Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

Για το blog μου, αυτόν τον ταπεινό ψυχοθεραπευτή


Αγαπητό μου blog,


Τα κακά νέα, έρχονται συνήθως βράδυ. Λες και το φως της μέρας, εμποδίζει τη διέλευσή τους.


Ωστόσο, είμαι καλά. Δεν έχω κι άλλη επιλογή! Πρέπει να είμαι καλά για να βοηθήσω όσους με χρειάζονται.


Αγαπητό μου blog, ευχαριστώ που δέχεσαι να γράφω πάνω στα πεδία σου ότι μουρλαμάρα μου κατέβει, χωρίς να χρειάζεται να σε πληρώνω κάθε φορά που σου καταθέτω τα "εσώψυχά" μου.


Είθε ο θεός Digital, να προστατεύει τους κώδικές σου. Είθε να μπορώ κι εγώ να σε χρησιμοποιώ ώστε να αποφύγω(;) την απόλυτη παράνοια.


Ευχαριστώ, από καρδιάς!


Dana Semitecolo

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2008

Μικροί μονομάχοι vs European Union




Πρωί Παρασκευής, τελευταίες βόλτες στις κεντρικές πλατείες της Κατάνιας. Στην Πλατεία Πανεπιστημίου, συγκεντρωμένοι μαθητές, γονείς και δάσκαλοι, διαδηλώνουν δυνατά. Ζητούν επίλυση στα προβλήματα της Παιδείας, αντίθετοι στην ιδιωτικοποίηση αλλά και την υποβάθμιση των δημόσιων σχολειών.



Μέσα από το κτήριο, αγανακτισμένοι δημόσιοι υπάλληλοι, τους κάνουν νοήματα να φύγουν. Και τα παιδιά, όλο και αγριεύουν. Οι γονείς και οι δάσκαλοι πιο πίσω, με μπλουζάκια που γράφουν συνθήματα και πλακάτ, ήρεμοι, παρακολουθούν.



Τηλεοπτικά συνεργεία, δημοσιογράφοι, τουρίστες, περίεργοι περαστικοί, πλαισιώνουν την συγκέντρωση. Ένας απαιτητικός φωτογράφος στήνει επί δέκα λεπτά κάτι μανάδες, ώστε να τις φωτογραφίσει με τα πανώ. Εκείνες ψυχρές, περιμένουν να τελειώσει με τις φωτογραφίες. Βρίσκω κι εγώ την ευκαιρία να τις φωτογραφίσω.




Πιο πίσω περιπολικά, ασθενοφόρο κι ένα αυτοκίνητο της Εταιρείας Προστασίας Ζώων(!). Απλά κοιτάνε από μακριά τη συγκέντωση με απόλυτα βαριεστημένο ύφος.



Και πάμε παρακάτω, σε μια άλλη πλατεία να πιούμε τον καφέ μας χαλαροί.








Δεν βρήκα το κομμάτι στο διαδίκτυο, αντιγράφω μόνο τους στίχους:


Μικρός μονομάχος - Διονύσης Σαββόπουλος


Σε δημοτικό γηπεδάκι το βραδάκι συρμάτινο

πλεχτό κι από πάνω ένα φωτάκι

Το σκούφο του φορώντας τριπλάρει

ολομόναχο και λέει μονολογώντας
Πως μου την σπάνε οι γονείς μου

Θεε μου κι οι φριχτοί συμμαθηταί μου

Και η Καίτη κι η μικρή της αδερφή

απ' το πλάι που παίρνει το μέρος της

και μου την σπάει

Μου την σπάνε αράδα θεολόγους φιμάδα Λυκειάρχου προβοσκίς

κι η γυμνάστρια η ψωνάρα, του μεγάρου μουσικής

Η δημόσια εικόνα, τα παραισθησιογόνα

Οι ομάδες, οι ροκάδες, οι σταθμοί και οι κοιλάδες

Οι εξάρσεις του εθνικού μας βίου κι ο προγυμναστής του φροντιστηρίου

Όλος πιτυρίδα, μούσι και τσαντάκι ενημερωμένος από τον Κακαουνάκη
15 χρονώ τι 'ναι αυτό το κενό που μου κρύβετε

ορμάει με το μπουφαν του

Πίσω ο τόπος τυφλός κι ακυβέρνητος βροντάει την μπασκέτα του

Κι όπως είμαι έτσι εγώ τερατόμορφος στο θόλο του απεράντου

Πολιτείας εφιάλτης ορθός είμαι αυτός ο βυθός, ναι

Είμαι κι όλας νεκρός, ναι Λυσσασμένος για φως, ναι

Ναι, ναι, ναι
Το κοινό, που να βρίσκεται κρυμμένο

Γιορτινό, μακρινό κι αγαπημένο, το κοινό

Στον εαυτό μου να βουτήξω

Και στα βάθη του ν' αγγίξω ουρανό
Γέρνει ο ήλιος μες στον αφρό το περιδέραιο

Σκόνες φωτεινές απ' τις περσίδες ως το στέρεο

Κι αφήνεται στο πλάι

Με κάννες και τριαντάφυλλα και μέσα του βουτάει
Στην στιγμή τα λαμπιόνια ανάβουνε

Προβολείς του βυθού μας χτενίζουνε

Κι αποσπούν ένα ένα τα πρόσωπα

Γελαστά προς τα εδώ ταξιδεύουνε

Με αλογάκια κουρδιστά κι ανεβαίνουνε

Καβαλώντας αυλές και μαντρότοιχους

Στον ρυθμό μιας ομάδας που παίζανε

Και μου λένε, άμα κάνεις μια βουτιά στον εαυτό σου

Δεν θα βρεις τον εαυτό σου, αλλά όλους τους άλλους

Τους μικρούς και τους μεγάλους

Γιατί ο χρόνος είναι ένας

Και δεν πέθανε κανένας

Και αφήνει πάλι γένη, ενωμένοι, νικημένοι

Σαν αυτόν τον στιχουργό που δεν βγήκε απ' τ' αβγό

Και σε βρήκε στο ρεφρεν του κι άκου το ανακοινωθέν του
Η αφεντιά σου λοιπόν 15 χρονώ και βαρέθηκε

Κι απ' την έξω ερημιά προς τα μέσα νερά καταδύθηκε

Η από μέσα σου ελεύθερη πτώση

Της γενιάς σου το στίγμα θα δώσει

Αθλοφόρε του εσώτατου χώρου

Και μετά θα μας δεις σε βουή καταιγίδα

Σαν τους κρίκους μακράς αλυσίδας

Ή χλωρίδας που σπρώχνει διαρκώς

Μέσα απ' τ' άνοιγμα που 'χει ο βλαστός

Το λουλούδι κι ας είσαι μικρός

Της διάσωσης το έργο θα νιώσεις

Την συντήρηση ως πάθος θα υψώσεις

Όσο πάει και πιο ακραία θα κινείσαι

Και θα χάνεις τον εαυτό σου και θα είσαι

Τελευταίος κρίκος κι ένας

Της σειράς και της καδένας προς το φως
Μας ακούει, θαρρώ πως κοιμάται και το walkman στο στήθος του ανάβει

Το αστεράκι του χειμώνα Και το εν του νέου αιώνα Του σχολειού του η τάξη είναι εκεί ξαφνική μουσική
Των ηρώων η γενιά θα ονομαστεί

Έρχονται απ' το μέσα ταξίδι

Του ονειρόθεου και η χώρα στροφιστή

Ξεσφραγίζουν, κυλάει ο βράχος

Στου αιώνα της την πρώτη ανθοφορία

Σ' ένα δάσος με λαμπάδες

Που δεν θα 'βρεις μονάχος

Με της νιότης τον θυμό να αφανισθεί

Θα με δει, τον λαιμό του γυρνάει να με δει

Σαν παιδί που απ' το κοινό έχει πείρα

Ο δικός μου μικρός μονομάχος
Το κοινό, που να βρίσκεται κρυμμένο Γιορτινό,

μακρινό κι αγαπημένο, το κοινό

Στον εαυτό μου να βουτήξω

Και στα βάθη του ν' αγγίξω ουρανό


Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2008

Διαφημίσεις


Στην επιστροφή από κάθε ταξίδι αναψυχής, χρειάζομαι κάποιο χρόνο προσαρμογής. Να επανενταχθώ στη καθημερινότητά μου. Να αφήσω χώρο και χρόνο ελεύθερο, στις εικόνες και στα συναισθήματα. Να μπει η εμπειρία στη θέση της και να μείνει εκεί.


