Σάββατο 2 Μαΐου 2009
Γράφτο στο blog
Τρίτη 28 Απριλίου 2009
Ήρθε η γρίπη στην Ελλάδα!
Οι "επιστήμονες" σηκώνουν τα χέρια ψηλά σε αυτό το ιδιαίτερο φαινόμενο που εντός της Βουλής μεταλλάχθηκε με αποτέλεσμα αντί να σκοτώνει τους φορείς της γρίππης και τους άμεσα εμπλεκόμουνους, να σκοτώνει όλους τους υπόλοιπους, με ιδιαίτερη προτίμηση στα λαϊκά στρώματα, παπλώματα και κουβρ-λι.
Ωστόσο, ζωοφιλικές οργανώσεις δυσχεραίνουν του έργο της "επιστήμης" προς εύρεση του αντιδότου που θα πρέπει να χορηγηθεί στο Εκλογικό Σώμα, μπας και γυρίσει ο τροχός και δούμε επιτέλους άσπρη μέρα στη Χώρα μας.
Αλλά εμείς απτόητοι στρέφουμε το βλέμμα με αγωνία στη μεγάλη μάχη του SAKIS στη EUROVISION. Μια προσπάθεια τόνωσης της κινητής τηλεφωνίας, αφού η αποστολή sms θα σπάσει και πάλι κάθε προηγούμενο ρεκόρ.
Α...ΑΑΑ...Αψού!
Κυριακή 26 Απριλίου 2009
Σήμερα πάμε στον Άγιο Λύπιο!
Τετάρτη 22 Απριλίου 2009
Η Έξοδος
Άνοιξη είναι, τα χωράφια και οι πλαγιές καταπράσινα. Θα βρεις λίγη σαλάτα να βοσκήσεις χωρίς να την πληρώσεις. Στα βουνά, κοπάδια αρνοκάτσικα βόσκουν ελεύθερα. Μπορείς να θυσιάσεις ένα στο βωμό της πείνας σου. Στο κάτω-κάτω, αν σε πιάσουν, πες πως αμάρτησες για το παιδί σου, μέρες που είναι! Και κοτέτσια στα χωριά, γεμάτα φρέσκα αυγά ημέρας. Το αυγό δεν θα σου λείψει! Έχεις και χώρο στο 4Χ4 να τα χώσεις όλα μέσα. Και ψησταριές και τραπεζοκαθίσματα και τα παιδιά και τα σκυλιά και την πεθερά που θέλει εξοχή.
Στο νησί, άκουσα, πως είχαμε πτώση 30% από πέρυσι το Πάσχα σε αφίξεις. Εγώ πάλι είδα να γίνεται ο κακός χαμός. Δεν έπεφτε καρφίτσα πουθενά. Φαίνεται θα μάθανε πως οι δικές μας οι κότες κάνουν καλύτερα αυγά και έγινε η κάθοδος των Μυρίων. Εδώ που τα λέμε κι εδώ να μείνουνε, δεν άκουσα πουθενά να κλάπηκε αυγό στο Ζάντε, εκτός αν κρατήθηκε κρυφό για να μην ταραχτούμε αυτές τις άγιες μέρες.
Το Μ. Σάββατο το μεσημέρι, στο χωριό μας, προσπαθούσα επί ένα τέταρτο να περάσω στην απέναντι μεριά του δρόμου, να πάω ένα τσουρέκι στη θεία, αλλά στάθηκε αδύνατον λόγω κίνησης. Και στη Κατεχάκη να ήμουν, θα είχα περάσει πιο γρήγορα γιατί εκεί υπάρχει και φανάρι. Σε εμάς θα έπρεπε να υπάρχει φιλότιμο αλλά άμα έχεις να κάνεις με τον πεινασμένο επισκέπτη που έρχεται να αναζητήσει την τροφή του, εν μέσω οικονομικής κρίσης, παροπλισμένος μέσα στη mercedes του, αυτά είναι πολυτέλειες.
