλαχάρα! Μα όπως πάει, θα της το πάρουνε κι αυτό και τότε θα μας το παίξει εναλλακτική. Εδώ θα είμαστε και θα τα λέμε! Θα τη δεις με φόρμα και αθλητικό που δεν την έχεις ξαναδεί, να γυρνάει από βιτρίνα σε βιτρίνα στο Κολωνάκι και να σου λέει:" Όχι χρυσή μου δεν ψωνίζω σήμερα, είμαι θλιμμένη για τους νεκρούς της Αϊτής... Μα δεν ήταν τρομερό;;;" Φυσικά εσύ θα ξέρεις πως έχει τιγκάρει τις πιστωτικές και να θέλει να αγοράσει δεν θα μπορεί πια και το φοβερότερο όλων είναι που θα το ξέρει ότι το ξέρεις αλλά θα το παίζει το ρολάκι, κανονικά. Τέτοια είναι!
Α, ναι τις προάλλες την είδα να αγοράζει και βιβλία! Καλέ όχι! Για τα ράφια τα θέλει. Έκανε ανακαίνιση λίγο πριν την κρίση αλλά δεν πρόλαβε να την ολοκληρώσει. Της έχουν μείνει σου λέει τα ράφια, άδεια! Πως να τα γεμίσει; Που ξέρεις πόσο έχει ένα βάζο από το Kosta Boda. E, τα γεμίζει με βιβλία. Φαντάσου! Βέβαια δεν ξέρει τι της γίνεται και παίρνει ότι της δίνουν. Βιβλίο να 'ναι σου λέει κι ότι να 'ναι. Την πέτυχα επ' αυτοφώρω να αγοράζει το "Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες" του Ιουλίου Βερν και στο καπάκι το " Εκκρεμές του Φουκώ" του Έκο. Το δεύτερο το καταλαβαίνω, έχει έναν όγκο, θα πιάσει κάποιον χώρο. Δεν άντεξα, τη ρώτησα για τον Βερν: "Αγοράζεις βιβλία για το ορφανοτροφείο, αγάπη μου;". Ε μα! Όχι, δεν το κατάλαβε. Είναι και ηλίθια! Μου είπε ότι πάντα ήθελε να το διαβάσει αλλά ποτέ δεν είχε βρει το χρόνο. Ακούς; Ακούω να λες! Τώρα όμως που θα έχει όλο το χρόνο ελεύθερο, γιατί ξέρεις κομμένα τα μποτέ, ε δεν μπορεί θα βρει χρόνο να διαβάσει και τα μπιμπελό της! Μπας και ξεστραβωθεί, που δεν το βλέπω!
Ξέρεις τι πιστεύω; Θα την παρατήσει κι ο Τάκης. Τον είδα προχθές που καλοκοίταζε την κομμώτρια του τρίτου, ναι. Θέμα χρόνου είναι...
Ουφ, πολύ αξία της δώσαμε και σήμερα! Ναι, αγάπη μου, ναι. Να συναντηθούμε το απόγευμα για ένα τσάι να πούμε και καμιά κουβέντα σαν άνθρωποι... Από το τηλέφωνο, τι να πρωτοπείς πια;
Ναι, στις 6.

à bientôt!




Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Bauhaus




Ζούσε από όταν ήταν έφηβος σε εκείνο το bauhaus κτίριο, πάντα στο ίδιο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου. Κι αφού δούλευε τη νύχτα και τη μέρα κοιμόταν, δεν είχε ποτέ ιδέα για το ποιοι έμεναν δίπλα ή απέναντι ή από πάνω του. Ουσιαστικά, δεν ήταν κάτι που τον ενδιέφερε.

Τον ενδιέφερε μόνο να πηγαίνει στη δουλειά του: νυχτερινός φύλακας σε εργοστάσιο. Εκεί είχε στήσει το άνδρο της ζωής του. Το μικρό γραφείο του ήταν ο ζωτικός του χώρος. Είχε τα βιβλία του, τις μουσικές του και μια μικρή συλλογή από γραμματόσημα. Κάποιες φορές, παρακολουθούσε ταινίες στον υπολογιστή. Ταινίες του Bunuel, του Pasolini, του Fellini και φανταζόταν πως ήταν κάποιος από τους ρόλους που έβλεπε.