Μετά, μπορώ σιγά - σιγά να το μοιραστώ με τον "έξω κόσμο". Τώρα όμως, θέλω χρόνο.


Μπορώ πάντως να πω με σιγουριά πως η Σικελία είναι κούκλα, από κάθε άποψη. Δεν θέλει χρόνο αυτό για να το αποφασίσω, είναι η πρώτη - πρώτη εντύπωση και είναι η καλύτερη!


Οι απίστευτες ώρες καθυστέρησης στην επιστροφή, μια απλόχερη χορηγία της Alitalia, σε συνδυασμό με την απαγόρευση του τσιγάρου, με έφεραν στα όρια του νευρικού κλονισμού αλλά σκεφτόμουν τη θέα από την Έτνα και κράταγα ένα καλό επίπεδο αυτοδιαχείρισης. Τελικά, δεν τον πληρώνω τζάμπα τον ψυχολόγο.


Να μην είμαι "άδικη". Υπήρχε μια γυάλα που έμπαινες μέσα και κάπνιζες, μαζί με καμπόσους άλλους μανιακούς καπνιστές. Πήγα δυο φορές και σκέφτηκα σοβαρά να κόψω το τσιγάρο. Ευτυχώς εγκατέλειψα την ιδέα μόλις έφτασα στην Αθήνα.


Σωτήριο και το βιβλίο "Οι Σουρεαλιστές συζητούν για το Σεξ", των εκδόσεων ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ. Με έκανε και γέλασα πολύ, εκεί που δεν υπήρχε κανένα περιθώριο για γέλιο,μετά από 10 ώρες αναμονής, στο Fiumicino, το οποίο παρεμπιπτόντως, κουνιόταν συνεχώς σαν να έκανε σεισμό και δεν είχα δραμαμίνες μαζί μου.


Τουλάχιστον, αν ήξερα πως δεν θα γύρναγα στην ώρα μου, θα καθόμουν μια - δυο μέρες παραπάνω και θα πήγαινα και στο -κακόγουστα- πολυδιαφημισμένο πάρτυ για singles που γίνεται αύριο στη Κατάνια. Δεν έχει σημασία που δεν είμαι single, θα πήγαινα από περιέργεια, αγκαζέ με την περιπαικτική μου διάθεση.

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2008

Καιρός δεν είναι...


... να πάω κι εγώ διακοπές, να ξεκουραστώ;


Καλή αντάμωση!

Η Γιορτή


Την Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου και ώρα 8 μ.μ., εγκαινιάζεται η έκθεση ζωγραφικής, του καλού φίλου Μπάμπη Πυλαρινού. "Η Γιορτή" του Μπάμπη θα φιλοξενηθεί στο χώρο των Εκδόσεων Περίπλους, του συμπατριώτη μας Διονύση Βίτσου και θα διαρκέσει μέχρι τις 15 Νοεμβρίου.

Με αφορμή την έκθεση, από τις Εκδόσεις Περίπλους κυκλοφορεί το βιβλίο με τίτλο: "Η Γιορτή", Ζωγραφική κι ένα παραμύθι του Πλάτωνα Μαλλιάγκα.

Συγχαρητήρια κι από εδώ στον φίλο Μπάμπη αλλά και στον κ. Βίτσο για την πρωτότυπη ιδέα να φιλοξενηθεί μια έκθεση ζωγραφικής, σε έναν διαφορετικό χώρο από τους συνηθισμένους.



Ώρες λειτουργίας: καθημερινές και αργίες 11:00-14:00 και 18:00-21:00. Εκδόσεις Περίπλους, Ζαΐμη 31, Μουσείο. Τηλ. 210 3307001-4.

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2008

Ω Τι Όμορφη Μέρα!


Η κυρία "Μις Ξινισμένα Μούτρα Φορέβερ", μπήκε φουριόζα στο γραφείο και η καλημέρα της δεν ακούστηκε ως συνήθως, ήταν και πάλι νοητή. Με το ένα μάτι σε άρνηση, έφτιαξε έναν βαρύ ελληνικό καφέ και έκατσε στο γραφείο της. Η κυρία Εμμηνόπαυση από δίπλα, την κοίταξε εξεταστικά από την κορυφή ως τα νύχια. Ναι, ήταν γεγονός : τα καινούργια της loafers γυάλιζαν καινουργίλα στα πόδια της.

"Ανησυχείς μήπως γίνει κραχ;", ρώτησε κοφτά η κα Εμμηνόπαυση.
"Ο φόβος γεννά φόβο. Σκέφτομαι να κάνω τα λεφτά μου, ράβδους χρυσού. Άκουσα πως έτσι κάνουν όλοι οι έξυπνοι άνθρωποι", απάντησε ξινά η κα Μις Ξινισμένα Μούτρα Φορέβερ.

Η κα Εμμηνόπαυση άργησε να απαντήσει. Πάλεψε αρκετά μέσα της ώστε να μην ακουστεί επιθετική μα τελικά δεν κατάφερε να νικήσει τις ορμόνες της: "Τι σχέση έχεις εσύ με τους έξυπνους ανθρώπους;", πέταξε κατάμουτρα στη συνάδελφό της. Εκείνη, ατάραχη της πέταξε τον καφέ πάνω στο φούξια, Σανέλ ταγέρ που φορούσε και αναποδογύρισε το φλυτζανάκι της στο πιατάκι: "Θέλω να μάθω τη μοίρα μου!" δήλωσε με στόμφο και σαν να φάνηκε κάποιο χαμόγελο(;) στα χείλη της.

Στο μεταξύ, η κα Lost In Space -ελληνοαμερικάνα αυτή- έκλαιγε σ' ένα γραφείο παρακάτω και όλο έπαιζε στα χέρια της το μαργαριταρένιο κομποσκοίνι της, μονολογώντας: "Kyrie ton dunameon, kane na mh xa8ei olo to money. Poso 8a antekso xoris botox? Poso 8a antekso xoris personal trainer?". Ενώ ο απέναντι συνάδελφος, ο κύριος Φετίχης, ευρισκόμενος σε φοβερό ερωτικό οίστρο, χάιδευε απαλά το φύλο του, χαζεύοντας τις υπέροχες γόβες της κας Lost In Space, οι οποίες τον παρέπεμπαν κατευθείαν σε ένα kinky πορνό που είχε δει τις προάλλες.

Έξω ο ήλιος έλαμπε και όλα έδειχναν πως άλλη μια ωραία μέρα συνέβαινε. Μια υπέροχη μέρα!

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008

Αφιέρωση

Στον Τζώρτζη το Μουρλό ή Des, που τον "χάλασε" το Adagio!

Τζώρτζη, αγάντα!


Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008

Άκου!


Κάθε μουσικό κομμάτι, για τους μουσικόφιλους τουλάχιστον, έχει να πει μια ιστορία στον καθένα που το ακούει. Η ιστορία διαμορφώνεται βάση του συναισθήματος που μπορεί να μας διακατέχει την στιγμή της ακρόασης ή ακόμα και της προσωπικής μας ανάγκης, όσον αφορά την επανατροφοδότηση(;) του συναισθήματος, γενικότερα. Μπορεί απλά και να κάνουμε μια προβολή του εαυτού μας, μέσα από αυτό, όπως καμιά φορά βλέποντας μια ταινία, αποφασίζουμε να πάρουμε το ρόλο του πρωταγωνιστή, του δεύτερου ή απλά και κάποιου κομπάρσου.


