Τρίτη 28 Απριλίου 2009

Ήρθε η γρίπη στην Ελλάδα!

Η Γρίπη των Χοίρων, έχει χτυπήσει την Ελλάδα εδώ και χρόνια. Αρκεί μια ματιά στα έδρανα του Κοινοβουλίου για να το διαπιστώσει κανείς, χωρίς καν να έχει ιατρικές γνώσεις.

Οι "επιστήμονες" σηκώνουν τα χέρια ψηλά σε αυτό το ιδιαίτερο φαινόμενο που εντός της Βουλής μεταλλάχθηκε με αποτέλεσμα αντί να σκοτώνει τους φορείς της γρίππης και τους άμεσα εμπλεκόμουνους, να σκοτώνει όλους τους υπόλοιπους, με ιδιαίτερη προτίμηση στα λαϊκά στρώματα, παπλώματα και κουβρ-λι.

Ωστόσο, ζωοφιλικές οργανώσεις δυσχεραίνουν του έργο της "επιστήμης" προς εύρεση του αντιδότου που θα πρέπει να χορηγηθεί στο Εκλογικό Σώμα, μπας και γυρίσει ο τροχός και δούμε επιτέλους άσπρη μέρα στη Χώρα μας.

Αλλά εμείς απτόητοι στρέφουμε το βλέμμα με αγωνία στη μεγάλη μάχη του SAKIS στη EUROVISION. Μια προσπάθεια τόνωσης της κινητής τηλεφωνίας, αφού η αποστολή sms θα σπάσει και πάλι κάθε προηγούμενο ρεκόρ.

Α...ΑΑΑ...Αψού!

Κυριακή 26 Απριλίου 2009

Σήμερα πάμε στον Άγιο Λύπιο!


Στην εθιμοτυπική επίσκεψη στο σπίτι των θείων, απόγευμα Κυριακής του Πάσχα, συνάντησα τη νόνα μου μετά από κάμποσες μέρες. Χαρούμενη ανάμεσα σε κάποια από τα παιδία της, τα εγγόνια της μα και τα δισέγγονά της, ίδια και απαράλαχτη εδώ και κάμποσα χρόνια. Λες και ο άνθρωπος, όταν γεράσει, μένει στάσιμος. Δεν αλλάζει πια.


Ευχαριστημένη που έζησε άλλο ένα Πάσχα, έκανε το σταυρό της κι έλεγε "Δόξα συ ο Θέος! Να μ'αξιώσει και του χρόνου..." Άλλες φορές πάλι, μας λέει ότι βαρέθηκε να ζει 85 χρόνια και πως θα ήθελε να πεθάνει, να πάει να βρει τον άντρα της, τον Μπάμπη. Συχνά την πειράζουμε και της λέμε πως δεν τον αφήνει ούτε πεθαμένο να ησυχάσει. Θα πάει να τον βρει για να του κάμει φαωμάρα, όπως όταν ζούσε. Κι αυτή, μια γελάει και μια θυμώνει με τα πειράγματά μας.


Βρήκα ευκαιρία να την "ξεμοναχιάσω" αφού προσφέρθηκα να την γυρίσω εγώ στο σπίτι της στο Ψήλωμα, το βραδάκι. Στη μισή διαδρομή μου ευχόταν "του Χριστού τα καλά". Στην υπόλοιπη διαδρομή, προσπάθησα να της αποσπάσω κι άλλες πληροφορίες για το πανηγύρι του Αϊ Λύπιου, που θα γίνει κι εφέτος τη Κυριακή του Θωμά.


"Τι με σταυρώνεις πάλι με τον Αϊ Λύπιο; Ούλα στα 'χω 'πωμένα!", μου φώναξε ενώ επέμενα να μου πει καμία ιστορία παλαιή από αυτή τη μέρα. "Πέσμου εσύ κι έννοια σου, θα έρθω να σε πάρω να πάμε αντάμα στο πανηγύρι!", της απάντησα μήπως και την πείσω.


"Ωωωω όλο να με σταυρώνετε θέλετε! Όπως με σταυρώνανε κι εκειά τα γλυκιάρικα τα παιδία μου όταν ήτουνα μικρουλάκια. Ούλα τα σέρναμε μαζί μας στον Αϊ Λύπιο. Σάμπως είχα πουθενά να τα αφήσω; Κι ήτανε χρεία, παιδάκι μου, να βοηθήσω το νόνο σου που έψενε. Τον μικρώνε, μωρό τον είχα μία φορά και του είχα βάλει ένα ωραίο φορεματάκι, που του το είχα πλεμένο εγώ. Απάνου στη παγκάδα το είχα ούλη μέρα.


Βλέπεις εκειές οι γαϊδούρες οι κόρες μου οι μεγάλες, εγκομενίζανε κι όλο τσι έχανα όποτε τσι χρειαζόμουνα. Εκεί που επαρισιαζότουνα η μία, νάσου έχανα την άλλη. Η μάνα σου 15 χρωνόνε, εγύρναε με τον πατέρα σου εκεί χάμου κι εκειός τση μάζωνε κοκοράκια. Εφτά πριν τα φτιάξουνε! Και μία άλλη φορά, την έβαλε οπίσω στο ποδήλατο να τηνε πάει βόρτα και μου την έφερε πίσω μπουκουνιασμένη! Τση πήρε το πόδι η αντένα τση ρόδας και τση φαε τη φτέρνα. Κι ο νόνος σου εψηνότουνα απάνου τσι φωτίες για να βγάλει μία δραμή να μας ταΐσει, τόσα στόματα.


Ποίονε να προτοεκοίταγα να σε χαρώ; Το νόνο σου; Τσι κοπέλες; Τα μωρά; Με βουρλίσανε! Και τώρα, κάνετε ένα παιδί ούλο κι ούλο και βαρυγκομάτε πως δεν αντέχετε από τη κούραση. Ορέ ξύλο που θέλτε! Κι εσύ κυρά μου, κοίτα να κάμεις κι άλλο παιδί γιατί θα τονε καταστρέψεις το γιο σου άμα τον αφήκεις μοναχό του. Τι περιμένεις; Να σε φωτίσει ο Άγιος Λύπιος;;;


Το λοιπόνε, τι ώρα θα 'ρθεις να με πάρεις τη Κυριακή; Να 'μαι έτοιμη!", τέλειωσε τη κουβέντα της και της απάντησα χαμογελαστή:


"Με' τσι δώδεκα ώρες νόνα, να 'σαι ντι πιου!"


ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, ΑΝΤΕΤΑΔΟΡΟΙ!

Τετάρτη 22 Απριλίου 2009

Η Έξοδος




Η κρίση θέλει καλοπέραση, το ξανάπαμε. Ό,τι κρίση και να είναι δηλαδή αλλά τώρα μιλάμε για την οικονομική. Αυτή που "ανάγκασε" 1.000.000 και πλέον κατοίκους της Αττικής, να μετακινηθούν εκτός αυτής. Φαίνεται δεν θα είχαν χρήματα να αγοράσουν τα απαραίτητα για το πασχαλινό τραπέζι και βγήκαν στη γύρα για να τα αναζητήσουν.

Άνοιξη είναι, τα χωράφια και οι πλαγιές καταπράσινα. Θα βρεις λίγη σαλάτα να βοσκήσεις χωρίς να την πληρώσεις. Στα βουνά, κοπάδια αρνοκάτσικα βόσκουν ελεύθερα. Μπορείς να θυσιάσεις ένα στο βωμό της πείνας σου. Στο κάτω-κάτω, αν σε πιάσουν, πες πως αμάρτησες για το παιδί σου, μέρες που είναι! Και κοτέτσια στα χωριά, γεμάτα φρέσκα αυγά ημέρας. Το αυγό δεν θα σου λείψει! Έχεις και χώρο στο 4Χ4 να τα χώσεις όλα μέσα. Και ψησταριές και τραπεζοκαθίσματα και τα παιδιά και τα σκυλιά και την πεθερά που θέλει εξοχή.

Στο νησί, άκουσα, πως είχαμε πτώση 30% από πέρυσι το Πάσχα σε αφίξεις. Εγώ πάλι είδα να γίνεται ο κακός χαμός. Δεν έπεφτε καρφίτσα πουθενά. Φαίνεται θα μάθανε πως οι δικές μας οι κότες κάνουν καλύτερα αυγά και έγινε η κάθοδος των Μυρίων. Εδώ που τα λέμε κι εδώ να μείνουνε, δεν άκουσα πουθενά να κλάπηκε αυγό στο Ζάντε, εκτός αν κρατήθηκε κρυφό για να μην ταραχτούμε αυτές τις άγιες μέρες.

Το Μ. Σάββατο το μεσημέρι, στο χωριό μας, προσπαθούσα επί ένα τέταρτο να περάσω στην απέναντι μεριά του δρόμου, να πάω ένα τσουρέκι στη θεία, αλλά στάθηκε αδύνατον λόγω κίνησης. Και στη Κατεχάκη να ήμουν, θα είχα περάσει πιο γρήγορα γιατί εκεί υπάρχει και φανάρι. Σε εμάς θα έπρεπε να υπάρχει φιλότιμο αλλά άμα έχεις να κάνεις με τον πεινασμένο επισκέπτη που έρχεται να αναζητήσει την τροφή του, εν μέσω οικονομικής κρίσης, παροπλισμένος μέσα στη mercedes του, αυτά είναι πολυτέλειες.

Με βρίσκεις υπερβολική; Προσωπικά, το χειρότερο αυτοκίνητο που είδα να τριγυρνάει στα ορεινά, ήταν το τελευταίο μοντέλο της audi. Απέδωσαν τα μέτρα της κυβέρνησης, αμέσως! Έτρεξε ο Έλληνας να πάρει αυτοκίνητο, τώρα που έπεσε στο 50% το τέλος. Αν βέβαια αύριο δεν έχει ευρώ να πάρει ψωμί, θα τρώει ζαντολάστιχα, δεν βαριέσαι;;; Το πολύ - πολύ, να του το πάρει η τράπεζα. Τουλάχιστον, για κάποιους μήνες, θα έχει κάνει το κομμάτι του στη γειτονιά αλλά και στην πασχαλινή έξοδο. Έτσι;

Κρίση, μεγάλη κρίση και στα εμπορικά του νησιού. Απούλητες έμειναν οι νυφιάτικες τουαλέτες και τα ντεπιές. Αυτά που είχαν κάτω από 200 ευρώ γιατί τα ακριβά πουλήθηκαν όλα. Δεν υπάρχει φόρεμα άνω των 200 € ούτε για δείγμα! Τουλάχιστον, αφού θα πεθάνεις από πείνα, να σε θάψουνε με ένα ακριβό φόρεμα. Μην είσαι με τα κουρέλια! Άλλωστε παρατηρήθηκε και αύξηση στην αγορά τάφων. Να είμαστε έτοιμοι για παν ενδεχόμενο!