Ένα πρωί καθυστέρησε να κοιμηθεί. Είχε βγει, ακριβώς δέκα λεπτά της ώρας, έξω από το πρόγραμμά του και τότε ήταν που πρώτη φορά την άκουσε. Ήταν σίγουρο ότι επρόκειτο για γυναίκα. Η άψογη ακοή του τού επέτρεπε να ξεχωρίσει τον ήχο από τα ψηλοτάκουνά της. Μετά άκουσε κι αυτόν. Πατέρας; Σύντροφος; Τί; Είχε ζωηρό περπάτημα κι έτσι όπως συναντιόταν τα βήματά του με εκείνης και κόβανε ταχύτητα, ήταν σχεδόν βέβαιο πως ήταν ζευγάρι.

Συνέχισε να παραμένει εκτός προγράμματος για αρκετά λεπτά ακόμα και τότε ήταν που άκουσε και τα παιδικά, γρήγορα βήματα. Ήταν πλέον σίγουρο: Δίπλα του ζούσε μια οικογένεια. Ένα ζευγάρι με παιδί. Άκουγε πεντακάθαρα το μικρό να τρέχει μέσα στο σπίτι. Που και που άκουγε και κάποιο δυνατό γέλιο του ή κάποια κραυγή από εκείνες που αμολάνε τα πιτσιρίκια χωρίς προφανή λόγο.

Κοιμήθηκε.Το πρόγραμμα ακολουθήθηκε όπως κάθε μέρα. Σηκώθηκε αργά το απόγευμα μαγείρεψε κάτι, έφαγε, έκανε μπάνιο και πήγε ξανά στη δουλειά, να ζήσει τη ζωή του. Το πρωί πάλι πίσω, στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου.

Αποφάσισε να κάνει λίγο πιο αργές κινήσεις στο μπάνιο, πριν πέσει για ύπνο. Μια ηθελημένη χρονοτριβή ώστε να είναι βέβαιος πως θα την ξαναάκουγε, χωρίς όμως να πρέπει να το μάθει αυτό κανείς. Ούτε καν το μαξιλάρι του που ήξερε τα πάντα. Κι όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι, την άκουσε. Άκουσε τα ψηλοτάκουνά της να την μεταφέρουν στο χώρο και μόνο για εκείνες τις μικρές της παύσεις όταν διασταυρωνόταν με τα ζωηρά αντρικά βήματα, την ερωτεύτηκε παράφορα.

Ο καιρός περνούσε κι αυτός ως γνήσια ερωτευμένος, άρχισε να χάνει τον ύπνο του. Ούτε να φάει ήθελε και το χειρότερο όλων ήταν που δεν ήθελε πλέον ούτε στη δουλειά του να πηγαίνει. Πήγαινε με το ζόρι και αυτό που κάποτε ήταν η ζωή του είχε μετατραπεί σε καταναγκαστικό έργο. Συνεχώς κοίταζε το ρολόι ώσπου να του επιβεβαιώσουν οι δείκτες πως ήταν ώρα να πάει σπίτι.

Δεν έφευγε σχεδόν καθόλου από την κρεβατοκάμαρά του, μιας και είχε ανακαλύψει πως η πρόσβαση στον ήχο της, ήταν πιο δυνατή σε εκείνο το δωμάτιο. Αυτό που τον μάγευε σε εκείνη ήταν πως περνούσε πολλές ώρες πάνω στις γόβες της και έτσι ήταν σαν να τον παρότρυνε να συνεχίσει να την ψάχνει, να την μαθαίνει. Τον προκαλούσε κάθε ώρα και στιγμή με τα τακούνια της να βρει κάτι, ένα τόσο δα στοιχείο παραπάνω, για την ίδια.

Πέρασαν δύο μήνες στενής παρακολούθησης του ήχου της, ήξερε πολλά γι' αυτήν. Πότε ήταν κουρασμένη και πότε χαρούμενη. Πότε κοντοστεκόταν μπροστά στον σύντροφό της τρυφερά και πότε έτρεχε θλιμμένη στην ασφάλεια του μπάνιου. Ήταν πλέον καιρός να τη συναντήσει και να δώσει μορφή σε αυτό που γνώριζε τόσο καλά η ακοή του.