Φορές συμβαίνει το ίδιο μουσικό κομμάτι να δημιουργεί σε κάθε ακρόαση και άλλο συναίσθημα, να δίνει μια διαφορετική ιστορία, να δημιουργεί άλλες εικόνες. Δεδομένο πως η μουσική δημιουργεί εικόνες. Σκέφτομαι πόσες φορές μου έχει συμβεί και πόσες έχω δει να συμβαίνει, ένα μουσικό κομμάτι να συνδέεται με ένα πρόσωπο ή μια συγκεκριμένη κατάσταση. Όπως και να έχει, το σίγουρο είναι πως η μουσική είναι μαγεία. Από τις λίγες μαγείες που μπορούν να καταστούν, αυθόρμητα αντιληπτές από τον Άνθρωπο.


Όταν ακούω το Adagio in G minor, του Tomaso Albinoni, έχω πάντα την ίδια αίσθηση: ματαίωση. Είναι για εμένα, η ιστορία ενός ματαιωμένου έρωτα. Εκείνου που ξεκινά ματαιωμένος. Που ξέρουν και οι δυο εμπλεκόμενοι πως δεν πρόκειται να προχωρήσει, γιατί οι συνθήκες είναι τελείως κόντρα στην απλά θέληση. Εκτός, αν είναι διατεθειμένοι να κάνουν την υπέρβαση. Όμως στη συγκεκριμένη μουσική εκδοχή, είναι σίγουρο πως δεν είναι, αφού παραμένουν εγκλωβισμένοι στις καταστάσεις. Σαν ήρωες ενός μελό. "Σε θέλω, με θέλεις μα η μοίρα το θέλησε να ζούμε χωριστά".


Ακούω το κομμάτι κι αρχίζει γλυκά, τρυφερά. Έτσι όπως αρχίζει μια ερωτική ιστορία και εξελίσσεται όμορφα μα με 'κείνη την κρυφή πίκρα από πίσω να ακούγεται στις νότες που πατάει. Και μετά, ο χωρισμός. Ο αναγκαστικός και ανελέητος. Που απλά αφήνουν να συμβεί. Γιατί έτσι πρέπει να γίνουν τα πράγματα. Ένας μικρός - ή μεγάλος- χαμός. Μια ακόμη ήττα στην ιστορία του Έρωτα. Και θλίψη και πόνος, προδιαγραμμένος από την αρχή.


Ένας φίλος λέει, πως το κομμάτι αυτό έχει να κάνει με την ανθρώπινη απώλεια. Με τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου. Αυτό του λέει το Adagio. Ίσως να 'χει δίκιο αλλά κι ο χωρισμός, σάμπως δεν είναι θάνατος; Ενίοτε και τόσο λυτρωτικός θάνατος!


1730 Albinoni / Adagio - Your Mothers

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008

Το Τραταμέντο (γλυκό του κουταλιού κυδώνι)



Κάνει γιάτσο απόψε. Έβαλε βοριά. Τέτοιο καιρό, επεριμέναμε πως και πως σαν παιδιά. Δε νογάς για ποίο πράμα σου μιλώ...


Που να καταλάβετε εσείς οι νέοι! Μετά τσι σεισμούς του '53, τότε που μέναμε τσι παράγκες τση Παναγούλας, ήτανε δύσκολα τα χρόνια. Πιότερο δύσκολα για τσι γονέους μας, που είχανε οχτώ στόματα να θρέψουνε, ξέχωρα τα δικά τους.


Εμείς ως χωραΐτες, δεν είχαμε να σε χαρώ ούτε ένα λιόφυτο δικό μας. Πως νομίζεις πως εκονομάγαμε το λάδι μας; Θα σου πω να το μάθεις. Επηγαίναμε στα λιοστάσια εκεί κοντά στον Άγιο Λύπιο, στον Καλλιτέρο και μαζώναμε από χάμου τσι ελιές, μία – μία.


Τσι πιο πολλές φορές, επηγαίναμε στο λιοστάσι του Γιωργέλου. Εφτός δεν τσι φύλαγε και πολύ τσι ελιές του κι έτσι καταφέρναμε να μαζώξουμε αρκετές. Μας είχε η μάνα μας φτιασμένα τενεκεδάκια, από γάλα εβαπορέ. Εφτά γιομίζαμε και τα αδειάζαμε σ' ένα σακί που είχαμε. Να δεις παιχνίδια και χαρές! Εσβινταριζόμασταν, ποίο παιδί θα μαζέψει τα περισσότερο μπουρούκια ελιές, από χάμου. Βέβαια, μες στη βιασύνη μας, εμαζώναμε και λάσπες και φύλλα αλλά δεν μας επείραζε. Με ησυχία στο σπίτι, τα ξεδιαλέγαμε.


Μία φορά το λοιπό, απογιοματάκι με τέτοιο καιρό, βοριά του κερατά, μας έστειλε η μάνα μας στου Γιωργέλου να μαζώξουμε ελούλες. Νοέμβρης ήτανε κι έκανε ένα κρύο! Μα τι να σου ειπώ; Και το λιοστάσι μέσα λάσπη ένα γόνα, είχε βρέξει τσι προηγούμενες μέρες. Πάμε το λοιπό ούλα μαζί τα παιδία, με τα μπουρουκάκια μας και με το σακί μας. Εκειός όμως ο αναθεματισμένος ο Γιωργέλος, ήτανε απάνου σ' ένα ύψωμα κρυμμένος κι έκανε την "ανάγκη" του. Επήγε ψηλά για να επιτηρεί και το λιοστάσι, ήξερε πως ήτουνα μέρα «πονηρή»!


Εκεί, να σε χαρώ, που είχαμε μαζώξει μισό σακί ελιές και εγελάγαμε κι επαίζαμε βλέπουμε τον Γιωργέλο να κατεβαίνει τσι όχτους με τα παντελόνια μισοκατεβασμένα, τα βάσταγε με το ένα χέρι μην του πέσουνε και στο άλλο εκράταγε μία κατσουρίδα. Μας εφώναζε από μακρία: «να πάρει ο διάοτσος τσι πατεράδες σας, δεν θα σας τσακώσω, θα δείτε παλιοπράματα!». Μία πεταξία εμείς τα μπουρούκια και βάνουμε τη πιλάλα. Ο αδερφός μου ο Γιάννης, ως μεγαλύτερος, εσκέφτηκε και πήρε το σακί με τσι ελιές και για να μην το κουβαλούμε που έπρεπε να τρέξουμε μην μας πιάσει ο φουρκισμένος, το 'κρυψε μέσα σε μία ριζολιά.


Που να μας τσακώσει ο Γιωργέλος με τα σώβρακα κατεβασμένα; Εσκόνταψε και γκρεμοτσακίστηκε – ο έρμος- κι εμείς είχαμε φτάσει στη Χώρα, που λέει ο λόγος. Έλα όμως που εμένανε εχώθηκε το παπούτσι μου στη λάσπη και παραλίγο να με τσακώσει; Με ένα παπούτσι έφυγα από τον Άι Λύπιο! Ε, μα το σταυρό που σου κάνω! Και κλάμα ούλο το δρόμο που έχασα το παπουτσάκι μου. Σάμπως είχα κι άλλο ζευγάρι από δαύτο;


Και σαν πονηράδια που ήμαστε, δεν επήγαμε αμέσως στο σπίτι, μην έρθει και μας έβρει εκεί. Ήξερε ότι ήμαστε παιδιά τση Μπάμπαινας, μην πα' και λες...Μετά από ώρα επήγαμε σπίτι μας, στη παράγκα δηλαδή εκεί, στη Παναγούλα. Κι ήρθε εφτός ο Γιωργέλος κι έκαμε τα παράπονα στη μάνα μας! Εφτούνη όμως βάσταγε από το Γερακαρίο, δεν είχε και πολλούς Αγίους, που λέμε. Τον έκαμε τρία λεφτά, πως τση κατηγόριε τα παιδιά τσης άδικα αφού από το σπίτι δεν είχανε ξεμυτίσει παρά εμελετάγανε τα μαθήματά τους. Τι να κάμει κι ο Γιωργέλος; Επήγε καλιά του, σπίτι του.