Και μη θαρρείς πως αμφισβητώ το μέγεθος της οικονομικής κρίσης. Αυτό που αμφισβητώ με θέρμη, είναι η "αλήθεια" του Έλληνα που υποφέρει. Μα πως να μην υποφέρει; Τόσα κοψίδια έφαγε το Πάσχα!
Άντε και του χρόνου!

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

Κόκκινα Αυγά

Μεγάλη Πέμπτη και κατεβαίνω από το "βουνό" να πάω στο γραφείο. Αυτή η απόσταση -κάτι λιγότερο από 30 χιλιόμετρα- άλλες φορές μου φαίνεται ολόκληρο ταξίδι κι άλλες περνάει χωρίς να καταλάβω το για πότε έφτασα. Την Άνοιξη βέβαια, σχεδόν πάντα η διαδρομή είναι ευχάριστη, όπως σήμερα.

Με μουσικό χαλί κάτι ψιλοξεχασμένα ροκάκια που παίζει το ραδιόφωνο, συλλέγω τις εικόνες που προσπερνώ, μία-μία σαν να ήταν μπουκέτο λουλουδιών. Σήμερα, οι εικόνες είναι περισσότερες από ό,τι συνήθως. Πολλές γυναίκες -κυρίως- με τα καλά τους, οδηγούν από το χέρι τα παιδιά προς τις εκκλησίες των χωριών, για να μεταλάβουν. Τα παιδάκια συνηθισμένα από την χαλαρότητα των τελευταίων ημερών, που δεν πηγαίνουν σκολειό, με μαγουλάκια πρησμένα από τον ύπνο, ακολουθούν με τα καινούργια τους παπούτσια, δεν αντιστέκονται καθόλου.

Και να μην ξέρει κανείς το δρόμο, μπορεί να καταλάβει ότι πλησιάζει σε κάποιο χωριό αφού οι ψαλμωδίες από τις εκκλησιές, ακούγονται σε αρκετά μεγάλη απόσταση, σα να θέλουν να ειδοποιήσουν για κάτι τον περαστικό ή μπορεί και να τον προετοιμάζουν. Ίσως - ίσως, να θέλουν να τον αφυπνίσουν. Ακόμα και όλα αυτά μαζί, είναι δυνατόν να συμβαίνουν.

Παρατηρώ τους ασφαλαχτούς εκεί πριν του Καταλούπου, στα καμμένα. Όσο φαρμακερό το τσίμπημά τους, τόσο όμορφα τα άνθη τους. Σαν Σειρήνες τα άνθη σε καλούν να τα πλησιάσεις, να τα θαυμάσεις μα αν θελήσεις να τα κόψεις, θα σε τιμωρήσουν. Γιόμισε ο τόπος παπαρούνες, κοκοράκια, μαργαρίτες και εκατοντάδες αγριολούλουδα που δεν γνωρίζω τα ονόματά τους. Πανέμορφα!

Κυνηγοί που αναζητούν τα απριλιάτικα τρυγόνια, γιομίζουν τα βουνά με εξαρτίσεις και εκπαιδευμένα λαγωνικά και εμφανίζονται μέσα από τους πεύκους ξαφνικά. Όταν τελειώσει αυτή η περίοδος του παράνομου κυνηγιού, τα λαγωνικά που δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες των θηρευτών, εγκαταλείπονται και κάνουν τις δικές τους αγέλες που τριγυρνούν στο βουνό σαν φαντάσματα. Κάποια τυχερά τα περιμαζεύει κανένας ψυχοπονιάρης φιλόζωος. Άλλα πεθαίνουν από ασιτία. Κάποια άλλα τα σκοτώνουν τα αυτοκίνητα στο δρόμο. Λίγα, στην αναζήτησή τους για τροφή, επιτίθενται σε κάποιο κοτέτσι στα κοντινά χωριά και πάνε από το σμπάρο του αφέντη του σπιτιού, που πρέπει να διαφυλάξει την περιουσία του.

Στα χωριά του κάμπου κίνηση. Γυναίκες ασβεστώνουν αυλές, βιαστικά. Έχουν και να βάψουν αυγά σήμερα και να ζυμώσουν κουλούρια και τσουρέκια, για το καλό. Συν τις γεμιστές αγκινάρες με ρύζι, με τη συνοδεία του κουκιού και του μπιζιού, για να κρατήσουμε το αντέτι. Είναι πολλές οι δουλειές και πρέπει να βιαστούν! Το βράδυ εκκλησία, στα 12 Ευαγγέλια.

Κατεβαίνω το Μακρύο Καντούνι, επιτέλους. Σε λίγο φτάνω στη δουλειά. Μια γυναίκα με σατέν πυζάμες, παλεύει να διώξει και το τελευταίο ξερό φύλλο από το πεζοδρόμιό της. Εκείνο αρνείται πεισματικά. Πάει λίγο παρακάτω αλλά επιστρέφει με ένα αεράκι στην αρχική του θέση. Σκύβει και το αρπάζει με το χέρι. Κι εκείνο χάνεται στη σακούλα σκουπιδιών.

Αναζητώ μια θέση στάθμευσης για τουλάχιστον ένα τέταρτο. Κίνηση παντού. Οι επισκέπτες του νησιού άρχισαν να καταφθάνουν. Από χθες με καλούν φίλοι και συγγενείς που κατέβηκαν για Πάσχα, να βρεθούμε. Θα ήθελα όλους να τους δω. Κίνηση. Κάποιοι από τους νοικοκυραίους, κάνουν τα ψώνια του Πάσχα. Η μισοπεθαμένη αγορά, αποκτά πάλι ζωηρό σφυγμό. Από βδομάδα, θα επιστρέψουμε στους γνωστούς ρυθμούς. Κίνηση, φασαρία και βιάση. Δεν μ' ενοχλεί, αρκεί να βρω κάπου να παρκάρω. Και βρίσκω τελικά.

Ανεβαίνω τα σκαλιά του γραφείου και σκέφτομαι : να μην ξεχάσω να πάρω βαφές αυγών. Ο μικρός μας μου έδωσε παραγγελία: "Μαμά, μόνο κόκκινα αυγά! Για να συμβολίζουν το αίμα του Χριστούλη, είπε η κυρία."

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Βαγιώνε


Βαγιώνε πάλι. Άλλη μια χρονιά πέρασε αστραπή και μας φόρτωσε με τα καλά και τα κακά της.

Βγαίνω στην πίσω αυλή να φέρω λεμόνια για την αλιάδα. Ο ήλιος εκτυφλωτικός, κάνει τα μάτια μου να κλαίνε, είναι και αυτή η αλλεργία στην γύρη που με έχει ταράξει. Παρότι απ' τα μεγάφωνα της εκκλησίας ακούγονται δυνατά οι ψαλμοί, μπορώ να διακρίνω το μανιασμένο χτύπημα του μουρταριού, που βγαίνει από το σπίτι της Νιόνιας. Στέκομαι και αφουγκράζομαι καλύτερα. Και από το σπίτι του Λάμπρου ακούγονται φωνές και ένας ρυθμικός χτύπος. Η θεία Μπούλα μαζώνει κάτι ρούχα και παραλογάει ότι δεν της έδωσε καλό μπακαλάο ο μπακάλης.

Στέκομαι με τα λεμόνια στα χέρια και χαζεύω τις αυλές, με τις μαργαρίτες και τα φρεσκο-οργωμένα ορδίνια για τα κηπευτικά τα καλοκαιρνά, πλέον. Μου φαίνεται πως για μια στιγμή τα μουρταρόχερα συντονίζονται και όλα μαζί βαστάνε το ίσο στο τροπάριο της σοφίας. Ο ήλιος καυτός, μου φέρνει μια γλυκειά ζαλάδα. Κλείνω τα μάτια μου και γυρίζω πίσω, στα Πάσχα των παιδικών χρόνων στο Ψήλωμα. Στα Πάσχα, στο πατρικό στις Βαρρές. Κι ένα χαμόγελο που συναγωνίζεται σε ζέστα και τον ήλιο, αναδύεται από τα βάθη της ψυχής μου στο πρόσωπό μου. Γιατί αυτό είναι το Πάσχα, ανάσταση του Θεανθρώπου μα και προσωπική του καθενός.

Βάζω τις σωστές αναλογίες στο μίξερ και όχι παραδοσιακά στο μουρτάρι. Δεν έχω την υπομονή να χτυπάω την αλιάδα μέχρι να γίνει κόρδα, που λέει κι η νόνα μου. Η τεχνολογία μας έλυσε τα χέρια και σε αυτό. Το βάζω πρώτα στο αργό, να σπάσει η πατάτα και μετά στο πιο γρήγορο. Τη δοκιμάζω, θέλει λίγο λεμόνι ακόμα. Μας αρέσει να "ακούγεται" πολύ το λεμόνι. Και το σκόρδο όσο πρέπει. Να μην πετάς καρούλες από το κάψιμο αλλά να το ακούς, να μην είναι τέλεια αχαμνή.

Κολλάει το βλέμμα μου στο μείγμα που στροβιλίζεται στο διάφανο μπωλ. Μεγαλοβδμόμαδο μπαίνει. Πέρυσι Μ. Τρίτη έφυγε από κοντά μας ο Πατέρας, χθες του κάμαμε το χρόνο. Και ήμαστε όλοι μαζί, όπως θα το ήθελε. Κρίμα που δεν είναι μαζί μας να φάει μπακαλιάρο και σκορδαλιά, ήταν από τα αγαπημένα του φαγιά. Αν υπάρχει παράδεισος για έναν τέτοιο καλοφαγά, σίγουρα θα έχει βουνά από μαγειρεμένους μπακαλιάρους, γίδα σάλτσα και χοιρινό στο φούρνο με πατάτες. Και ποτάμια καλό κρασί, να ρέουν ασταμάτητα.