Με βρίσκεις υπερβολική; Προσωπικά, το χειρότερο αυτοκίνητο που είδα να τριγυρνάει στα ορεινά, ήταν το τελευταίο μοντέλο της audi. Απέδωσαν τα μέτρα της κυβέρνησης, αμέσως! Έτρεξε ο Έλληνας να πάρει αυτοκίνητο, τώρα που έπεσε στο 50% το τέλος. Αν βέβαια αύριο δεν έχει ευρώ να πάρει ψωμί, θα τρώει ζαντολάστιχα, δεν βαριέσαι;;; Το πολύ - πολύ, να του το πάρει η τράπεζα. Τουλάχιστον, για κάποιους μήνες, θα έχει κάνει το κομμάτι του στη γειτονιά αλλά και στην πασχαλινή έξοδο. Έτσι;
Κρίση, μεγάλη κρίση και στα εμπορικά του νησιού. Απούλητες έμειναν οι νυφιάτικες τουαλέτες και τα ντεπιές. Αυτά που είχαν κάτω από 200 ευρώ γιατί τα ακριβά πουλήθηκαν όλα. Δεν υπάρχει φόρεμα άνω των 200 € ούτε για δείγμα! Τουλάχιστον, αφού θα πεθάνεις από πείνα, να σε θάψουνε με ένα ακριβό φόρεμα. Μην είσαι με τα κουρέλια! Άλλωστε παρατηρήθηκε και αύξηση στην αγορά τάφων. Να είμαστε έτοιμοι για παν ενδεχόμενο!
Και μη θαρρείς πως αμφισβητώ το μέγεθος της οικονομικής κρίσης. Αυτό που αμφισβητώ με θέρμη, είναι η "αλήθεια" του Έλληνα που υποφέρει. Μα πως να μην υποφέρει; Τόσα κοψίδια έφαγε το Πάσχα!
Πέμπτη 16 Απριλίου 2009
Κόκκινα Αυγά
Με μουσικό χαλί κάτι ψιλοξεχασμένα ροκάκια που παίζει το ραδιόφωνο, συλλέγω τις εικόνες που προσπερνώ, μία-μία σαν να ήταν μπουκέτο λουλουδιών. Σήμερα, οι εικόνες είναι περισσότερες από ό,τι συνήθως. Πολλές γυναίκες -κυρίως- με τα καλά τους, οδηγούν από το χέρι τα παιδιά προς τις εκκλησίες των χωριών, για να μεταλάβουν. Τα παιδάκια συνηθισμένα από την χαλαρότητα των τελευταίων ημερών, που δεν πηγαίνουν σκολειό, με μαγουλάκια πρησμένα από τον ύπνο, ακολουθούν με τα καινούργια τους παπούτσια, δεν αντιστέκονται καθόλου.
Και να μην ξέρει κανείς το δρόμο, μπορεί να καταλάβει ότι πλησιάζει σε κάποιο χωριό αφού οι ψαλμωδίες από τις εκκλησιές, ακούγονται σε αρκετά μεγάλη απόσταση, σα να θέλουν να ειδοποιήσουν για κάτι τον περαστικό ή μπορεί και να τον προετοιμάζουν. Ίσως - ίσως, να θέλουν να τον αφυπνίσουν. Ακόμα και όλα αυτά μαζί, είναι δυνατόν να συμβαίνουν.
Παρατηρώ τους ασφαλαχτούς εκεί πριν του Καταλούπου, στα καμμένα. Όσο φαρμακερό το τσίμπημά τους, τόσο όμορφα τα άνθη τους. Σαν Σειρήνες τα άνθη σε καλούν να τα πλησιάσεις, να τα θαυμάσεις μα αν θελήσεις να τα κόψεις, θα σε τιμωρήσουν. Γιόμισε ο τόπος παπαρούνες, κοκοράκια, μαργαρίτες και εκατοντάδες αγριολούλουδα που δεν γνωρίζω τα ονόματά τους. Πανέμορφα!
