
Προσπαθώ να αδράξω την ευκαιρία για μια ωραία απογευματινή σιέστα αλλά μάταια. Ό,τι και να κάνω το ερώτημα "Τι εστί καλοκαίρι;", φερμένο κατευθείαν από τις κιτρινισμένες σελίδες ενός μαθητικού λευκώματος, που ανακάλυψα τυχαία τις προάλλες στο πατάρι, δεν με αφήνει να κλείσω μάτι! Να 'μαι το λοιπόν εδώ, στρογγυλοκαθισμένη στο ωραίο μου γραφείο, να καταγράφω τις σκέψεις μου, μπας και εξορκιστεί το ερώτημα και με αφήσει ήσυχη επιτέλους... μέχρι να έρθει το επόμενο βεβαίως!
Μετά λοιπόν από την τελευταία εκκαθάριση στη σοφίτα, είχε μείνει ένα μικρό κουτί με πράματα παλιά, που δεν είχα μπει στο κόπο να ανοίξω. Είπα να το ανοίξω το περασμένο Σαββατοκύριακο, να ξεκαθαριστεί κι αυτό να αδειάσει εντελώς ο τόπος. Εκεί μέσα, ανάμεσα σε φωτογραφίες του γυμνασίου -απαίσια η μόδα του '80- και σε καρτούλες με ευχές από τις τότε κολλητές, να σου ένα Λεύκωμα με κλασσικές ερωτήσεις και ακόμα πιο κλασσικές απαντήσεις. "Τι εστί φιλία;" Κι από κάτου οι φίλες να συναγωνίζονται με χρωματιστά στυλό, που τότε είχαν και άρωμα, ποια θα γράψει το ωραιότερο. Δηλαδή, ποια θα προλάβει να γράψει το καλύτερο τσιτάτο από αυτά που κυκλοφορούσαν τότε. Τύπου: Φιλία λέξη ιερή, φιλία λέξη θεία, που γράφεται μες στην καρδιά και όχι στα βιβλία! Αμέ! Ούτε που θυμάμαι πια, ποια εγκάρδια φίλη το είχε γράψει αυτό, αφού υπέγραφε με ψευδώνυμο αλλά δεν έχει και τόση σημασία.
"Τι εστί καλοκαίρι;" Εδώ σε θέλω κάβουρα να περπατάς στα κάρβουνα! Ε ναι! Μια πρόχειρη ανασκόπηση των τελευταίων καλοκαιριών, δεν είναι και τόσο θετική. Δουλεύουμε για να κάνουν οι άλλοι διακοπές κι όταν εμείς κάνουμε διακοπές κάποιοι άλλοι δουλεύουν για εμάς και πάει λέγοντας. Να σου πω για τα καλοκαίρια τα παιδικά, μάλιστα! Αυτά ήταν καλοκαίρια. Τώρα; Τώρα ρουφάω σαν βαμπιράκι ενέργεια και χαρά από το καλοκαίρι του μικρού μας. Γλείφω κάτι κοκκαλάκια που περισσεύουν τα Σαββατοκύριακα κι αυτά όταν το επιτρέπει ο καιρός, η διάθεση ή όποια άλλη συνθήκη. Καλοκαίρι δεν είναι μόνο παγωτό-θάλασσα-κουβαδάκια. Καλοκαίρι είναι... καλοκαίρι! Που είναι εφέτος το καλοκαίρι; Μια βρέχει, μια φυσάει...
Καλοκαίρι ήταν! Όταν κοιμόμουν τα μεσημέρια στη καλύβα του παππού, Εκείνη τη "χρυσή δεκαετία" που οι Ζακυθινοί έβγαιναν από τα σπίτια τους, Ιούλιο και Αύγουστο και τα νοίκιαζαν στους τουρίστες των πόλεων. Οι ίδιοι έμεναν σε καλύβες, αργότερα σε κανένα δωματιάκι αυθαίρετο, που έφτιαχναν για τον λόγο αυτό. Αύγουστος να σκάει ο Τζίτζικας κι ο Μέρμηγκας να μην μπορεί να σηκώσει ούτε ψίχαλο από τη κάψα κι εγώ εκεί, μούσκεμα στον ιδρώτα με το φανελάκι ανάμεσα στον παππού και τη γιαγιά να χαζεύω το ξερό ταβάνι της καλύβας και να ανυπομονώ να σηκωθούμε για να φάμε το πεπόνι που είχαμε βάλει το πρωί στο ψυγείο.
Καλοκαίρι ήταν, τα μαύρα γόνατα και οι πατούσες μες στο χώμα από το τρέξιμο μες στα χωράφια. Οι πληγές απάνω - καταπάνω από το σύρσιμο στα χαλίκια και οι χτυπημένοι αστράγαλοι, από τη μέσα μεριά, πάνω στα πετάλια του ποδηλάτου. Κι όταν σήμερα τρέχω με τα μπαμπάκια να καθαρίσω τις πληγές του δικού μου παιδιού, όλο περνάει φευγαλέα από μπροστά μου η εικόνα της νόνας μου, να τραβάει τα μαλλιά της και να φωνάζει "Εμπουκουνιάστηκες παιδάκι μου;". Ακόμα απορώ που της έκανε εντύπωση, πως ξανά χτυπάγαμε απάνω στην προηγούμενη χτυπιά. Το θεωρώ ακόμα και σήμερα, τόσο φυσιολογικό όσο ο ήλιος που ανατέλλει το πρωί και δύει το βράδυ.