Μετά από λίγα μόλις πρωινά, αποφάσισε να μην κοιμηθεί καθόλου μετά τη δουλειά. Θα την άκουγε όλη μέρα και όταν εκείνη θα έβγαινε όπως συνήθιζε για ψώνια, θα έβγαινε κι αυτός και θα την συναντούσε. Κι έτσι έκανε, μα τη στιγμή που εκείνη βγήκε από το διαμέρισμά της, εκείνος δεν βρήκε τη δύναμη να την ακολουθήσει στο διάδρομο. Μόνο από πίσω την είδε για λίγο όπως έμπαινε στο ασανσέρ. Μα δεν πρόσεξε καν το ύψος της ή το χρώμα των μαλλιών της, μόνο τα τακούνια της που την πήγαιναν κορδωμένα και σταθερά στον προορισμό της.

Την επομένη, μόλις την άκουσε να βγαίνει από το διαμέρισμά της, έτρεξε στο ματάκι της πόρτας αλλά εκείνη πέρασε βιαστικά και πρόλαβε μόνο να δει μερικές καστανές μπούκλες από το κεφάλι της. Και την επομένη, την ίδια ακριβώς στιγμή ο έρωτάς του τον ώθησε να ανοίξει τη πόρτα όπως αυτή περνούσε και να παρουσιαστεί μπροστά της σαν φάντης μπαστούνι!

Εκείνη κοντοστάθηκε κάπως ξαφνιασμένη. Προσπάθησε να της πει "καλημέρα" αλλά του ήταν αδύνατον να μιλήσει, χρόνια τώρα. Άκουσε τη δική της καλημέρα έτσι μελωδικά να ηχεί στα αυτιά του και μη μπορώντας να της την ανταποδώσει απλά έσκυψε το κεφάλι και χάζεψε τη φουσκωμένη κοιλιά της. Ήταν η ομορφότερη εγκυμονούσα που είχε δει. Αλλά ήταν ελάχιστες εκείνες που είχε δει. Τον προσπέρασε παραξενεμένη, με ένα ελαφρύ μειδίαμα στο στόμα της και του φάνηκε πως είδε έναν μικρό, τόσο δα φόβο στα μάτια της.

Την άφησε να πάει στο ασανσέρ και γρήγορα κατέβηκε από τις σκάλες στον δεύτερο και το κάλεσε κι ο ίδιος. Όταν οι διπλές πόρτες άνοιξαν και τον είδε, ήταν σίγουρος πως την είχε τρομοκρατήσει, ωστόσο δεν καταλάβαινε το γιατί. Μεταξύ πρώτου και ισογίου έσκυψε και με αποφασιστικές κινήσεις την ανάγκασε να βγάλει τις γόβες της ώστε να μπορέσει να τις κρατήσει αυτός για πάντα.

Εκείνη, θα έλεγε κανείς, πως σαν να ήξερε τι έπρεπε να κάνει κι έτσι δεν προέβαλε καμία αντίσταση. Απλά του εκχώρησε τα ψηλοτάκουνά της και βγήκε στο ισόγιο ξυπόλυτη. Χωρίς ήχο. Κι αφού ήχο δεν είχε πια, δεν υπήρχε για εκείνον, που πέταξε τις γόβες της στα σκουπίδια και άρχισε πάλι να κοιμάται σαν άνθρωπος.




Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Η Ζωή είναι ντουλάπα


Αν μου ζητούσες να σου περιγράψω τη "Ζωή" θα στην παρουσίαζα ως μια ντουλάπα. Γεμάτη από ρούχα, παπούτσια, γραβάτες, πολύχρωμα μαντήλια. Όλα τα υφάσματα, όλα τα χρώματα και μάρκες. Ακριβές, φτηνές. Γνωστές, άγνωστες. Εξαιρετικής ποιότητας, μέτριας μα και ευτελούς.

Κι η ντουλάπα του κάθε ανθρώπου έχει το δικό της ύφος. Άλλος τα έχει όλα σε τάξη, τακτοποιημένα ως την τελευταία λεπτομέρεια. Την ανοίγει και με μια απλή κίνηση, ξεκρεμάει αυτό που χρειάζεται. Αναλόγως των περιστάσεων. Άλλος πάλι, βάζει-βγάζει και χώνεται μέσα της με τις ώρες μέχρι να βρει αυτό που ψάχνει. Κάποιες φορές, κολλάμε στα ίδια ρούχα για ένα διάστημα και αγνοούμε πως υπάρχουν δεκάδες άλλες επιλογές και πλήθος συνδυασμών. Άλλες φορές πάλι, διαλέγουμε κάθε μέρα και κάτι διαφορετικό.