Βαγιώνε σήμερα, πλησιάζει το Πάσχα και εγώ όπως τόσοι άλλοι προσδοκώ. Προσδοκώ Ανάσταση νεκρών και ζωντανών.
Στη φωτογραφία, χειροποίητο μουρτάρι από Γυριώτη μάστορα, προικιό του συντρόφου μου. Έχει σκαλισμένο το έτος κατασκευής του: 1950.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

Closed Zone

Ένα φιλμάκι κινουμένων σχεδίων, λίγων μόλις δευτερολέπτων, του Εβραίου σκηνοθέτη Γιόνι Γκούντμαν. Στο Closed Zone, όπως ονομάζεται η ταινία, ο σκηνοθέτης προσπαθεί -βάζοντας ένα παιδί να κυνηγάει μάταια ένα πουλί- να περιγράψει την κατάσταση στη Λωρίδα της Γάζας. Το αν το καταφέρνει, έχει να κάνει με την κρίση του καθενός μας. Το φιλμ πάντως, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στο Ισραήλ.


Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

Επιστροφή

Βγαίνοντας σιγά - σιγά από μια νέα περίοδο ταβανοθεραπείας, κοιτάω πίσω τα διάσπαρτα κομμάτια μου μα δεν μαζεύω τίποτα. Τα αφήνω χάμου. Δεν θέλω τίποτα πια να με βαραίνει. Αρκετά!

Καθώς μετρούσα τις σανίδες, εκείνες που χιλιάδες φορές έχω ήδη μετρήσει, είχα την αίσθηση ότι είμαι κομπάρσος σε εκείνη τη παλιά, φουτουριστική, ξένη τηλεοπτική σειρά -δεν θυμάμαι τίτλο- όπου οι άνθρωποι αντί για ονόματα είχαν αριθμούς, ζούσαν σε υπερσύγχρονα σπίτια - κελιά και αποτελούσαν μέρος ενός μεγάλου επιστημονικού πειράματος.

Σύμφωνα με το σενάριο, αν κάποιος προσπαθούσε να δραπετεύσει από αυτό το μέρος, ερχόταν μια τεράστια φούσκα και αφού τον εγκλώβιζε στο εσωτερικό της, τον μετέφερε πίσω στη βάση του. Έτσι ήταν αδύνατον να ξεφύγει κανείς από εκεί. Έτσι ήταν αδύνατον να ξεφύγω κι εγώ από την ταβανοσκόπηση.

Δεν μ' αρέσει. Σε κανέναν δεν αρέσει και ούτε είναι κάτι που το επιλέγει κάποιος. Το έχεις ή δεν το έχεις. Όπως ο οποιοσδήποτε μπορεί να έχει για παράδειγμα, ταλέντο στη ζωγραφική ή χάρισμα στο να διηγείται ιστορίες σε κοινό. Το έχεις ή δεν το έχεις.

Διορθώνεται, θα σου πουν οι ειδικοί. Κουκουλώνεται, θα σου πω εγώ αλλά μπορεί να κάνω λάθος. Δεν ξέρω. Κάνω υπομονή. Όλοι γύρω μου κάνουν υπομονή και με φροντίζουν. Άλλοι δεν κατανοούν δεν μπορούν και δεν θέλουν να κάνουν υπομονή. Τους καταλαβαίνω. Κανέναν δεν κατηγορώ. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος για τίποτα.

Λυπάμαι αν απογοητεύω ανθρώπους που πιστεύουν σε εμένα. Είναι κι αυτό ένα κάποιο χάρισμα. Ξεκινώ πάντα με τις καλύτερες προθέσεις, στο δρόμο όμως το χάνω. Λυπάμαι, συγγνώμη... Φταίει κι εκείνη η ορμόνη που λείπει. Φταίει το μυαλό μου που σκέφτεται συνέχεια, χωρίς σταματημό. Κάτι φταίει, όχι Εγώ!

Στην αυριανή προγραμματισμένη παρουσίαση του βιβλίου μου, δεν θα παραβρεθώ για λόγους υγείας. Ευχαριστώ ξανά τον κ. Διονύση Βίτσο για την ευκαιρία που μου έδωσε, την Amstel και την Action Direct. Ως τελευταία παρουσίαση των City Stories, θα γίνει ένα μεγάλο πάρτι και θα είναι εκεί σχεδόν όλοι οι άλλοι συμμετέχοντες γι' αυτό να πάτε, να τους γνωρίσετε, να πάρετε βιβλία και να πιείτε και καμιά μπίρα στην υγειά μου. Είναι όλοι εξαιρετικοί!
Θερμές ευχαριστίες και σε όλους τους φίλους που ενδιαφέρθηκαν.
Μια μεγάλη συγγνώμη σε όλους!

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Στου φεγγαριού το τάσι...


Εκείνη τη περίοδο, ήμασταν όλοι επηρεασμένοι από το βιβλίο του Γ. Σεφέρη “Έξι νύχτες στην Ακρόπολη”. Φευγάτοι, ήδη, από τη μικρή κοινωνία που μας μεγάλωσε, άλλος εδώ κι άλλος παραπέρα. Καλοκαίρι όμως πάλι μαζί, στον ίδιο παρανομαστή.


Σαν αστείο ξεκίνησαν οι “βραδιές ποίησης και φιλοσοφίας”. Σαν αστείο συνεχίστηκαν. Σαν αστείο, δεν έμειναν μέσα μας. Όχι τώρα, μετά από τόσα χρόνια.


Ο φεγγαρολουσμένος Λόφος του Στράνη, πάντα φιλόξενος. Έτοιμος να περιθάλψει τις εσωτερικές μας ανησυχίες. Ανησυχίες προς πάσα κατεύθυνση. Μόνο μία ανησυχία αντιστεκόταν -σθεναρά τότε- και την έλεγαν θάνατο. Πιστεύαμε πως δεν μας αφορούσε.


Ανεβαίναμε το πλακόστρωτο με ζωηρά, χαρούμενα βήματα. Κουβαλάγαμε όλα τα σύνεργα: βιβλία, κιθάρες, νερά, τσιγάρα. Κάποιες φορές και σουβλάκια και μπίρες. Καλή η τροφή του πνεύματος αλλά και τα στομάχια μουγκρίζανε.


Το μικρό αμφιθέατρο του Λόφου, είχε γίνει δικό μας. Θυμάμαι τους φίλους να διαβάζουν λυρική ποίηση του Κάλβου και τα σκυλιά από το διπλανό σπίτι να θέλουν να τους ξεσκίσουν.


Με κάλεσαν ένα βράδυ να παρουσιαστώ στη σκηνή. Παρουσιάστηκα χωρίς δεύτερη κουβέντα. Έκατσα κάτω οκλαδόν και κάπνιζα. Πέρασαν κάποια λεπτά σιωπής, ώσπου ένας φίλος ρώτησε που είχα το βιβλίο μου.


“Δεν έχω βιβλίο σήμερα!”, αποκρίθηκα.

“Και τι θα κάμεις; Θα κάθεσαι να καπνίζεις κι εμείς να σε κοιτάμε;”

“Ε, αφού δεν είμαι ευχάριστο θέαμα κι αφού δεν μπορείτε να κάτσετε χωρίς να κάνετε τίποτα, απλά να υπάρχετε… Θα σας τραγουδήσω…”, τους είπα χαμογελώντας κι οι φίλοι άρχισαν να γελάνε και να μου πετάνε άδεια τενεκεδάκια από μπίρες.

Εγώ, απτόητη! Άρχισα να τραγουδάω : “ Τέσσερα πόδια δυνατά και μια κουτσή κιθάρα, να ‘χαμε τώρα δυο τσιγάρα και δύο για μετά…”


Δεν άκουγαν. Μιλάγανε μεταξύ τους, γελάγανε, με χλευάζανε, μου φωνάζανε να σταματήσω γιατί θα εξαγριώσω τα σκυλιά του γείτονα. Εγώ τίποτα. Δεν τους άκουγα. Συνέχιζα: “Θα ‘ταν ο κόσμος μαγικός, παράδεισος η πλάση, στου φεγγαριού το τάσι, καφές βαρύ γλυκός…”


Και άκουσαν. Κόπασε ο σαματάς. Έκατσαν πίσω, χαλαροί, πίνοντας μπίρα κι άκουγαν. Το τελευταίο ρεφρέν το είπαμε όλοι μαζί χορωδιακά και τα σκυλιά δεν έβγαλαν άχνα.


Έτσι οι “βραδιές ποίησης” μπήκαν σε άλλη τροχιά. Γύρω από το μνημείο της Ελευθερίας, καθισμένοι οκλαδόν ή στο μουράγιο δίπλα – δίπλα, χειροπιασμένοι να τραγουδάμε : “… απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας…” και τα πόδια μας να αιωρούνται πάνω από τα λιοστάσια του κάμπου.


Ζαλισμένοι από τις μπίρες να αναρωτιόμαστε αν θα μπορούσαν να μας ακούσουν στο Μεσολόγγι, όπως ο Σολωμός από το ίδιο σημείο που καθόμασταν, μπόρεσε κι άκουσε (;) τα κανόνια του Μεσολογγίου κι έγραψε τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους” και τον “Ύμνον εις στην Ελευθερίαν”.


Και μετά; Χαθήκαμε ξανά, στις Πόλεις…

Τρίτη 17 Μαρτίου 2009

Καθαρή στα ατού... χρυσή μου!


Συζητάμε με φίλες για την κρίση, τρώγοντας φρέσκο μπακλαβά και παίζοντας μπιρίμπα. Αυτήν που πριν λίγους μήνες ακούγαμε και δεν βλέπαμε. Ε, τώρα την βλέπουμε. Είναι πραγματική.

Έχει και τα καλά της η κρίση. Δεν αγοράζουμε πλέον με την ίδια ευκολία ό,τι βρούμε μπροστά μας, στο super market. Δεν χρησιμοποιούμε εύκολα τις πιστωτικές κάρτες. Δεν ψωνίζουμε μαλακιούλες από το τηλεμάρκετινγκ. Όσο να πεις, σε βάζει σε μία κάποια τάξη η κρίση.

Δεν τη φοβάμαι. Να με συμπαθάτε. Δεν έχω κάτι να χάσω. Κι έχω και κήπο στον οποίο μεγαλώνω μαρουλάκια και κουνουπίδια. Το μόνο που θα μου λείψει, είναι το ταξίδι αναψυχής μάλλον. Υποθέτω πως αν φτάσουμε σε σημείο να έχουμε βιοποριστικό πρόβλημα, ε δεν θα μας περισσεύουν και για "παραθερισμό". Αρνούμαι να πω "όσο ταξίδεψες, ταξίδεψες, πορεύσου με τις αναμνήσεις και τα σουβενίρ σου τώρα". Η ελπίδα άλλωστε, πεθαίνει τελευταία.