Το κοντόβραδο, ο αδερφός μας ο Γιάννης επήγε ξανά οπίσω στο λιοστάσι κι έφερε το σακί με τσι ελιές που το είχε τρουπομένο μέσα στη ριζολιά, κρυμμένο καλά κι έβρηκε και το παπουτσάκι μου και μου το έφερε! Ω χαρές που του 'καμα! Μόνο τα πόδια που δεν του φίλησα από τη χαρά μου!


Κι η μάνα μας, χαρούμενη κι εφτούνη η καψερή, ξεκλείδωσε το ντουλάπι όπου εφύλαγε βάζα με γλυκό του κουταλιού και μας εκέρασε κυδώνι, που το 'χε φτιάξει τον Οκτώβρη. Ακόμα θυμάμαι τη γλύκα του στο στόμα μου! Το πιο ωραίο τραταμέντο τση ζωής μου ούλης!



Κι η συνταγή, για γλυκό του κουταλιού κυδώνι από την κυρά Μπάμπαινα:

Υλικά
Μία οκά κυδώνια
Μία οκά κι εκατό δράμια ζάχαρη
Δύο φλυτζάνες του τσαγιού νερό
Δύο – τρία φύλλα αρμπαρόριζα
Δύο κουταλιές της σούπας, χυμό λεμονιού

Εκτέλεση

Καθαρίζουμε τα κυδώνια και τα τρίβουμε στον χοντρό τρίφτη του τυριού. Τα βάζουμε στην παδέλα με το νερό και τα αφήνουμε να βράσουνε σκεπασμένα, μέχρι να μαλακώσουν. Κατόπιν, ρίχνουμε τη ζάχαρη και τα βράζουμε σε δυνατή φωτιά μέχρι να δέσει καλά το σιρόπι του γλυκού μας. Στο τέλος, λίγο πριν το σβήσουμε, προσθέτουμε την αρμπαρόριζα για το άρωμα και το λεμόνι.

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

Alma Triste


Ο καλός μου φίλος Διονύσης Μ.Κ., μου έστειλε σήμερα αυτό το τραγούδι. Λέγεται "Preguntitas Sobre Dios" και το τραγουδά ένας αργεντίνος ινδιάνος, ο Atahualpa Yupanqui. Πάντα ο Διονύσης, μου στέλνει υπέροχες μουσικές και τον ευχαριστώ ξανά γι' αυτό. Τούτο όμως, δεν είναι μόνο υπέροχο - από άποψη μουσικολογική - αλλά και τα λόγια του, είναι μικρά μαχαιράκια και μου φέρνει στο μυαλό, τούτο το πίνακα της Frida Kahlo.




Διονύση ευχαριστώ, μα θα μου επιτρέψεις να αφιερώσω τούτη την ανάρτηση, στην αγαπημένη μου Mareld. Τα λόγια του τραγουδιού, είναι σαν να γράφτηκαν για εκείνη!



Preguntitas sobre dios - Atahualpa Yupanqui



Un día yo pregunté: Μια μέρα ρώτησα:
"Abuelo, ¿dónde está Dios? "Παππού ,που βρίσκεται ο Θεός;"
Un día yo pregunté: Μια μέρα ρώτησα:
"Abuelo, ¿dónde está Dios?" "Παππού που βρίσκεται ο Θεός;"
Mi abuelo se puso triste Ο παππούς έδειξε θλιμμένος
y nada me respondió. Και τίποτα δεν μου είπε
Mi abuelo murió en los campos, Ο παππούς μου πέθανε στα χωράφια
sin rezo ni confesión Χωρις προσευχές και άφεση αμαρτιών
y lo enterraron los indios, Και τον έθαψαν οι Ινδιάνοι
flauta de caña y tambor. Με καλαμένιο φλάουτο και ταμπούρλο
Al tiempo yo pregunté, Μετά από καιρό ρώτησα
"Padre, ¿qué sabes de Dios?" Πατέρα τι ξέρεις για τον Θεό;
Al tiempo yo pregunté, Μετά από καιρό ρώτησα
"Padre, ¿qué sabes de Dios? " Πατέρα τι ξέρεις για τον Θεό;
Mi padre se puso serio Ο πατέρας μου εσοβάρεψε
y nada me respondió. Και δεν μου απάντησε τίποτα
Mi padre murió en la mina, Ο πατέρας μου επέθανε στο ορυχείο
sin doctor ni protección Χωρίς γιατρό και προστασία
color de sangre minera Με το αιμα του ίδιο χρώμα
tiene el oro del patrón. με το χρυσάφι του αφέντη
Mi hermano vive en los montes Ο αδερφός μου ζει στα βουνά
y no conoce una flor. Και δεν ξέρει τι παει να πει λουλούδι
Mi hermano vive en los montes Ο αδερφός μου ζει στα βουνά
y no conoce una flor. Και δεν ξέρει τι παει να πει λουλούδι
Sudor, malaria y serpiente Ιδρώτας, μαλάρια και φίδια
es la vida del leñador. Είναι η ζωή του ξυλοκόπου
Y que naide le pregunte Και κανέις δεν τον ρωτάει
si sabe dónde está Dios. Αν ξέρει που βρίσκεται ο Θεός
Por su casa no ha pasado (γιατί) από το σπίτι του δεν έχει περάσει
tan importante señor. Τέτοιος σπουδαίος αφέντης
Por su casa no ha pasado (γιατί) από το σπίτι του δεν έχει περάσει
tan importante señor. Τέτοιος σπουδαίος αφέντης
Yo canto por los caminos Εγώ τραγουδάω στους δρόμους
y cuando estoy en prisión. Και όταν είμαι στην φυλακή
Yo canto por los caminos Εγώ τραγουδάω στους δρόμους
y cuando estoy en prisión. Και όταν είμαι στην φυλακή
Oigo las flores del pueblo Ακούω τα λουλούδια του χωριού
que canta mejor que yo. Που τραγουδάνε καλύτερα από μένα
Hay un asunto en la tierra Είναι κάτι πάνω στην γη
más importante que Dios Πιο σπουδαίο από τον Θεό
y es que naide escupa sangre Και αυτό είναι πως κανείς δεν φτύνει αίμα
pa' que otro viva mejor. Για να να ζει καλύτερα ένας άλλος
Que Dios vela por los hombres, Γιατί ο Θεός νοιάζεται για τους ανθρώπους
tal vez sí, y tal vez no, Μπορεί ναι, μπορεί και όχι
pero es seguro que almuerza Αλλά είναι σίγουρο ότι τρώει
en la mesa del patrón. Στο τραπέζι του αφεντικού.

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2008

Πως θα φορτίζω το laptop;




Ναι, είναι δεδομένο και το έχουμε ξαναπεί. Όλα πουλιούνται κι όλα αγοράζονται: οικόπεδα, παπούτσια, δάση, ψυχές, τράπεζες, τηλεοπτικοί σταθμοί, δημόσιες επιχειρήσεις, ρούχα, κορμιά, σπίτια, αξιοπρέπειες, παιδιά, σκυλιά, σεξ, αυτοκίνητα κ.ά.


Η αλλαγή είναι πως πλέον όλοι έχουμε πρόσβαση στην αγοραπωλησία. Πριν κάποια χρόνια, είχαμε ένα άλλο καθεστώς, πιο “κομμουνιστικό”. Και να θέλαμε να αγοράσουμε, δεν υπήρχε διαθεσιμότητα, παρά μόνο για τους λίγους. Τους εκλεκτούς. Και να θέλαμε να πουλήσουμε, δύσκολα βρίσκαμε αγοραστή. Τώρα έχουμε πιο “φιλελεύθερο” σκηνικό και η πρόσβαση είναι πιο εύκολη προς όλους και από όλους. Αρκεί να υπάρχει ρευστό, ασφαλώς!