Κυνηγοί που αναζητούν τα απριλιάτικα τρυγόνια, γιομίζουν τα βουνά με εξαρτίσεις και εκπαιδευμένα λαγωνικά και εμφανίζονται μέσα από τους πεύκους ξαφνικά. Όταν τελειώσει αυτή η περίοδος του παράνομου κυνηγιού, τα λαγωνικά που δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες των θηρευτών, εγκαταλείπονται και κάνουν τις δικές τους αγέλες που τριγυρνούν στο βουνό σαν φαντάσματα. Κάποια τυχερά τα περιμαζεύει κανένας ψυχοπονιάρης φιλόζωος. Άλλα πεθαίνουν από ασιτία. Κάποια άλλα τα σκοτώνουν τα αυτοκίνητα στο δρόμο. Λίγα, στην αναζήτησή τους για τροφή, επιτίθενται σε κάποιο κοτέτσι στα κοντινά χωριά και πάνε από το σμπάρο του αφέντη του σπιτιού, που πρέπει να διαφυλάξει την περιουσία του.
Στα χωριά του κάμπου κίνηση. Γυναίκες ασβεστώνουν αυλές, βιαστικά. Έχουν και να βάψουν αυγά σήμερα και να ζυμώσουν κουλούρια και τσουρέκια, για το καλό. Συν τις γεμιστές αγκινάρες με ρύζι, με τη συνοδεία του κουκιού και του μπιζιού, για να κρατήσουμε το αντέτι. Είναι πολλές οι δουλειές και πρέπει να βιαστούν! Το βράδυ εκκλησία, στα 12 Ευαγγέλια.
Κατεβαίνω το Μακρύο Καντούνι, επιτέλους. Σε λίγο φτάνω στη δουλειά. Μια γυναίκα με σατέν πυζάμες, παλεύει να διώξει και το τελευταίο ξερό φύλλο από το πεζοδρόμιό της. Εκείνο αρνείται πεισματικά. Πάει λίγο παρακάτω αλλά επιστρέφει με ένα αεράκι στην αρχική του θέση. Σκύβει και το αρπάζει με το χέρι. Κι εκείνο χάνεται στη σακούλα σκουπιδιών.
Αναζητώ μια θέση στάθμευσης για τουλάχιστον ένα τέταρτο. Κίνηση παντού. Οι επισκέπτες του νησιού άρχισαν να καταφθάνουν. Από χθες με καλούν φίλοι και συγγενείς που κατέβηκαν για Πάσχα, να βρεθούμε. Θα ήθελα όλους να τους δω. Κίνηση. Κάποιοι από τους νοικοκυραίους, κάνουν τα ψώνια του Πάσχα. Η μισοπεθαμένη αγορά, αποκτά πάλι ζωηρό σφυγμό. Από βδομάδα, θα επιστρέψουμε στους γνωστούς ρυθμούς. Κίνηση, φασαρία και βιάση. Δεν μ' ενοχλεί, αρκεί να βρω κάπου να παρκάρω. Και βρίσκω τελικά.
Ανεβαίνω τα σκαλιά του γραφείου και σκέφτομαι : να μην ξεχάσω να πάρω βαφές αυγών. Ο μικρός μας μου έδωσε παραγγελία: "Μαμά, μόνο κόκκινα αυγά! Για να συμβολίζουν το αίμα του Χριστούλη, είπε η κυρία."
Κυριακή 12 Απριλίου 2009
Βαγιώνε
Βγαίνω στην πίσω αυλή να φέρω λεμόνια για την αλιάδα. Ο ήλιος εκτυφλωτικός, κάνει τα μάτια μου να κλαίνε, είναι και αυτή η αλλεργία στην γύρη που με έχει ταράξει. Παρότι απ' τα μεγάφωνα της εκκλησίας ακούγονται δυνατά οι ψαλμοί, μπορώ να διακρίνω το μανιασμένο χτύπημα του μουρταριού, που βγαίνει από το σπίτι της Νιόνιας. Στέκομαι και αφουγκράζομαι καλύτερα. Και από το σπίτι του Λάμπρου ακούγονται φωνές και ένας ρυθμικός χτύπος. Η θεία Μπούλα μαζώνει κάτι ρούχα και παραλογάει ότι δεν της έδωσε καλό μπακαλάο ο μπακάλης.