Ομολογουμένως, αυτή η γενική έλλειψη "ρευστότητας" στην αγορά τα κάνει όλα πολύ δυσκίνητα. Ζούμε τη Βραδύτητα και δεν εννοώ εκείνη του Μίλαν. Νοιώθω να πλημμυρίζει τις πόλεις μας ένα πηχτό υγρό. Θέλω να τρέξω να πάω γρήγορα μπροστά αλλά κάτι με φρενάρει. Πιάνονται οι σόλες μου σε μια κολλώδη μεμβράνη. Σηκώνω το πόδι με δυσκολία και κάνω έτσι μικρά βήματα. Ανησυχώ φορές, μήπως το πηχτό υγρό στερεοποιηθεί και με ακινητοποιήσει για πάντα. Για πάντα; Δεν υπάρχει για πάντα!

Το καλοκαίρι πλησιάζει και τα μηνύματα για τον τουρισμό είναι δυσοίωνα. Δεν πειράζει κορίτσια! Θα ζήσουμε και με τα λιγότερα, είναι σίγουρο. Ένα μόνο δεν θ' αντέξω να το ξέρεις: μην βγει κανένας νέος Καζαντζίδης και μου τραγουδήσει τραγούδια της ξενιτιάς!

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

Λευτεριά στο Κολωνάκι!


Αφού το Κράτος, θέλει να κατευνάσει τα πνεύματα στο Κολωνάκι, γιατί επιτρέπει στον Σόμπολο να κάνει ρεπορτάζ; Δεν καταλαβαίνουν πως εξαγριώνεται ο κόσμος; Ακόμα κι εγώ που είμαι κατά της βίας, όταν τον βλέπω στο δελτίο ειδήσεων, θέλω να σπάσω την τηλεόραση. Άλλοι, όταν τον βλέπουν, σπάνε βιτρίνες...


Ας πήγαινε τουλάχιστον ο Γκιουλέκας που με την ελιά στο μάγουλο, δηλώνει ένα κάποιο κύρος... όπως και να το κάνεις!


(Στη φωτογραφία: Κολωνάκι πορτοκαλί από PVC, ανθεκτικό στα χτυπήματα και στα ρεπορτάζ)

Υπάρχουν;


Τους είδα από μακριά να λιάζονται πάνω στους βράχους. Κάποιος μηχανισμός ορθολογισμού, βρήκε τη δύναμη και λειτούργησε, σε αντίθεση με άλλες βασικές μου λειτουργίες που αδρανούσαν, και μ' έκανε να σκεφτώ πως δεν ήταν δυνατόν να συμβαίνει αυτό!

Αποφάσισα να πάω πιο κοντά, από ένα υπόγειο μονοπάτι που πέρναγε και μέσα από ένα χώρο τύπου καφενείου αλλά δεν σταμάτησα για καφέ. Πλησιάζοντας πιο κοντά, μέσα από ένα μικρό άνοιγμα τους είδα πάλι ολοκάθαρα. Πρόλαβα και τους φωτογράφισα κιόλας! Δεν ξέρω πως βρέθηκε η φωτογραφική μηχανή στα χέρια μου. Κι όταν τελικά βγήκα πάνω στου βράχους, βρέθηκα σε απόσταση αναπνοής δίπλα τους.

Άρχισα να τους φωτογραφίζω σαν τρελή κι εκείνοι άρχισαν να πηδούν ένας - ένας στη θάλασσα. Θα ήταν γύρω στους 20 όλοι μαζί και ήταν πανέμορφοι! Κι εκεί, που καθόμουν και τους χάζευα, να τσαλαβουτούν στα ζεστά -γι 'αυτούς- νερά, οι όμορφοι αυτοκρατορικοί πιγκουίνοι εξαφανίστηκαν... στο άκουσμα του ήχου του ρολογιού. Το ξυπνητήρι που με ειδοποιούσε πως ήταν ώρα για την αντιβίωση. Πάνε οι πιγκουίνοι, πάνε τα βράχια, πάει η θάλασσα, πάει το όνειρο.

Υπάρχουν όμως πιγκουίνοι στον Λιμνιώνα; Υπάρχουν, θα σου έλεγα. Άμα πέφτεις σε λήθαργο από τον πυρετό. Τα πάντα είναι εφικτά!

Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

Μια ιστορία του νόνου μου



Για την Χαρά Θ. που τις αρέσουν οι παλαιές ιστορίες


"Βάρει να παίξουμε μία κοντσίνα, σώνει τηλόραση ούλη την ώρα", με κάλεσε ο νόνος μου κι εγώ βαριεστημένη επήγα κοντά του να παίξουμε. Να του κάμω το χατήρι. Επαίζαμε κοντσίνα κάθε απόγιομα, μετά τον μπούρμπουλα που έπαιρνε καθιστός στην καρέκλα με το κεφάλι ακουμπισμένο στα χέρια του, απάνου στο τραπέζι. Με έκλεβε στο μέτρημα κομμάτι αλλά έκανα πως δεν εκαταλάβαινα για να μην του χαλάσω την καρδιά. Σάμπως και τώρα που μεγάλωσα, έτσι δεν κάνω; Δεν μεροληπτώ υπέρ των αγαπημένων μου; Δεν αβαντάρω εφτούς που συμπαθώ; Ποίος έχασε την αντικειμενικότητά του για να την έβρω εγώ;

"Θα παίξουμε μία αλλά μετά θα μου πεις μία ιστορία, για τότε που ανέβαινες στα βουνά με το άλογο, για να βρεις ζωντανά." Εσυμφωνήσαμε και στρωθήκαμε στην τσόχα. Ήταν παλαιός παίχτης, δεν έπαιζε χωρίς τσόχα στο τραπέζι, για να γλιστράει καλύτερα η τράπουλα. Φυσικά και έχασα αλλά καθόλου δεν με ένοιαζε. Το μυαλό μου το είχα στην ιστορία που θα έπαιρνα ρεγάλο. Μία από εκειές τις ιστορίες που με στοίχειωναν τα βράδια - μικρό παιδί- και δεν με άφηναν να κοιμηθώ. Από εκειές που έφερναν στην κάμαρά μου αερικά, δαιμονικά και στοιχειά σαν το βόιδι τση Ντούσενας.

Επήρε τα χαρτιά στα χέρια και γύρισε ένα φύλλο. "Έντηνέ, ντάμα πίκα! Ξέρεις τι βρώμα είναι εφτούνη; Ο Θέος να σε φυλάει! Το λοιπό, ξέρω ποια ιστορία θα σου πω αλλά φέρε μου κομμάτι νερό να έχω έδω πα κοντά μου, όπου να 'ναι θε να πιω την μπάλλα του ζαχάρου." Του έφερα το νερό και στρώθηκα δίπλα του ν' ακούσω επιτέλους. Άρχισε την αφήγηση...

Που λες παιδάκι μου, επήγαινα ένα βράδυ στη Λούχα, παραμονές Λαμπρής ήτουνα και επήγαινα για κάτι αρνοκάτσικα. Είχα και κάτι κουμπάρους εκεί, θα έμενα το βράδυ και το πρωί θα έκανα τη δουλειά μου και θα γύρναγα οπίσω. Ανέβαινα από το Μαχαιράδο κι έδε κει στου Καταλούπου, μου σταματάει το άλογο. Ορέ ναααα, του έλεγα. Τίποτα εφτό. Έκανε συνέχεια οπίσω. Νααα ορέ ναααααα, του έλεγα εγώ. Τίποτα εφτό. Ξέρεις παιδάκι μου, τα άλογα είναι αλαφροίσκιωτα, ούλα τα γλέπουνε. Ούλα που εμείς δεν γλέπουμε και δε νογάμε. Πίσσα σκοτάδι ήτουνα, εγώ μονάχος μου, εμαλινάρισα, ψέματα να σου πω; Ξεκαβαληκεύω το άλογο, το πιάνω από την καπιστράνα και το τράβαγα να προχωρήσει ομπροστά. Τίποτα εφτό. Μουλάρι ίδιο! Πάω οπίσω του και τι να ειδώ; Η ουρά του πλεμένη πλεξούδα τόση εεε χοντρή! Να μα το Άγιο Λείψανο! Εγώ δεν του την είχα πλεμένη και ούτε που εφύγαμε από τη Χώρα ήτουνα. Έδε κει είχε γένει. Τηνε πιάνω, τηνε λύνω, έκαμα και το σταυρό μου και καβαλήκεψα αντακάπου. Να ορέεεε, τίποτα το άλογο! Ήτουνα τσιλωμένο, αλαφιασμένο, το έγλεπα! Τόμου είδα κι αποείδα, κατεβαίνω και του δίνω μία δυνατή στα καπούλια. Τίποτα εφτό. Δεν επήγαινε ρούπι. Τότε εθυμήθηκα τη μάνα μου τη συγχωρεμένη που μου έλεγε άμα μου τυχαίνουνε τέτοια πράματα να ανάβω τσιγάρο να φεύγει το κακό μακρύα. Άναψα το λοιπό αμέσως το τσιγάρο και εφουμάριζα. Κάνω πίσω να δω την ουρά του αλόγου, τι να ειδώ;;; Αντακάπου πλεμένη πλεξούδα! Πριν πέντε λεφτά την είχα λύσει! Να μα τον Άγιο, άμα σου λέω ψέματα παιδάκι μου. Μου έπεσε το τσιγάρο από το στόμα! Το σήκωσα από χάμου και συνέχισα να φουμάρω. Σε μία δόση, μες στη σιγαλιά κάτι άκουγα. Εκράτησα και την ανάσα μου να καταλάβω τι είναι. Ακουότανε σαν αλυσίδες που τσι σέρνεις χάμου. Ο Άγιε μου Διονύσιε και Αγία μου Μαύρα, βοήθα με, εσκέφτηκα. Το άλογο να κάνει το μουρλό, να χλιμιντράει και να σηκώνεται στα πισινά του. Εσκέφτηκα ότι έδε κει θα άφηνα τα κόκκαλά μου, ό,τι θα με παίρνανε οι διαόλοι. Κάνω έτσι προς τη Χώρα και γλέπω, εεε μα τον Άγιο παιδάκι μου ανατριχίλα έχω που το θυμάμαι, ένα σκυλί μεγάλο σαν γαϊδούρι. Μαύρο και λυσσασμένο, να σέρνει κάτι αλυσίδες τόσες ε χοντρές. Τα μάτια μου επετάανε φωτιές κι ερχότουν απάνου μου. Έκαμα το σταυρό μου, είπα και το Πάτερ Ημών τρεις φορές, έπεσα στα γόνατα και επαρακάλαγα τον Άγιο να με ξελυτρώσει από το δαιμονικό. Το άλογο να βαρεί κλωτσίες τον άερα, να καίεται η σφαίρα σου λέω! Τελικά έφυγε ο όξω από δω και μακρία. Με ξελύτρωσε ο Άγιος μας! Επήγα την άλλη μέρα και άναψα τόρτσα στην χάρη του. Όμως παιδάκι μου, να με πιστέψεις, εμαλινάρισα ο δόλιος. Επήγε να μου φύγει η ψυχή! Ξημερώματα έφτασα στη Λούχα με ούλα εφτούνα! Αμέσως μου βάλανε να κολατσήσω και ήπια γύρευε πόσο κρασί να έρθω να σταλωθώ. Ασ' την κουβέντα παιδάκι μου. Ξέρεις τι έχω περασμένο;;;... Ασ' τα! Έλα να παίξουμε άλλη μια, να χαρείς!