Εδώ και καιρό ξυπνάω με τη σκέψη “πούλα” και κοιμάμαι με τη σκέψη “αγόρασε”. Κάποιες μέρες κι αντίστροφα. Κι όλη μέρα καταναλώνω και καταναλώνομαι και ακούω από παντού για αγοραπωλησίες. Αναρωτιέμαι, θα σταματήσει κάπου όλο αυτό; Με κούρασε! Απάντηση δεν ακούω από πουθενά και ξέρω πως ματαίως περιμένω, χωρίς αυτό να σημαίνει πως απογοητεύομαι.


Απλά να, όσα περισσότερα ακούω για “deals” τόσο πιο ψηλά θέλω να ανέβω στο βουνό, να στήσω ένα αντίσκηνο. Δυο πράγματα μόνο με κρατούν: οι τίτλοι ιδιοκτησίας και η έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος. Πως θα φορτίζω το laptop;




Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008

Σιγανοψιχάλισμα



Οι φίλοι μου ταξίδεψαν στην Αθήνα για την πολυαναμενόμενη συναυλία της Madonna (mia!). Εγώ εδώ. Δεν θέλησα να είμαι εκεί. Ποτέ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα η ιέρεια της ποπ. Οφείλω όμως να ομολογήσω πως είναι και η ιέρεια του καλλιτεχνικού marketing. Αξεπέραστη! Την παραδέχομαι για το τσαγανό και το πείσμα της. Μέχρι εκεί όμως.

Χαζεύω από το τζάμι κάτι λιγοστές σταγόνες βρόχινες και δεν μου έρχεται κανένα τραγούδι της στο μυαλό. Ελπίζω μόνο να μην βρέξει στην Αθήνα και χαλάσει τη συναυλία! Θέλω να περάσουν καλά οι φίλοι μου.

Έχω όμως μουσική στο κεφάλι μου και πάλι. Δεν γίνεται αλλιώς. Σε συνδυασμό δε με άλλα που με απασχολούν, σιγοτραγουδώ ένα τραγούδι παλιό. Δεν είχα γεννηθεί ακόμα. Αλλά δεν έχει και σημασία.

Και σιγανοψιχάλισμα, μέσα - έξω...

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008

Δεν θέλω κάτι να πω, και τραγουδώ...




Όταν δεν θέλω τίποτα να πω, τραγουδώ. Μη φανταστείς, συνέχεια τραγουδάω. Ακόμα κι όταν μιλάω. Επτανήσια γαρ...


Τραγουδώ κάτι που να ταιριάζει με την εποχή ή με τη διάθεση. Μπορεί και με τη μπλούζα ή τα παπούτσια μου. Δεν ταιριάζουν όλα σε όλους αφ' ενός κι αφ' ετέρου συχνά πέφτουμε όλοι, σε "στυλιστικά λάθη". Είναι ας πούμε σαν να φοράς μαύρο παπούτσι με καφέ ζώνη ή ένα μακό μπλουζάκι με βελούδινη φούστα : απαράδεκτο.


Το κομμάτι που ταιριάζει σήμερα σε όλα: μέρα, εποχή, διάθεση, ρούχα κλπ, είναι το Golden Brown των Stranglers. Είναι αυτό που λέμε "διαχρονική αξία", κάτι σαν τη κλασσική μπεζ καπαρντίνα που συναντάς πλέον παντού. Κάναμε την "ανάγκη" μας, μόδα. Όχι ότι δεν συμβαίνει συχνά.


Όσο το τραγουδώ, τόσο περισσότερο ταιριάζει. Εγώ δεν ταιριάζω με τίποτα! Και το τραγουδώ με μανία, όπως μασάς εσύ τη τσίχλα απ' το πρωί. Κι όλο σκέφτεσαι να τη φτύσεις, να απελευθερωθεί το στόμα σου αλλά όλο και με περισσότερη μανία ανοιγκλείνεις τη γνάθο.


Όμως, δεν θέλω τίποτα να πω και τραγουδώ...


Get this widget Track details eSnips Social DNA





Golden brown texture like sun

Lays me down with my mind she runs

Throughout the night

No need to fight

Never a frown with golden brown
Every time just like the last

On her ship tied to the mast

To distant lands

Takes both my hands

Never a frown with golden brown
Golden brown finer temptress

Through the ages she's heading
West

From far away

Stays for a day

Never a frown with golden brown
Never a frown

With golden brown

Never a frown

With golden brown

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

Ένα Τραπέζωμα ζακυθινό





Πρώτη φορά, επήγε στο σπίτι του αντρός της, λίγες μέρες αφότου αυτός την γύρεψε από τους γονείς της κι εδώκανε λόγο.

Το καντούνι μπροστά από το πατρικό του, ήταν όμορφο και της έκαμε καλή εντύπωση που υπήρχαν ακόμα, παλαιά σπίτια στο χωριό. Νόμιζε πως –όπως στα περισσότερα πλέον χωριά του Ζάντε- τα σπίτια στα χωριά είναι φουλ στο αλουμίνιο και τα μοντέρνα υλικά. Μετά έμαθε πως στα ορεινά, δεν έπεσαν τα σπίτια με τους σεισμούς του 1953 άρα εγλιτώσανε και τον εκσυγχρονισμό, της κακιάς ώρας!

Το ισόγειο του σπιτιού, ήταν ένα μικρό μπακαλικάκι από εκειά που κάποτε ήταν και καφενεία. Την υποδέχτηκαν όρθιοι τα αδέρφια του, που ήδη γνώριζε, ο πατέρας του και η θεία του, που ζούσε μια ζωή μαζί τους, αφού είχε μείνει αστεφάνωτη. Αυτή η θεία έτρεξε στη πόρτα να της δώσει μια κουταλιά μέλι, πριν μπει, για το καλό! Φόραγαν όλοι τα καλά τους χαμόγελα και άρχισαν τα φιλιά και οι αγκαλιές.

Κάθισαν στους καναπέδες και στις καρέκλες γύρω από μια ξυλόσομπα και ένοιωσε όλα τα μάτια να τηνε κοιτάνε. Για να μην δείξει την αμηχανία της, άρχισε να περιεργάζεται το χώρο και το βλέμμα της έπεσε στην οροφή. Ένας τεράστιος στριφτός κορμός κυπαρισσιού, συγκρατούσε το ταβανοπάτωμα. Ήταν πολύ όμορφο!

Δεν γνώριζε τους «κανόνες» του χωριού. Ποτέ της δεν είχε ζήσει σε κάποιο. Όταν η πόρτα άνοιξε διάπλατα, χωρίς προειδοποίηση, και μπήκε φουριόζα μια γειτόνισσα να πάρει τσιγάρα – και να τσεκάρει τη νύφη, βεραμέντε- αναστατώθηκε με την ιδέα πως όποιος ήθελε έμπαινε, όποια στιγμή ήθελε. Η καλή γειτόνισσα, μετά τις συστάσεις φυσικά, της έκαμε παρατήρηση γιατί «νύφη πράμα» εφόριε μαύρα ρούχα. Εκείνη, παραμέρισε για λίγο τους καλούς της τρόπους και απάντησε πως την επόμενη φορά θα φόραγε κόκκινα σαν τον Άγιο Βασίλη, μια που πλησίαζαν τα Χριστούγεννα. Η γειτόνισσα, εχάλασε τα μούτρα της και πήρε το δρόμο.

Ενώ ο πατέρας της, της έδωσε μία τσιμπιά με τρόπο και ρώτησε τον συμπέθερο αν ήτανε καλά στην υγεία του. Εκειός, πριν του απαντήσει, της απευθύνθηκε και την επικρότησε που δεν της πήρε η κουτσομπόλα τον αέρα! Σιγά σιγά, όλοι άρχισαν να μιλούνε με όλους και ήταν πιο εύκολα τα πράματα.