Γενικά, ο κανόνας της ντουλάπας, απαιτεί να αποχωριζόμαστε ό,τι δεν έχουμε φορέσει μια ολόκληρη σεζόν. Είναι σχεδόν σίγουρο, πως δεν θα μας χρησιμέψει ξανά. Άρα; Δεν πρέπει να καταλαμβάνει χώρο στην ντουλάπα μας. Τον χρειαζόμαστε άλλωστε, για τα καινούργια πράγματα που θα αντικαταστήσουν τα παλιά.

Όπως όλες οι ντουλάπες, έτσι κι η Ζωή θέλει και την ανανέωσή της. Θέλει και τον αέρα της. Ώστε να αποφύγουμε, τις καταστροφικές συνέπειες της υγρασίας και της ανίας. Χρειάζεται και τη λεβάντα της, για να κρατηθεί μακριά ο σκόρος που θα καταστρέψει τα αγαπημένα μας πλεκτά. Παλιά βάζαμε ναφθαλίνη αλλά βρώμαγε πολύ και ήταν ανθυγιεινή. Θέλει και το ξεσκόνισμά της. Μη περάσει στιγμή από το μυαλό σου πως οι κλειστές τις πόρτες, είναι ικανές να κρατήσουν μακριά τη σκόνη. Αυτή η ύπουλη, παντού τρυπώνει!

Βέβαια, υπάρχουν και οι σταθερές αξίες. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να αποχωριστείς εκείνο το καμηλό παλτό που αγόρασες πριν χρόνια στο Λονδίνο. Ξέρεις. Είμαι σίγουρη γι' αυτό! Όπως επίσης ξέρω και ξέρεις πως όταν τυχαία πέφτεις πάνω σ' εκείνο το αρχαίο ζευγάρι κάλτσες ή στο λευκό μαντηλάκι με το μονόγραμμα του παππού, τα μυρίζεις και προσπαθείς να φέρεις πίσω στους αισθητήρες σου, εκείνη την ίδια, γνωστή μυρωδιά του τότε. Μάταια. Οι μυρωδιές μένουν στην μνήμη μεν αλλά ανακαλούνται μόνο αν βρεθείς ξανά στο περιβάλλον τους. Κατά τα άλλα, παραμένει μόνο το συναίσθημα που σου γεννούσαν υπό ορισμένες συνθήκες, οι συγκεκριμένες μυρωδιές. Ζεστασιά, θλίψη, χαρά, τρυφερότητα, πόνο... Όποιο συναίσθημα! Το τοποθετείς ξανά στο συρτάρι και προχωράς να ξεδιαλύνεις τα υπόλοιπα.

Δεν είναι εύκολο πράγμα να διατηρείς τη ντουλάπα σου σε τάξη ακόμα κι αν αντικρύζεις χάος όταν στέκεσαι μπροστά της. Η τάξη της αταξίας είναι το πιο δύσκολο πράγμα και απαιτεί κινήσεις ακριβείας στο χειρισμό της. Φαντάσου να τραβήξεις το φουλάρι και να πέσει ένας σωρός από ρούχα πάνω στο κεφάλι σου. Τι θα κάνεις; Θα τα ξανασπρώξεις πίσω και θα την κλειδώσεις αλλά γρήγορα θα χρειαστείς κι ένα καθαρό πουκάμισο ή ένα ζευγάρι παπούτσια και τότε πάλι θα έρθεις αντιμέτωπος με το σωρό. Γι' αυτό, αν αγαπάς την αταξία, προσπάθησε να κάνεις τις σωστές κινήσεις. Μέχρι τη στιγμή που θα αποφασίσεις ξανά να τακτοποιήσεις. Έστω, προσωρινά.

Σε κάθε περίπτωση η ντουλάπα χρειάζεται φροντίδα. Μα προσοχή! Όχι καθρέφτη στις πόρτες τις! Η Ζωή δεν θέλει πρόβα. Θέλει μπλούζα - φούστα κι ελαφριά πούδρα...