Τόση ώρα τον άκουγα σιωπηλή. Δεν ήμουν πάνω από 12 χρονών. Εκείνο το βράδυ πάλι δεν εκοιμήθηκα. Ούλη νύχτα τα σκυλιά με τσι αλυσίδες με κυνηγάγανε και μου κάνανε τα ρούχα μπουκούνια...

(Η ιστορία αυτή έχει δημοσιευθεί στο ΡΑΠΟΡΤΟ)

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Ο Ανεπιθύμητος Επισκέπτης


Βράδυ Παρασκευής, κάποιος χτύπησε τη πόρτα του σπιτιού μας και δεν ήταν ο βοριάς. Άνοιξα νωχελικά, αφού είχα περάσει δυο ώρες δίπλα στο τζάκι διαβάζοντας το "Δεκαήμερον" του Βοκάκιου και τον αντίκρισα. Ήταν ψηλός, μελαχρινός με μαύρο, σκοτεινό βλέμμα που πέταγε σπίθες. Ήταν, χωρίς αμφιβολία, καυτός!

Δεν πρόλαβα καν να τον καλησπερίσω, με παραμέρισε και πέρασε στο καθιστικό φουριόζος. Βολεύτηκε στον καναπέ απέναντι από την εστία και δεν φαινόταν διατεθειμένος να φύγει σύντομα ούτε όμως και να ξεκινήσει κάποιο θέμα συζήτησης. Ο μικρός μας, αμέσως μόλις τον είδε έσπευσε να κάτσει στην αγκαλιά του και σαν να είδα ένα χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη, του παράξενου επισκέπτη καθώς έσκυβε και φιλούσε το μέτωπο του παιδιού.

Κυριακή μεσημέρι κι ακόμα δεν έχει φύγει από το σπίτι μας. Τριγυρίζει από δωμάτιο σε δωμάτιο και ξεστομίζει φλόγες. Άδειασε όλα μας σχεδόν τα αποθέματα σε νερό και σε υπομονή. Μια τον παρακαλώ να φύγει και μια τον απειλώ, ματαίως. Είπε ότι περνάει καλά με το μικρό μας και δεν σκοπεύει να φύγει, μέσα στα επόμενα εικοσιτετράωρα. Τον κερνάω κάθε τέσσερις ώρες παρακεταμόλη, μήπως και αποφασίσει να πάει στα τσακίδια αλλά δείχνει απλά να την απολαμβάνει κι αυτήν.

Στιγμές μας ξεγελάει και κρύβεται στη σοφίτα. Ούτε το θερμόμετρο δεν τον παίρνει χαμπάρι. Κι εκεί, που λέμε "έφυγε επιτέλους!", στέλνει τα ρίγη του και το ρίχνει το παιδί ανάσκελα, να χαζεύει το ταβάνι, με την δροσερή παρέα της κομπρέσας που μέσα σε δευτερόλεπτα αχνίζει στο κούτελο.

Τι ήθελα και άνοιξα τη πόρτα; Μου το έλεγε η μάνα μου όταν ήμουν μικρή, να ρωτάω ποιος είναι. Τίποτα εγώ εκεί! Να ανοίγω στον οποιονδήποτε. Ακόμα και σ' αυτόν, τον κύριο Πυρετό και τώρα να, μας θρονιάστηκε κι άντε να δούμε, πότε επιτέλους θα φύγει από 'δω μέσα...

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

Στάσου, θέλει να σου δώσει 'μύγδαλα!


Θα σου πω για την Ολίβια, που είναι αγάπη γλυκειά και λατρεμένη. Έχει έναν μαλλιαρό σκύλο που τον λένε Όλιβερ και είναι (γ)κριφό(ν) κανίς, αλλά και πρωτοξάδερφος του Ιντεφίξ (idée fixe). Όταν τον βγάζει βόλτα στην Αθήνα, όλα τα σκυλιά της Αττικής κρύβονται στα σπίτια τους, από την ομορφιά του!

Η Ολίβια έχει σχέση μ' ένα αγόρι όμορφο. Πιο όμορφο και από τον Όλιβερ. Η μαμά του -του αγοριού- έχει κτήμα με αμυγδαλιές. Πολλές αμυγδαλιές. Πάρα πολλές αμυγδαλιές. Τις στέλνει για να φτιάξει σουμάδα αλλά εκείνη είναι ανεπρόκοπη και δεν ξέρει. Τα προωθεί με το ΚΤΕΛ στη μαμά της στη Ζάκυνθο. Τα βλέπει κι ο πατέρας τα αμύγδαλα να πηγαίνουν και να έρχονται και ρωτάει με την γνωστή πατρική αγωνία, την Ολίβια: "Αμύγδαλα έρχονται αβέρτα, εσύ παιδάκι μου τι θα κάμεις με τη ζωή σου;".

Το ίδιο βέβαια αναρωτιέται και εκείνη. Είναι χρόνια με αυτό το αγόρι -με τα μάτια τα μελιά- και πλέον η κατάσταση έχει φτάσει στο μινόρε. Δεν ξέρει κανείς να πει με βεβαιότητα αν είναι μαζί από συνήθεια ή από αγάπη. Μπορεί να συμβαίνουν και τα δύο, φυσικά. Η Ολίβια όμως, πρέπει πλέον να αποφασίσει αν θα περάσει στο επόμενο στάδιο που λέγεται "έγγαμος βίος" ή θα κάμει το μπραφ και θα πάει σε κάνα Λονδίνο πάλι, να χτυπήσει κι ένα δεύτερο μεταπτυχιακό, να 'χει να πορεύεται. Όπως και να το κάνεις, ένα μεταπτυχιακό, πάντα σε βγάζει από το αδιέξοδο της ζωής.

Το αδιέξοδο της ζωής της Ολίβια βέβαια, έχει να κάμει και με το γεγονός ότι οι γονείς της, δεν δέχονται πλέον να παραλάβουν τα αμύγδαλα. Εγκόσανε οι άνθρωποι! Της δώσανε λοιπόν τελεσίγραφο: "όχι άλλα 'μύγδαλα!". Τι να έκανε κι εκείνη; Δεν θα μπορούσε να στείλει τα αμύγδαλα πίσω, στη δυνητική πεθερά. Άρχισε να τα χώνει στα ντουλάπια της κουζίνας της, στο πατάρι, στην αποθήκη, μέσα στη μπανιέρα ακόμα και μέσα στο πλυντήριο, ώσπου ξεχείλισαν τα πάντα και κόντεψαν να την πνίξουν.

Ευτυχώς που έχει σπλαχνικούς γείτονες και την φιλοξενούν τα βράδια. Είναι αδύνατον πλέον να μπει μέσα στο διαμέρισμά της. Άλλωστε, υπάρχει ο φόβος αν ανοίξει τη πόρτα, να πλημμυρίσει όχι μόνο η πολυκατοικία αλλά και ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο στη περιοχή γνωστού ξενοδοχείου, που δεν αναφέρω ώστε να μην θεωρηθεί προπαγάνδα.

Δεδομένης της κατάστασης λοιπόν, και μετά από σχετικό αίτημα των κατοίκων της περιοχής, καλείται η φίλη Ολίβια να αποφασίσει πάραυτα για το μέλλον της και το μέλλον τους: θα μάθει να φτιάχνει την πολυπόθητη σουμάδα ή θα τρέξει στα χωράφια -ως άλλη Άναμπελ- στο κάλεσμα του "βοσκού" : "Στάσου 'μύγδαλα!";;; Ίδωμεν...





Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Πρόσκληση για Λογοτεχνία, Μπίρα & Blogging


Έξι bloggers γράφουν για την Αθήνα


Έξι bloggers με συγγραφικό ταλέντο ανακάλυψαν οι

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ/ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΒΙΤΣΟΣ μέσα από το internet. Και τους ανέθεσαν να γράψουν ο καθένας μια ιστορία για την Αθήνα. Τις έξι αυτές διασκεδαστικές ιστορίες εξέδωσαν σε ισάριθμα βιβλία εικονογραφημένα από τον ζωγράφο ΜΠΑΜΠΗ ΠΥΛΑΡΙΝΟ.Το εγχείρημα στηρίχτηκε από την Amstel Pulse κι έτσι τα βιβλία δεν πωλούνται αλλά χαρίζονται!


Η Εταιρεία Πολιτισμού Action Direct ανέλαβε τη διοργάνωση έξι παρουσιάσεων των πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων και των βιβλίων τους σε έξι café –στέκια της νεολαίας.Εκεί οι συγγραφείς και οι συντελεστές που υλοποίησαν την πρωτοποριακή, όσο και ουσιαστική αυτή ιδέα, σας περιμένουν για να σας προσφέρουν τα βιβλία μαζί με ένα ποτήρι μπίρα Amstel Pulse.