Το κέρασμα ήταν γλυκόπιοτο τριαντάφυλλο και το ήπιανε όλοι μονορούφι. Της έκαψε λίγο τα σωθικά που είχαν και κάπως στεγνώσει από την αγωνία και το άγχος της. Ευτυχώς, δεν άργησε η ώρα του φαγητού.

Περάσανε κάτω από το βόρτο, με τα παρατεταγμένα βαρέλια γιομάτα κρασί και πήγανε σε ένα άλλο σπίτι κι αυτό της οικογένειας. Παλαιά, το σπίτι αποτελείτο από διάφορα μικρά σπιτάκια. Αργότερα τα γκρέμισαν κι έμεινε μόνο το μπροστινό που είναι και δίπατο και το πίσω που του είχαν κάμει κάποια ανακαίνιση.

Στρώθηκαν στην εξάγωνη τραπεζαρία. Αν κι η μεσάλα ήταν μακριά, αναγνώρισε αμέσως το στυλ «αρτ ντεκό» και υποψιάστηκε πως επρόκειτο για κάποια αντίκα, ποιος ήξερε που, πως, πότε και γιατί. Οι καρέκλες ήταν «κακοποιημένες». Είχε αφαιρεθεί από το κάθισμά τους το καναντίδι που μάλλον κάποτε τις διακοσμούσε και τη θέση του είχε πάρει ένα κομμάτι νοβοπάν καρφωμένο στο παλαιό ξύλο και από πάνου ένα λεπτό μαξιλαράκι. Ευτυχώς, το υπέροχο σκάλισμα της πλάτης, ένα απλό λουλούδι, ήταν ανέπαφο από το χρόνο ή κάποια άλλη, ανθρώπινη επέμβαση.

Εκείνη τη τραπεζαρία, αργότερα, τηνε πήρε το νιο ζευγάρι προικιό. Ήταν φερμένη από τη Μικρασία, από τη δεύτερη γυναίκα ενός μπάρμπα τους. Τους την είχε αφημένη ως κληρονομιά μαζί με μία ξύλινη, σκαλιστή κασέλα και κάποια άλλα μικροπράματα. Η θεία είχε παραπονεθεί πως επέρασε χρόνια στη φροντίδα του γέρου θείου, σε ένα σπίτι στον Πειραιά και τελικά το σπίτι το «φάγανε» κάτι μακρινά ανίψια από άλλη οικογένεια.

Τη τραπεζαρία όμως, τα παιδιά την περιποιήθηκαν. Τηνε πήγανε σε συντηρητή, τη λουστράρανε, της πετάξανε τα παλιονοβοπάν από τις καρέκλες και της βάλανε όμορφα δερμάτινα καθίσματα με μικρά στρογγυλά καρφάκια. Τηνε κάμανε κούκλα! Κι ήταν εκείνη η τραπεζαρία που χρησιμοποιήσουν στο δικό τους σπιτικό και για πρώτη και για δεύτερη. Πάνω της έφαγε κόσμος και κοσμάκης, όλα τα καλά του Χριστού! Κι εκεί εδοκιμάζανε κάθε χρόνο το νιό κρασί. Σε δαύτη εκουβεντιάζανε και τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα της οικογένειάς τους. Σε δαύτη γελάσανε και κλάψανε και τραγουδήσανε και μαλώσανε κι αγαπηθήκανε και μεθύσανε. Κι εκεί τους βρήκε ο θάνατος του πατέρα, μετά από πολλά χρόνια, Μεγαλοβδόμαδο.

Η μεσάλα λευκή κεντηνή. Κοφτό κέντημα στο χέρι. Ήξερε να το ξεχωρίζει από εκειό της μηχανής, της είχε μάθει η μάνα της κι ας μην ήξερε η ίδια να ράβει τίποτα παραπάνω από κουμπί. Τα πιατικά και τα μαχαιροπίρουνα απλά και όμορφα. Τα ποτήρια το ίδιο. Μέσα τους όμως άστραφτε ένα κρασί σαν τη λίρα τη χρυσή! Η οικογένεια, είχε παράδοση στο σπιτικό κρασί.

Στο τραπέζι κατέφθασαν οι πιατέλες με το φαγητό για να επιβεβαιωθεί η υποψία που της είχε προκαλέσει η οσμή του. Χοιρινό στο φούρνο με πατάτες. Από τα αγαπημένα της φαγιά. Τούτο όμως δεν ήταν μόνο του! Το συνόδευαν καλοψημένες φέτες κολοκυθιού και φρέσκιας τομάτας κι ήτανε ψημένο, στο φούρνο με τα ξύλα.

Αν κι η ίδια, αγαπούσε πολύ τα λαχανικά, δεν είχε σκεφτεί ποτέ της να τα βάλει με κρέας στο φούρνο! Κι αυτή η ανακάλυψη την ενθουσίασε, όχι όμως τόσο όσο την ενθουσίασε η υπέροχη γεύση του φαγητού. Ανέλυε τα υλικά στον ουρανίσκο της και ανακάλυψε πως σίγουρα η χοιρινή σπάλα είχε μαγειρευτεί στο φούρνο μαζί με λευκό κρασί.

Φάγανε κι ήπιανε πολύ κι αυτό βοήθησε τις δυο φαμίλιες να ξεκλειδωθούν και να κάτσουν πιο χαλαρά στις καρέκλες. Μετά από λίγα κιλά κρασί, άρχισαν και το τραγούδι. Ζακυθινές αρέκιες και καντάδες. Κι εκεί πεθερός και νύφη «ερωτεύθηκαν» σφόδρα, αφού κι οι δυο καλλίφωνοι, κράταγαν το σεκόντο στους υπόλοιπους που τραγουδάανε πρίμο. Κι ακόμα εκαταλάβανε, πως εκειός ο «έρως» θα κράταγε, μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος…

«Σώπα μωρέ, σώπα μωρέ τραγουδιστή, να τραγουδήσει κι άλλος. Το πόνο που ‘χω στη καρδιά, το πόνο που ‘χω στη καρδιά, να μην τον νοιώσει άλλος…» (από τα ζακυθινά λαϊκά δίστιχα, γνωστά και ως «διπλά» ή «τση φυλακής").


Η συνταγή:

Υλικά:
2 κιλά σπάλα χοιρινή
πατάτες
3 κολοκύθια μέτρια
2 τομάτες
4-5 σκελίδες σκόρδο
ένα ποτήρι του νερού λευκό κρασί
ένα ποτήρι του νερού ελαιόλαδο
2 λεμόνια
αλατοπίπερο
ρίγανη

Εκτέλεση:
Κόβουμε τη σπάλα σε φέτες, την αλατοπιπερώνουμε και την τοποθετούμε στο ταψί. Κόβουμε τις πατάτες κυδωνάτες και τα κολοκύθια σε φέτες χοντροκομμένες, στρογγυλές, τα αλατοπιπερώνουμε και τα βάζουμε γύρω από το κρέας στο ταψί. Ψιλοκόβουμε πάνω από το ταψί τα σκόρδα. Βάζουμε από πάνω τις τομάτες κομμένες λεπτές φέτες. Στύβουμε και τα λεμόνια στα υλικά, αφού έχουμε βγάλει τα κουκούτσια και περιχύνουμε με κρασί. Βάζουμε και το λάδι και στο τέλος πασπαλίζουμε λίγη ρίγανη.

Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 200 βαθμούς για περίπου 90 λεπτά. Στη διάρκεια του ψησίματος, γυρίζουμε το κρέας και τα λαχανικά, να ψηθούν και οι δυο πλευρές και να πάρουν χρώμα. Αν έχουμε την τύχη να έχουμε φούρνο με ξύλα, μετά τη μια ώρα ψησίματος, το σκεπάζουμε με ένα καπάκι το ταψί, να μην «αρπάξει» το φαγητό και το αφήνουμε άλλη μια ώρα σκεπασμένο, να βράσει ενώ έχουμε βάλει και μισό ποτήρι νερό από την αρχή.