Καλοκαίρι ήταν, μαύρα σαν γυφτάκια από τον ήλιο να βλέπουμε τους λευκούς μας πισινούς στον καθρέφτη και να γελάμε με εκείνη τη παιδική αφέλεια που μου λείπει περισσότερο και από εκείνα τα μπλε σαμπώ που φόραγα και ξεσήκωνα το κόσμο στη γειτονιά, μεσημεριάτικα κι όλο φώναζε η μάνα μου πως θα μου τα πετάξει, να περπατάω ξυπόλυτη. Τότε πάταγα σιγά-σιγά για τα επόμενα πέντε άντε δέκα λεπτά και μετά πάλι ντούγκου-ντούγκου το ξύλο στα μωσαϊκά.
Καλοκαίρι ήταν, με τη νόνα Αγγέλικα στην Αγία Τριάδα για μπάνιο. Είχε ένα ωραίο πλεχτό καλάθι-τσάντα πολύ κομψό κι έβαζε μέσα τα πράματά της, μου είχε βρει κι εμένα ένα ίδιο αλλά πιο μικρό να βάζω τη πετσετούλα μου. Τίποτε άλλο δεν χρειαζόμουν και λίγη κρέμα για τον ήλιο. Τώρα κουβαλάμε κάτι θεώρατες τσάντες με 1002 πράματα για τη παραλία, δεν ξέρω γιατί. Τότε η νόνα μου με φώναζε "Περιβολαρία", γιατί μου άρεσε να γεμίζω το καλαθάκι με ό,τι έβρισκα. Τώρα τι θα έπρεπε να λέει; Εντυπωσιακές βουτιές στ' Αστέρια και μόνιμη μουρμούρα για να αποφασίσω να βγω από το νερό και να επιστρέψουμε πριν ξυπνήσει ο νόνος και δεν είμαστε σπίτι να του ψήσει η νόνα το καφεδάκι του. Άλλες πάλι φορές, τρικάβαλο στη μηχανή του μπαμπά να τρέχουμε στο Γέρακα ή στο Κερί για το Κυριακάτικο, επίσημο μπάνιο.
Καλοκαίρι ήταν, που τρώγαμε πεταλίδες από τους βράχους και που έτσουζαν τα γδαρσίματα αλλά δεν μας καιγότανε καρφί. Τα σημάδια από τα τσιμπήματα των κουνουπιών σαν μικρά καρούμπαλα τσαλάκωναν την εικόνα του λείου παιδικού γλουτού, που τώρα πια... είναι τίγκα στη κυτταρίτιδα και τον βασανίζουμε με τις καλλυντικές κρέμες. Βραδινά μπάνια στο Καλαμάκι, παρέα με τις χελώνες και τρόμος όταν καμιά τεράστια έβγαζε το κεφάλι της από το νερό και μας κοίταζε σαν εξωγήινους. Μακροβούτια με έπαθλο ζωντανούς αστερίες και κοχύλια που μετά τα ξεχνάγαμε στη τσάντα και βρόμιζε ο τόπος!
Καλοκαίρι ήταν και αργότερα, στου Μαυράτζη όταν ζούσαν ακόμα τα παγώνια και δούλευε στο Λόγγο το κάμπινγκ. Στο Βρονότερο να πετάμε τα σουτιέν μας για να μαυρίσουν τα στηθάκια μας και όταν πλησίαζε κανένας περίεργος, να γυρνάμε μπρούμυτα για να μην μας δει τα κάλλη μας! Το βράδυ στα μπαράκια, το πρωί δουλίτσα σε τουριστικό για το χαρτζιλίκι και μετά πάλι μπάνιο και βόλτες στη πλατεία Σολωμού και παγωτά ή ψημένα καλαμπόκια, καθισμένοι στα μουράγια, πίσω από το Κόκκινο Βράχο.
Καλοκαίρι ήταν, φορεματάκια, σορτσάκια, σαγιονάρες και έξω από τη πόρτα. Μηδαμινή σημασία είχε το αν ταίριαζε το μπλουζάκι με το σορτσάκι αρκεί να φοριόταν γρήγορα και να μην έκοβε χρόνο από το παιχνίδι στις γειτονιές ή στις αυλές στο Ψήλωμα. Θερινό κινηματογράφος, Lux, να κρυφοκοιτάμε στα σκοτάδια τα αγόρια από την άλλη γειτονιά και να χαχανίζουμε ρουφώντας πορτοκαλάδες με ανθρακικό.
Καλοκαίρι ήταν... Και είναι! Διαφορετικό πια, αλλά είναι. Και πάντα θα είναι όσο μπορούμε να θυμόμαστε, να γευόμαστε, να ονειρευόμαστε και να χαμογελάμε, ενίοτε! Καλοκαίρι θα 'ναι, όσο ακόμα μπορούμε να αράζουμε κάτω από τις περγουλιές και να πίνουμε δροσερό κρασί μόνοι ή με παρέα. Καλοκαίρι είναι όσο υπάρχει ακόμα το σημάδι από το μαγιώ κι από κάτω η άσπρη, αστεία επιδερμίδα...