Για περισσότερα:





ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΩΝ


Ø Τετάρτη 4/3

ROSEBUD, ώρα 19.00

Σκουφά 40 & Ομήρου, τηλ: 2103392370

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΛΜΟΥ, «Αγαπούσε τον άνεμο»

Η Αθήνα των νεανικών συναισθημάτων [Η Αθήνα κείτονταν ανήσυχη στα μάτια της. Μυριάδες φωτάκια χόρευαν στους λυγμούς της που κόπασαν στη σιωπή της νύχτας σαν ένα αραχνοΰφαντο γλυπτό κεντημένο με τα πετράδια του κόσμου... ]


Ø Τρίτη 10/03

ΜΑΓΚΑΖΕ, ώρα 19.00

Αίολου 33, τηλ. 2103243740

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥ «Είναι όμορφα εδώ στην Κυψέλη»

Η Αθήνα της πυκνοκατοικημένης συνοικίας [Είναι όμορφα εδώ στην Κυψέλη. Η Χριστίνα. Την συναντάω παντού. Ανεβαίνει και κατεβαίνει την Καυκάσου, χειμώνα- καλοκαίρι με τα μαλλιά βρεγμένα. Μπαίνει μέσα σε όλα τα ψιλικατζίδικα και διαβάζει τις εφημερίδες... ]


Ø Τρίτη 17/03

POLIS, ώρα 19.00

Πεσματζόγλου 5, (Στοά του Βιβλίου) τηλ. 103249588

ΦΩΤΗΣ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ «Από τον Σινάτρα στην Καραγκούνα»

Η Αθήνα που παρόλα τα αισθητικά της προβλήματα υπερέχει της αισθητικής των κατοίκων της. [ Ήμουν στον αύλειο χώρο του Ιερού Ναού Αγίων Ισιδώρων Λυκαβηττού ένα τέταρτο πριν από την καθορισμένη –σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο προσκλητήριο- ώρα έναρξης της γαμήλιας τελετής... ]


Ø Τρίτη 24/03

Εν Αθήναις, ώρα 19.00

Ηρακλειδών 12, Θησείο, τηλ. 2103453018

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ «Το σπίτι και ο χρόνος»

Η Αθήνα των νεοκλασικών και των αιώνιων μνημείων Πολιτισμού. [ Στο τέλος του χρόνου που πέρασε, ήλθε και το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Αυτής που ταύτισα με το σπίτι μας, το οποίο πλέον μετά από αργόσυρτες προσυμφωνίες και μετέπειτα συμφωνίες και συμβόλαια, δόθηκε βορά στην αειθαλή αντιπαροχή... ]


Ø Τρίτη 31/03

BACARO, ώρα 19.00Σ

οφοκλέους 1 & Αριστείδου τηλ:2103211882

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΓΑΡΗΣ «Η μεγάλη απόφαση»

Η Αθήνα με τα μάτια των νέων της Επαρχίας, που θέλουν να την προσεγγίσουν. [Κάποιες φορές, όταν μια γυναίκα επιδιώκει να επιτύχει το σκοπό της, είναι ικανή να πλάσει τόσα πολλά επιχειρήματα και να συνδυάσει τόσες πολλές τεχνικές, που στο τέλος, ακόμη και η ίδια, κατά βάθος, απορεί, πώς τα κατάφερε. Έτσι και η Βασιλική, μεταφέροντας αρχικά, τον τόνο της λέξης Αθήνα... ]


Ø Τρίτη 07/04 Εν Δελφοίς, ώρα 19.00

Δελφών 5, Κολωνάκι τηλ.2103608269

DANA SEMITECOLO «Είμαι ο Τάκης και είμαι ποδήλατο»

Η Αθήνα όπως την ζουν οι φοιτητές. [ Είμαι ο Τάκης και είμαι ποδήλατο. Μην απορείς, δεν είμαι ένα τυχαίο ποδήλατο. Είμαι το ποδήλατο του Νίκου. Γι’ αυτόν και για την παρέα του μιλάει αυτή η ιστορία που θα σου διηγηθώ και κάθε λέξη της, είναι αληθινή... ]



OI ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ & O ΖΩΓΡΑΦΟΣ


ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΛΜΟΥ


Η Χριστίνα Πάλμου είναι ένα πλάσμα που κυκλοφορεί απτόητο στους δρόμους της Αθήνας. Της αρέσει να ταξιδεύει και να τρώει σοκολάτα.Τις καλοκαιρινές νύχτες ν’ ακούει τη θάλασσα και να μετράει τη βροχή των αστεριών. Θέλει να ταξιδεύει στον Κόσμο.Στη ζωή της θέλει να νιώθει ελεύθερη.Αυτό το διήγημα είναι το πρώτο ολοκληρωμένο έργο που εκδίδει.Της πήρε να το γράψει ένα ταξίδι στην Ευρώπη, μιάμιση βδομάδα αδυσώπητης γρίπης και δέκα λεπτά σκληρής επίπληξης σε ένα σχολικό διάδρομο (χωρίς ξύλο). Της αρέσει η ποίηση και μια μέρα θα ανέβει σε ένα βάθρο του κόσμου να μιλήσει για αλήθειες.Μέχρι τότε… αντίο.


ΦΩΤΗΣ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ


Ο εκδότης ήταν σαφέστατος: «H ζωή είναι αστεία!». Έτσι κατάλαβα ότι το χιούμορ μπορεί να είναι απότοκον και μιας παραγγελιάς κι όχι, αποκλειστικώς, του αυθορμητισμού. Έστω.Προκειμένου να εκδοθώ, ας το επιτηδεύσω. Το χιούμορ μου εννοώ!Πριν μερικά χρόνια (εντάξει Διονύση, πάνω από 20), δε με γνώριζε ούτε η μάνα μου. Αυτό δε σημαίνει πως οι γεννήτορές μου σήμερα με ξέρουν. Καλά καλά, δεν ξέρω εγώ τον ίδιο μου τον εαυτό.Η σπουδή μου να σπουδάσω Πολιτικές Επιστήμες, εσπευσμένως με έτρεψε σε πιο σπουδαίες για μένα ασχολίες. Όπως, για παράδειγμα, στην απόλαυση αναγνωσμάτων, ωσάν κι αυτό του Όσκαρ Ουάιλντ υπό τον τίτλο «Η σημασία του να μην κάνεις τίποτα» ή να κάνεις τα χρειώδη αλλά με ρυθμό αργό.Γιατί, σύμφωνα με τον Κούντερα, «η βραδύτητα είναι ο ρυθμός της απόλαυσης», άλλως -κατ’ εμέ- η ευρυθμία των ευκολιών.Και τώρα που, επιδητευόμενος δύσκολες λέξεις και αραδιάζοντας ονόματα συγγραφέων και τίτλους βιβλίων, απέδειξα, νομίζω, πόσο διαβασμένος είμαι, αν είστε και εσείς εύκηλοι, δηλαδή αμέριμνοι, όντας βραδείας καύσεως, σας καλώ να συναντηθούμε στο myblogmindstyle-grecotsadilas.blogspot.com/, που τώρα αρχίζω να στιλιζάρω. Βαρέθηκα να γυροφέρνω σε blogs άλλων.


ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥ


Η Βασιλική του Δήμου του Νικόλα και της Μαρίας ανήκει στη γενιά του Πολυτεχνείου. Όχι σ’ αυτήν που συμμετείχε στα γεγονότα, - δεν διατηρεί πολιτικό γραφείο, και μπορεί να το αποδείξει. Στην άλλη. Αυτή που απλά γεννήθηκε το ‘73. Κι όπως λέει ο φίλος της ο Σάμπαλης, «εμείς του ’73, κάτι έχουμε ρε παιδί μου».Η Βασιλική δεν έχει κάτι, έχει πολλά. Έχει ένα απλήρωτο δάνειο, δέκα μαθήματα που χρωστάει στο Πανεπιστήμιο εδώ και χρόνια, έχει υψοφοβία, αγοραφοβία, τριχοτυλλομανία, ήπια δυσλεξία και στραβισμό της Μόνα Λίζα, που όμως ο οφθαλμίατρός της την έχει διαβεβαιώσει ότι κάνει τις γυναίκες πιο γοητευτικές. Τα πιστεύει κάτι τέτοια, γιατί έχει τα μυαλά πάνω από το κεφάλι της.Έχει αδυναμία στις γάτες, στις μπίρες, στους Άγγλους (φονιάδες των λαών), και στον δεξί αστράγαλο, από τότε που έφαγε μια χύμα στα γραφικά πεζοδρόμια των Εξαρχείων.Έχει μανία με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια (του σατανά), την Άγκαθα Κρίστι και τον Φίλιπ Κέι Ντικ.Έχει επίσης την τάση να απολογείται και την εντύπωση ότι, όταν μιλάει στο τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό της, κάποιος λείπει. Ε, μάλλον τα ’χει χαμένα.Έχει κι άλλα και σε πολύ καλές τιμές.Αλλά δυστυχώς στην Κυψέλη δεν έχει πάρκινγκ. Θα ταλαιπωρηθείτε.Καλύτερα να παρκάρετε εδώ: apologiaprosuavita.blogspot.comκαι να έρθετε με τα πόδια.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

satanasso-tefteria.blogspot.com
Γεννήθηκα στην Αθήνα.Εγκαταστάθηκα στην Θεσσαλονίκη θέλοντας να συμβάλλω στην αποκέντρωση.Στη συνέχεια είδα πολλούς φίλους Θεσσαλονικείς να μετακομίζουν στην Αθήνα.Αποτέλεσμα της σώψυχης ανάγκης μου για απολογισμό του παρελθόντος είναι και το πόνημα που κρατάτε στα χέρια σας.Ασχολήθηκα επιτυχώς με την Αρχιτεκτονική με πενιχρό οικονομικό όφελος και με την φωτογραφία χωρίς κανένα οικονομικό όφελος.Έμεινα με την ικανοποίηση ότι τα έργα μου έτυχαν αρκετής εκτίμησης για να δημοσιευτούν, σε αρχιτεκτονικές εκδόσεις τα μεν και σε εκθέσεις και δημοσιεύσεις τα δε.Για περαιτέρω διευκρινίσεις για το ποιόν μου ως επιστήμων και άνθρωπος, μπορείτε να με ψάξετε στο blog που συντηρώ στο διαδίκτυο σαν satanasso-tefteria.blogspot.comEάν μάλιστα η εικόνα μου, που συνοδεύει αυτό το βιογραφικό σημειωματάκι σας γοήτευσε, δέχομαι στίχους και ελεγείες στο satanasso@gmail.com


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΓΑΡΗΣ


Ο Δημήτρης Μάργαρης, γεννήθηκε πριν από 29 χρόνια στη Ζάκυνθο, όπου σήμερα ζει και εργάζεται ως γραφίστας.Στα 29, αυτά, χρόνια, ασχολήθηκε με τη γραφιστική, τη φωτογραφία, το ραδιόφωνο, τη μουσική, τη ζωγραφική, το web design και το διαδικτυακό blog του( www.kaleidoskopio.org ), στο οποίο, τα τελευταία 2 χρόνια, διοχετεύει τις απόψεις του, αγνοώντας το γεγονός πως ο μοναδικός αναγνώστης του, έφυγε τον περασμένο Νοέμβριο στο εξωτερικό και από τότε, η τύχη του αγνοείται.Το διήγημα ¨Η Μεγάλη Απόφαση¨ είναι το πρώτο του συγγραφικό πόνημα που καταλήγει τυπωμένο σε χαρτί, αφού ο εκτυπωτής που διατηρεί στο σπίτι του, έχει χαλάσει εδώ και αρκετό καιρό και τα ανταλλακτικά που θα του έστελνε η κατασκευάστρια εταιρεία, δεν έχουν φτάσει ακόμη.Τους τελευταίους μήνες, περνά τον ελεύθερο χρόνο του, ψάχνοντας για τη γάτα του, που ένα βράδυ χάθηκε μυστηριωδώς, αφήνοντας στο κατώφλι της εξώπορτας, ένα σημείωμα που ακόμη δεν έχει κατορθώσει να αποκρυπτογραφήσει, καθώς δεν γνωρίζει άλλες γλώσσες, πέραν της Ελληνικής και της Αγγλικής.Αν κάποιος έχει οποιαδήποτε πληροφορία περί του εξαφανισμένου ζώου, μπορεί να επικοινωνήσει μαζί του στο jimmargaris@gmail.com. Αμοιβή, δεν δίδεται.