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2008

Πάμε γι άλλες πολιτείες...


Τριών τετάρτων σήμερα το μανίκι. "Autre temps, autre moeurs", όπως λεν οι Γάλλοι. Στην ατμόσφαιρα μυρωδιά από νοτισμένο χώμα και σάπια φύλλα. Σινιάλα έναρξης μια νέας περιόδου που με φέρνει όλο και πιο κοντά σε αυτό που άλλοι, κάνουν το καλοκαίρι. Έρχεται ταξίδι!





Στους πολύβοους δρόμους, θα ήθελα ξανά να περπατήσω. Εκεί στην "Αραπιά". Να βαριανασαίνω από την υγρασία και τη σκόνη και να μ' αρέσει. Να χαζεύω ανθρώπους στο Khan-Al-Khalil και τα σύννεφα της μύγας να με κατατρέχουν. Να κοιτώ τον ποταμό με τις πολύχρωμες φελούκες για ώρες, καθισμένη στη βεράντα. Σκουρόχρωμα πρόσωπα με λευκά χαμόγελα και τεράστια μάτια, να με στοιχειώνουν μες στην χλιδή του καταλύματος κι εγώ να το αφήνω να συμβαίνει.




Στην απέραντη έρημο να ταξιδεύω. Έρημη έρημος όσο φτάνει το μάτι. Μονότονο τοπίο και τρομακτικό σαν την άγονη και αφυδατωμένη καρδιά της Soumaya που μου πούλησε χουρμάδες και φιστίκια αράπικα. Η όαση πηγή, ζωής κι ελπίδας. Το κοντράστ δυνατό. Το πιο εύφορο μέρος του κόσμου, στη μέση της πιο άγονης γης. Σαν κάποιος να τα ξερίζωσε όλα από χιλλιάδες στρέμματα και να τα μάζεχε σε μια τόση δα κουκιδίτσα του χάρτη.




Κι όταν θα γυρίσω από το ξένο καλοκαίρι, να βρω βαρύ χειμώνα θέλω, στο νησί. Ν' ανάψω τζάκι και να στρωθώ μαζί με τα χαλιά. Με ζεστά ποτά, τσιγάρα και μουσικές. Βιβλία για ανεκπλήρωτους έρωτες και χάζι στα souvenir και τις ψηφιακές φωτογραφίες στο laptop. Έχω αρχίσει να μισώ την ψηφιακή φωτογραφία. Δεν τυπώνω καμία πλέον. Όλες σε ηλεκτρονικά αρχεία. Κι αν η τεχνολογία παύσει, δεν θα 'χουμε "αναμνήσεις";



Το Ταξίδι έρχεται μα ως τότε, μπορώ να χαζεύω πιξελένιες αναμνήσεις και να συντηρώ πεισματικά στη μνήμη τις εικόνες άλλων ταξιδιών, μ' εκείνη την ενδόμυχη έπαρση: Έχω πάει εκεί!

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

Ερωτική Ιστορία Δωματίου




Κι αφού η θάλασσα, η πολυαγαπημένη, σας κρατά χωρισμένους στη μέση, θα σας χτίσω μια γέφυρα. Μια γέφυρα κλιμακωτή και κάθε σκαλί της θα είναι ένα πλήκτρο. Κάθε πλήκτρο, μια νότα μουσική. Κι όταν θα την περνά για να σε συναντήσει το tempo θα είναι χαρούμενο, forte, allegro και presto και vivace! Μα όταν θα επιστρέφει θα είναι βαρύ κι αργό, piano, pianissimo και θλιβερό σαν reqviem...

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2008

Όταν η Ντόρα συνάντησε τον Άνθρωπο Αράχνη...




Η σχολική μόδα εφέτος απαιτεί:


Για τα κορίτσια, τσάντα Ντόρα η εξευρενήτρια ή Barbie. Μαζί με τη τσάντα, απαιτείται πλήρης ανάλογη εξάρτιση αποτελούμενη από ασορτί τετράδια, μολύβια, γόμες, ξύστρες, κασετίνες, στυλό, χάρακες κλπ απαραίτητα αξεσουάρ. Στο ίδιο σετ απαιτείται να είναι και το παγούρι για το νερό καθώς και το δοχείο φαγητού, για τα μικρότερα κορίτσια.


Το κούρεμα των μικρών κοριτσιών, απαιτείται να παραπέμπει σε Emo κατάσταση, στο λίγο πιο θλιμμένο του αλλά χωρίς αποκλίσεις όσον αφορά στον όγκο. Σαν δεύτερη επιλογή, αν και δεν είναι τόσο στη μόδα, επιτρέπονται και τα trendy χτενίσματα, πάντα βάση του ανάλογου καταλόγου που κυκλοφορεί στη Σούπερ Κατερίνα και το Lipstick.


Τα ρούχα των νεαρών, θα πρέπει να είναι ανάλογα με το θέμα της τσάντας και των υπόλοιπων σχολικών ειδών ή έστω μεγάλων οίκων παιδικών ρούχων, ώστε να μην "χάνει" η γενικότερη εικόνα των μαθητριών.


Το ίδιο ισχύει και για τα παπούτσια, με ιδιαίτερη προτίμηση στα "σταράκια" και τα καρώ vans.


Για τα αγόρια, τσάντα Spiderman ή Superman ή κάποιου άλλου σούπερ ήρωα. Εξαιρούνται οι power rangers, είναι πλέον πασέ.


Για την υπόλοιπη εξάρτιση, ισχύει ό,τι και για τα κορίτσια στις αντίστοιχες πάντα μάρκες.


Για τους γονείς, απαιτείται η λήψη καταναλωτικού δανείου ώστε να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν, στο ύψος των τιμών των μαρκέ προϊόντων.


Δεν θέλω τσιγκουνιές γονείς! Δεν θα το κάνετε το παιδί κομπλεξικό! Να φοράνε όλα σταράκια κι αυτό να πάει με το προπέρσινο σχέδιο nike.


Όσοι γονείς και κηδεμόνες, δεν συμμορφωθούν με τα παραπάνω, θα καλούνται για ανάκριση από το ΙΝΚΑ.


Καλή σχολική χρονιά στα πιτσιρίκια και καλές δουλειές στα καταστήματα με σχολικά είδη καθώς και στα εμπορικά ένδυσης και υπόδησης!


Ο Σχολικός Σύμβουλος

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

Άκρατος Οίνος




Σεπτέμβρης: Το νησί έχει χαλαρώσει αρκετά. Η θάλασσα στα καλύτερά της. Τα ηλιοβασιλέματα, "γεμάτα αναμνήσεις".

Στους αμπελώνες οργασμός τρύγου και μια κρυφή αγωνία για το "γράδο". Μύρισαν οι γειτονιές μούστο. Πιο νωρίς εφέτος. Δεν έβρεξε βλέπεις!

Στα πέτρινα αλώνια, λιγοστοί λόφοι από σταφίδες, επιμένουν να λιάζονται.

Στις κατσαρόλες βράζουν μουσταλευριές και γλυκό του κουταλιού σταφύλι, με καβουρδισμένα αμύγδαλα. Πλάθω κουλουράκια, με τα δυο χεράκια κι είναι κι αυτά με μούστο.

Στα κατώγια ακούς μιλιές μέσα από τα βαρέλια, συζητούν τα νέα κρασιά μεταξύ τους, με ζωηρό γουργουρητό. Σε μεθάνε οι αναθυμιάσεις, η σπιρτάδα της αλκοόλης.

Στις τσιπουριές, πορφυρός Αυγουστιάτης μαστελάρεται, μέχρι να γίνει μαύρος. Τα Χριστούγεννα, θα ρέει γλυκά στα ποτήρια μας και θα μεθάμε με τ' άρωμα και το χρώμα του.



- Ποιο είναι το ποτό του πάθους;
- Το κρασί!
- Ποιος είναι ο χορός του πάθους;
- Το τάνγκο!
- Χορεύουμε;
- Και πίνουμε!

- Και το κρασί χορεύει στα ποτήρια...




Στο video clip, βλέπεις και ακούς τους λατρεμένους Gotan Project στο κομμάτι "Una musica brutal" από το cd τους "La revancha del tango". Και τούτη η εκδίκηση, τρώγεται καυτή, πολλή καυτή! Τους άκουγα το πρωί στο αυτοκίνητο, στη διαδρομή για το γραφείο. Έτσι, για να πάει καλά η μέρα...

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008

Play it again: Losing my religion




«Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει ματά το θάνατον». - Ιωάννης ο Δαμασκηνός.


Το ξανάπαμε; Το ξανάπαμε! Ε και; Θα το ξαναπούμε όσες φορές κι αν χρειαστεί. Μα όσες φορές κι αν είναι αυτές, ποτέ δεν θα το εμπεδώσουμε παρά μόνο την ύστατη στιγμή, λίγο πριν κλείσει τα μάτια μας, ο αιώνιος ύπνος κι αυτό, με την σχετική επιφύλαξη.


Μη μου λες να πιστέψω στο Θεό σου, σε παρακαλώ. Σε τίποτα δεν μπορώ να πιστέψω. Αν υπήρχε κάτι, δεν θα ζούσαμε όλη αυτή την αδικία γύρω μας. Τα δικά μας λάθη πληρώνουμε, συμφωνώ όμως πέσμου: ποιανού τα λάθη πληρώνει ένα μικρό παιδί που πεθαίνει από καρκίνο; Ποιανού τα λάθη πληρώνει εκείνο το παιδί που κακοποιείται και βιάζεται καθημερινά; Κι εκείνο που μένει ορφανό στα μικράτα του; Δεν υπάρχει Θεός κι ας σου ακούγεται εσένα βλασφημία.


Όχι δεν χρειάζομαι αποδείξεις για να πιστέψω. Χρειάζεται να αλλάξει ο κόσμος όλος, να γυρίσει τούμπα, να 'ρθουν τα πάνω, κάτω ώστε να είμαι σε θέση να συμφωνήσω μαζί σου. Ποιανού η πίστη δοκιμάζεται; Η δική μου πάντως όχι, είμαι άπιστη κι έτσι θέλω να παραμείνω. Κι είναι τόσο εύκολο να τα αποδίδεις όλα εκεί, στην δοκιμασία! Η τέλεια δικαιολογία.


Μην προσπαθείς να μου αλλάξεις γνώμη. Κάνε ό,τι εσύ νομίζεις για να σώσεις τη ψυχή σου. Εγώ τη θέλω έτσι, άσωτη. Να την τραβομαλάνε τα σκυλιά του Κάτω Κόσμου. Κι αν δεν υπάρχουν ούτε αυτά, άστηνε να παραδέρνει σε άλλες διαστάσεις, ψάχνοντας να βρει τη γαλήνη που ποτέ δεν θέλησε να έχει. Γιατί θα έπρεπε άλλωστε; Άσε με λοιπόν να ζήσω όπως νομίζω, μέχρι τη στιγμή που τα όρνεα θα ξεσκίσουν τις σάρκες μου και τα σκουλήκια θα γευτούν τα υπολείμματά μου. Έχω δικαίωμα! Δεν σ' ενοχλώ, μη μ' ενοχλείς!


Ευχαριστώ!

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

Οι οπαδοί του Μαζόχ & τ' άλλα τα παιδιά...


Όλη νύχτα στον ύπνο μου, πάλευα να βρω ένα κόκκινο μπλουζάκι. Είχα βγάλει όλα τα ρούχα έξω από την ντουλάπα κι έψαχνα μανιωδώς. Άφαντο το μπλουζάκι. Όταν ξύπνησα ακόμα έψαχνε το μυαλό μου να το βρει αλλά καθώς έπλενα τα δόντια μου, θυμήθηκα ότι δεν έχω κανένα κόκκινο μπλουζάκι κι ούτε ποτέ είχα.

Λίγο το όνειρο, που κατά τη γιαγιά μου σημαίνει ανακατώματα και κακές ειδήσεις, λίγο η Δευτέρα, λίγο η νύστα... πάλι άργησα να πάω στο γραφείο. Κι όχι τίποτε άλλο, είναι και 1η του μηνός Σεπτεμβρίου, του σωτήριου έτους 2008 κι αυτό είναι πολύ κακό γιατί μπορεί όλο τον μήνα να αργώ στη δουλειά ή ακόμα χειρότερα όλο το Φθινόπωρο, ή ακόμα και όλο το εξάμηνο Φθινόπωρο - Χειμώνας. Αλλά δεν είμαι προληπτική άρα δεν με νοιάζει!

Στο γραφείο, ρίχνοντας μια ματιά στις ειδήσεις, του in.gr, κι αφού δεν έχω ακόμα χωνέψει, τα νέα μέτρα για την πάταξη της φοροδιαφυγής, βεβαίως - βεβαίως, διαβάζω ότι κόβεται η πίστωση των φαρμακοποιών για χιλιάδες ασφαλισμένους του Δημοσίου, ελεύθερους επαγγελματίες, δικηγόρους κ.ά. Δεν αντέχουν πλέον την γραφειοκρατία και την χρονική υστέρηση προκειμένου να πληρωθούν τα φάρμακα που έχουν στο μεταξύ χορηγήσει, στους ασφαλισμένους. Και να που μου βγήκε τ' όνειρο!

Στο μεταξύ στη Βραζιλία, το κράτος καλύπτει τα έξοδα της επέμβασης αλλαγής φύλου, στους πολίτες του. Στη Βραζιλία που τα 3/4 του λαού, ζει σε παράγκες. Ίσως βέβαια γι' αυτό η Βραζιλία να προχώρησε σε τέτοια παροχή. Ενώ εδώ, που πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι ζούνε σε βίλες, σου λέει το κράτος, δεν χρειάζονται φαρμακευτική κάλυψη από τα ασφαλιστικά ταμεία. Κι εδώ που τα λέμε, δεν έχουν άδικο. Δεν μπορείς κυρία μου εσύ να έχεις στο σπίτι σου Φιλιππινέζα αλλά να σου πληρώνει τα φάρμακα το Δημόσιο. Βέβαια, ας μην μας κάνανε τις κρατήσεις για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και δεν θα είχαμε πρόβλημα να τα πληρώνουμε μόνοι μας.

Δεν θα αναλύσω και πάλι το πόσο χάλια είναι το ασφαλιστικό μας, ας το κάνει ο Παπαδάκης ή ο Καμπουράκης ή όποιος άλλος σε -άκης. Εμένα μ' ενδιαφέρει που μαζί με τόσους ηλίθιους που ψηφίζουν τους καραγκιόζηδες, την πληρώνουμε κι οι υπόλοιποι. Καλά που με όποιον και να κουβεντιάσεις, είναι έξω φρενών με την ακρίβεια και την οικονομία που πάει κατά διαόλου, με τα σκάνδαλα αλλά και το χτένισμα της κας. Νατάσας Καραμανλή. Φυσικά κανείς δεν λέει ανοιχτά ότι τους ψηφίζει. Όλοι παραπονιούνται, κανείς δεν είναι ευχαριστημένος και στις εκλογές, τρέχουν πρώτοι-πρώτοι να κάνουνε το καθήκον τους.

Γι 'αυτό σου λέω, αγαπητή μου Φιορούλα, δεν "είμεθα έθνος ανάδελφον", είμαστε έθνος "και πονάω και μ' αρέσει και κουνάω και τη μέση".

Άντε καλό μήνα!