DANA SEMITECOLO


Η Dana Semitecolo, γεννήθηκε πριν δύο χρόνια και κάτι μήνες στο μαιευτήριο του διαδικτύου, όπου ζει και εργάζεται όταν δραπετεύει από τις καθημερινές υποχρεώσεις του Έξω Κόσμου.Της αρέσει να παραφιλοσοφεί με το κατρουγιάλι της στο katrougiali.blogspot.com , όση ώρα περιμένει να ψηθεί το παστίτσιο. Για να γράψει αυτή την ιστορία, χρειάστηκε να ψήσει 20 ταψιά.Ακόμα, της αρέσει να μαζεύει μανουσάκια στους αγρούς του τόπου της καθώς και να κυλιέται στις καυτές αμμουδιές του, παρέα με τον γιο της.Αυτό το πόνημα είναι το πρώτο της μεγάλο -από κάθε άποψη- που δημοσιεύεται και μάλλον το τελευταίο, αφού η οικολογική της συνείδηση δεν της επιτρέπει την σπατάλη χαρτιού. Ιστορίες του νησιού της, κυρίως, έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και σε διάφορους διαδικτυακούς τόπους.Τα παράπονά σας, στη διεύθυνση: katrougiali@gmail.com


ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ


Γεννήθηκε το 1966. Σπούδασε Φυσική και εργάστηκε σαν φωτογράφος. Έμαθε ζωγραφική και αγιογραφία μαθητεύοντας δίπλα σε δασκάλους όπως ο Θ. Φίλιος, Δ. Χατζηαποστόλου, π. Σταμάτης Σκλήρης και Γ. Κόρδης.Ζωγραφίζει, εικονογραφεί παιδικά βιβλία, και αγιογραφεί φορητές εικόνες και τοιχογραφικά σύνολα σε εκκλησίες. Έχει κάνει ατομικές εκθέσεις το 2001, το 2005, ενώ το 2008 ατομική του έκθεση φιλοξενήθηκε στο χώρο των εκδόσεων Περίπλους. Έχει συμμετάσχει και σε πολλές ομαδικές στην Ελλάδα, αλλά και στη Μόσχα και το Στρασβούργο). Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών και της Ελληνογαλλικής ομάδας καλλιτεχνών “Naute”.Την ζωγραφική του μπορείτε να βλέπετε στο www.pilarinos.gr

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

"Είμαι ο Τάκης και είμαι ποδήλατο"


Είμαι η Dana και είμαι χαρούμενη!

Δηλαδή νομίζω πως είμαι χαρούμενη. Δεν ξέρω ακριβώς. Μάλλον καλά νοιώθω. Χμ... Τώρα που το σκέφτομαι κάπως καλύτερα, είμαι χαρούμενη και πανικόβλητη! Ναι, πανικό νοιώθω τώρα που κρατάω το βιβλιαράκι μου στα χέρια και γράφει το όνομά μου -έστω το ψευδώνυμό μου- κι έχει και τη φάτσα μου τυπωμένη!

Όταν είχε βγει το πρώτο, πρώτο μου κείμενο στο διαδίκτυο πριν δυόμιση χρόνια περίπου, δεν φανταζόμουν αυτή την εξέλιξη και ούτε την επιδίωξα. To blog ήταν, είναι και θα είναι ένα καλό μέσο αποσυμπίεσης. Τελικά τα πράγματα ήρθαν κάπως διαφορετικά και μετά από διάφορες δημοσιεύσεις στον τοπικό μας τύπο, ήρθαν και τα city stories. Τα απρόσμενα είναι και τα καλύτερα αλλά να, άμα δεν τα έχεις σχεδιάσει, δεν ξέρεις και πως να τα διαχειριστείς!

Ξέρω πως ο "Τάκης" δεν είναι κανένα σπουδαίο λογοτεχνικό πόνημα αλλά κρύβει επιμελώς, μικρά κομματάκια της φοιτητικής μου ζωής και τεράστια κομμάτια συναισθηματικής αξίας και αυτό, για εμένα, είναι σημαντικό.

Τώρα που εκδόθηκα λοιπόν κι επίσημα, οφείλω ένα τεράστιο δημόσιο ευχαριστώ στους ανθρώπους που με βοήθησαν και με στήριξαν: Στο νονό μου τον Πιτσιρίκο, στον εκδότη και μέντορά μου κ. Διονύση Βίτσο, στον φίλο ζωγράφο Μπάμπη Πυλαρινό για το υπέροχο ζωγραφικό θέμα στο εξώφυλλο αλλά και στην Amstel Pulse που είναι χορηγός στις μπούρδες μου καθώς και την Action Direct, για την προβολή και προώθηση του project -για να μιλάμε και στη γλώσσα μας.


Ευχαριστίες θερμές και στους ανθρώπους της LIFO, του ΡΑΠΟΡΤΟ και του LIBRO, για την φιλοξενία και τη στήριξη.

Ιδιαίτερα μεγάλο ευχαριστώ -και να με συμπαθάτε οι υπόλοιποι- στον σύντροφό μου για την υπομονή του και στον γιο μας που μου δίνει έμπνευση κάθε στιγμή. Έμπνευση όχι μόνο για γραψίματα. Έμπνευση για ζωή!


Έξτρα ευχαριστώ στους γονείς μου, τους φίλους, τους συνάδελφους, τους γνωστούς και σε όλους γενικά, με την ελπίδα να μην ξέχασα κανέναν και έχουμε μούτρα αύριο!



Κι επειδή και πολύ μελό μου βγήκε το ποστάκι και σαν τελετή απονομής βραβείων, ας το κλείσω εδώ. Σας ενημερώνω πως στην παρουσίαση του "Τάκη", θα είμαι εάν κι εφόσον έχω καταφέρει μέχρι τότε να χάσω τα 10 παραπανίσια μου κιλά, ώστε να μου πηγαίνει το καλό μου το ταγέρ και να κάνω καλή εντύπωση στο κόσμο!

Ευχαριστώ!

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

Η Αυτού Μεγαλειότης...Το ρυζόγαλο!


Από τις αποκριές της παιδικής ηλικίας στις αρχές του '80, μου έχουν μείνει έντονα οι αναμνήσεις των παιδικών χορών στον "Κόκκινο Βράχο". Χοροί κανονικοί, με πλήρη ορχήστρα -η ίδια έπαιζε και τις νύχτες εκεί- με κομφετί και σερπαντίνες και με στολή νοικιασμένη από το "Λυχνάρι".

Κάποια χρονιά, πριν εγκατασταθούμε μόνιμα στη Ζάκυνθο, είχαμε έρθει με τους γονείς μου την τελευταία εβδομάδα, για το καρναβάλι φυσικά. Με πήγε η μαμά μου η καλή να μου νοικιάσει στολή αλλά είχαν δοθεί όλες εκείνες που ονειρεύονται τα κοριτσάκια να ντυθούν. Δεν υπήρχε μπαλαρίνα ούτε για δείγμα. Ούτε βασίλισσα. Ούτε καν πριγκίπισσα! Κι έτσι, βρέθηκα ντυμένη μελισσούλα, να χορεύω τη γιάνγκα, ανάμεσα σε δεκάδες Άννα-Μαρίες και Βασιλιάδες, ελαφρώς κλαμένη αφού ήμουν το κοριτσάκι με την πιο γελοία στολή, όπως νόμιζα.

Τώρα φυσικά που το σκέφτομαι, χαμογελάω μιας και όσο μεγαλώνω τόσο πιο γελοία θέλω να μασκαρεύομαι. Αλλά επειδή "ουδέν κακόν αμ(π)ιγές καλού" η εμπειρία μου σαν παιδί με έμαθε να κατανοώ τους ευσεβείς πόθους του γιου μου, που θέλει να ντύνεται αυτό που θα ήθελε να είναι: σούπερ ήρωας, κουρσάρος των επτά θαλασσών (και βάλε) αλλά και Λούκι Λουκ.

Δεν είναι όμως οι χοροί στο παρκέ του Καζίνου, η μόνη γλυκιά θύμηση. Είναι και οι "ομιλίες" στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, η κηδεία τση μάσκας, την τελευταία Κυριακή και το ρυζόγαλο της νόνας. Εκείνο το ρυζόγαλο που έφτιαχνε η Αγγέλικα και μοσχοβόλαγε όλο το Ψήλωμα. Τρέχαμε σαν τα μουρλά μετά το τέλος του καρναβαλιού, να πάμε στο σπίτι της να μας γλυκάνει και να μας διώξει τον καημό που θα έπρεπε να περιμένουνε έναν χρόνο για να ξανάρθουν οι χοροί και οι μασκαράτες.

Την λατρεία για το ρυζόγαλο πρέπει να την κληρονόμησα από τη μητερούλα. Εκείνη το έτρωγε με την κουτάλα σαν παιδί και μια φορά, έφαγε τόσο που κόντεψε να πεθάνει κι όλη νύχτα βάιζε πάνω στο κρεβάτι "ω μανούλα μου τι έπαθα!". Τελικά τη γλίτωσε, προφανώς...

Για όλες αυτές τις θύμησες και για "το καλό"...Μάνα, μητέρα, μανούλα, μαμά! Σου στέλνω μήνυμα από το μετερίζι του μπλογκσποτ, κανόνισε να μας φτιάξεις κομμάτι ρυζόγαλο να μας τρατάρεις γιατί δεν μας βλέπω καθόλου καλά εφέτο! Και μην αρχίσεις πάλι τσι φαωμάρες για το που θα βρεις καλό γάλα, θα σου φέρω εγώ! Εντάξει;;; Φιλί!

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

Μου στείλαν ένα γράμμα, φαρμάκι και φωτιά....


Έλαβα τρία -παρακαλώ- ηλεκτρονικά μηνύματα από αναγνώστες(;) του κατρουγιαλιού. Τρεις διαφορετικούς-κές, να το ξεκαθαρίζω! Έχει σημασία δε γιατί υπολογίζω τους αναγνώστες γύρω στους δέκα με δεκαπέντε άρα οι τρεις είναι ένα υψηλό ποσοστό. Και τα τρία μηνύματα είχαν το ίδιο θέμα: γιατί δεν γράφω.

Γιατί δεν γράφω; Συγγνώμη κιόλας αλλά δεν έχω κάτι να πω-γράψω τις τελευταίες μέρες. Είναι τόσο κακό αυτό; Ποια είμαι, τέλος πάντων; Αν είναι να με αγχώνει το ότι δεν ανεβάζω πόστο κάθε μέρα, να το κλείσω το μαγαζί και να γράφω τις μπούρδες μου ανενόχλητη, στο ημερολόγιο της Μπάρμπι, με το χρυσό λουκέτο.

Όπως και να έχει, ευχαριστώ και με την ευκαιρία, σας παρουσιάζω το πρώτο ποιητικό βιβλίο του καλού φίλου Δημήτρη Αθηνάκη, με τίτλο "χωρίσεμεις". Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις, Κοινωνία των (δε)κάτων. Ο Δημήτρης είναι νέος και ταλαντούχος και είμαι σίγουρη πως θα γίνει ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές! Όσο υπερβολική κι αν διαβάζομαι! Άλλωστε, είναι ήδη γνωστός και από τις μεταφράσεις που έχει κάνει. Αναζητήστε το βιβλίο του και θα με θυμηθείτε!

(Δημήτρη, την επιταγή ξέρεις σε τι όνομα να τη κόψεις. Φιλί!)

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Το αντέτι της Τσικνοπέμπτης


Τετάρτη μεσημέρι στο γραφείο και η απραξία με έχει κάνει να κουτουλάω σαν τον Ιάπωνα Υπουργό, στη σύνοδο της G7. Ένα βήμα πριν το "χαρακίρι" κι ενώ έχω ακούσει το ίδιο τραγούδι, τουλάχιστον 5 φορές -επειδή βαριόμουν να το αλλάξω και το είχα βάλει στην επανάληψη- χτυπάει το κινητό μου. Μία το τραγούδι που έχω επιλέξει να ακούγεται όταν με καλούν, μία που έπρεπε να τεντωθώ για να πιάσω τη συσκευή, δεν το πρόλαβα. Μόλις λίγα λεπτά αργότερα ο ήχος που μου δηλώνει ότι έλαβα μήνυμα, ήρθε ξανά να με βγάλει από τη νιρβάνα μου. "Άντε κουνήσου!" είπα στον εαυτό μου και έπιασα στα χέρια μου το κινητό, επιτέλους.

Το μήνυμα ήταν σαφές και ήταν καλέστρα. Τσικνοπέμπτη βλέπεις αύριο... Καλέστρα όχι όπως να 'ναι μα όπως πρέπει, η χαρά του αντεταδόρου! Για ξινιστό έλεγε και για κοκορέτσια και γαρδούμες στο ταψί και για λογικές τιμές, ένεκεν η κρίση... καταλαβαίνεις! "Πολύ θα ήθελα να παρευρεθώ κι ευχαριστώ που με θέλετε για παρέα σας αλλά δεν μπορώ ψυχή μου να σε χαρώ!", ήταν η απάντησή μου στον φίλο και γνωστό αντεταδόρο Διονύση. Τι να κάμω, έχουμε κανονίσει με τους συνάδελφους να πάμε κάπου όλοι μαζί. Θα φύγουμε και πιο νωρίς από το γραφείο, θα αποφύγω τις κουτουλιές επάνω στην οθόνη του υπολογιστή. Πρέπει να με καταλάβεις!

Έχει και συνέχεια, βάστα! Δεν φτάνει που δεν θα κρατήσω το παραδοσιακό αντέτι το μεσημέρι, παρά θα επιδοθώ στη βρώση παϊδακίων - τα οποία θα είναι και αρνίσια και θα βρωμάνε - αλλά έχω και δεύτερο γύρο το βράδυ, με την οικογένεια. Με κλεισμένο τραπέζι σε γνωστή ταβέρνα του νησιού, με τα καλά μας φορεμένα, με το μικρό ντυμένο Λούκι Λουκ και με μουσική υπόκρουση Νταλάρα να τραγουδάει: "σε μαγικά νησιά, θέλω να βρεθούμε". Μετά στο σπίτι, οπωσδήποτε μπάνιο να φύγει η τσίκνα από το μαλλί!

Μη μου πεις πόσο τραγικό το βρίσκεις! Έχει και τη πλάκα του. Πάντα έχει τη πλάκα του γιατί ο αυτοσαρκασμός μας οργιάζει και επιβάλλει την κατανάλωση μπόλικου κρασιού. Πως να αντέξεις ο άνθρωπος; Παλιά καθόμασταν σπίτι μας και τρώγαμε το ξινιστό μας και πέρναγε η ώρα μας. Τώρα πάμε όπου θέλει το παιδί. Ταβέρνα θέλει το παιδί; Ταβέρνα κι εμείς. Παϊδάκι το παιδί; Παϊδάκι κι εμείς και θα κάνουμε και μία τούμπα άμα χρειαστεί. Μην το στεναχωρεύουμε, μέρες που 'ναι!

Τώρα αν αναρωτιέσαι γιατί στα γράφω όλα αυτά, θα σου λύσω την απορία. Ο φίλος Διονύσης στου οποίου το κάλεσμα δεν θα μπορέσω να ανταποκριθώ, είπε ότι θα με κάνει βούκινο πως αντί να κρατήσω το αντέτι, θα κάνω Τσικνοπέμπτη μωραΐτικη. Το σκέφτηκα από 'δω, το σκέφτηκα από 'κει κι είπα να τα πω μόνη μου, για να του πάρω τη μπροστινή!
Άλλωστε καρναβαλάκι είναι, τα πειράγματα, οι μάντσιες και τα λοιπά, επιβάλλονται!

Και του χρόνου Διονυσάκη μου!

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009

Ο νόνος και το καρναβάλι


Ο νόνος μου ο Μπάμπης, ήταν δεινός χορευτής, δεινός χαρτοπαίκτης, δεινός γυναικάς και γενικότερα δεινός bon viveur! Όσο φυσικά του επέτρεπε η πούρσα του και η κοινωνική του θέση.

Είχε μεγάλη αδυναμία στο Καρναβάλι. Θα μπορούσες να πεις πως ζούσε όλη τη χρονιά μόνο για δαύτο. Άλλωστε μέσα στα καρναβάλια είχε γεννηθεί και συνήθως τότε γιόρταζε και τ' όνομά του. Έτσι, δεκαπέντε βράδια που κρατάγανε οι χοροί, δεν έχανε ούτε έναν στο τότε Καζίνο, στο οποίο ήταν και μέλος.

Αντιθέτως, η νόνα μου η Αγγέλικα, δεν ήξερε ούτε ένα χορευτικό βήμα να πάρει και μία ζωή του έκανε φαωμάρα που δεν τηνε μάθαινε, γιατί όπως η ίδια υποστήριζε εκείνος ήθελε "να χορεύει με τσι πουτάνες". Για τη νόνα μου δηλαδή, όποια ήξερε να χορεύει τανγκό, βαλς, φοξ αγκλέ και πόλκα μαζούρκα, ήτανε πουτάνα από κούνια.

Όπως φαίνεται πλέον, ο νόνος μου κάποιο λόγο σοβαρό θα είχε, που δεν εμάθαινε χορό στη νόνα και που ποτέ δεν τηνε πήρε μαζί του στα μπαλ μασκέ. Δεν εξηγείται διαφορετικά ότι στις θυγατέρες τους και έμαθε χορό και τις χόρευε όταν εκείνες εμεγαλώσανε και πηγαίνανε μονάχες τους στους χορούς, ή με τους συζύγους τους.Σαν παιδί θυμάμαι, στο παρκέ του Κόκκινου Βράχου να χορεύει ο νόνος μου με τη μάνα μου και να κάθεται ούλος ο κόσμος κάτω, να τους αφήνει χώρο. Αυτά τα χρόνια όμως, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί κι αισθάνομαι ιδιαίτερα τυχερή, που έχω αυτές τις εικόνες έστω και ως παιδική ανάμνηση.

Ένα βράδυ καρναβαλιού στο Χορό του Πρασίνου συγκεκριμένα, τα χρόνια που είχανε ακόμα τα παιδιά μικρά, η νόνα μου αποφάσισε να μην αφήσει τον νόνο να πάει στο χορό. Επειδή όμως ήξερε πως με τα λόγια δεν θα κατάφερνε απολύτως τίποτα, σκέφτηκε κι έπραξε τούτο: Του έβαλε τα καλά του τα παπούτσια μέσα σε έναν σίγλο με νερό. Πονηρή η νόνα, σου λέει που θα πάει χωρίς παπούτσια; Εκείνος όμως δεν έκανε πίσω! Την έβρισε, δανείστικε άλλο ζευγάρι από κάποιον άλλον της παρέας του και πήγε κανονικά στο χορό.

Η Αγγέλικα έσκασε από το κακό της, όπως μας περιέγραφε στις μετέπειτα εξιστορήσεις της και η ίδια υποστηρίζει πως κάποιο άλλο βράδυ, ντύθηκε μασκαρούλα και πήγε και τον βρήκε στο Καζίνο. Κατά τα λεγόμενά της, πάντα, όλη νύχτα του έβγαλε τα μάτια κι εκείνος χαμπάρι δεν επήρε και όταν λέει της πρότεινε να την πάει στο σεπαρέ εκείνη έφυγε και πήγε σπίτι. Δεν ξέρω γιατί αλλά κανένας μας δεν έχει πιστέψει ούτε λέξη από αυτή την ιστορία της νόνας όπως και μία άλλη που κατά την ίδια έπιασε από το πέτο κάποιον που τηνε σταύρωνε και του έδωκε δύο χαστουκιές.

Όπως και να έγιναν, εκείνος συνέχισε μέχρι τα τελευταία του - που ήταν και τα τελευταία εκείνων των χορών- να βγαίνει, δεκαπέντε νύχτες στη σειρά κι εκείνη, να μένει σπίτι και να μουρμουράει 365 νύχτες το χρόνο...