Στέκομαι με τα λεμόνια στα χέρια και χαζεύω τις αυλές, με τις μαργαρίτες και τα φρεσκο-οργωμένα ορδίνια για τα κηπευτικά τα καλοκαιρνά, πλέον. Μου φαίνεται πως για μια στιγμή τα μουρταρόχερα συντονίζονται και όλα μαζί βαστάνε το ίσο στο τροπάριο της σοφίας. Ο ήλιος καυτός, μου φέρνει μια γλυκειά ζαλάδα. Κλείνω τα μάτια μου και γυρίζω πίσω, στα Πάσχα των παιδικών χρόνων στο Ψήλωμα. Στα Πάσχα, στο πατρικό στις Βαρρές. Κι ένα χαμόγελο που συναγωνίζεται σε ζέστα και τον ήλιο, αναδύεται από τα βάθη της ψυχής μου στο πρόσωπό μου. Γιατί αυτό είναι το Πάσχα, ανάσταση του Θεανθρώπου μα και προσωπική του καθενός.
Βάζω τις σωστές αναλογίες στο μίξερ και όχι παραδοσιακά στο μουρτάρι. Δεν έχω την υπομονή να χτυπάω την αλιάδα μέχρι να γίνει κόρδα, που λέει κι η νόνα μου. Η τεχνολογία μας έλυσε τα χέρια και σε αυτό. Το βάζω πρώτα στο αργό, να σπάσει η πατάτα και μετά στο πιο γρήγορο. Τη δοκιμάζω, θέλει λίγο λεμόνι ακόμα. Μας αρέσει να "ακούγεται" πολύ το λεμόνι. Και το σκόρδο όσο πρέπει. Να μην πετάς καρούλες από το κάψιμο αλλά να το ακούς, να μην είναι τέλεια αχαμνή.
Κολλάει το βλέμμα μου στο μείγμα που στροβιλίζεται στο διάφανο μπωλ. Μεγαλοβδμόμαδο μπαίνει. Πέρυσι Μ. Τρίτη έφυγε από κοντά μας ο Πατέρας, χθες του κάμαμε το χρόνο. Και ήμαστε όλοι μαζί, όπως θα το ήθελε. Κρίμα που δεν είναι μαζί μας να φάει μπακαλιάρο και σκορδαλιά, ήταν από τα αγαπημένα του φαγιά. Αν υπάρχει παράδεισος για έναν τέτοιο καλοφαγά, σίγουρα θα έχει βουνά από μαγειρεμένους μπακαλιάρους, γίδα σάλτσα και χοιρινό στο φούρνο με πατάτες. Και ποτάμια καλό κρασί, να ρέουν ασταμάτητα.
Βαγιώνε σήμερα, πλησιάζει το Πάσχα και εγώ όπως τόσοι άλλοι προσδοκώ. Προσδοκώ Ανάσταση νεκρών και ζωντανών.
Τετάρτη 8 Απριλίου 2009
Closed Zone
Δευτέρα 6 Απριλίου 2009
Επιστροφή
Καθώς μετρούσα τις σανίδες, εκείνες που χιλιάδες φορές έχω ήδη μετρήσει, είχα την αίσθηση ότι είμαι κομπάρσος σε εκείνη τη παλιά, φουτουριστική, ξένη τηλεοπτική σειρά -δεν θυμάμαι τίτλο- όπου οι άνθρωποι αντί για ονόματα είχαν αριθμούς, ζούσαν σε υπερσύγχρονα σπίτια - κελιά και αποτελούσαν μέρος ενός μεγάλου επιστημονικού πειράματος.
Σύμφωνα με το σενάριο, αν κάποιος προσπαθούσε να δραπετεύσει από αυτό το μέρος, ερχόταν μια τεράστια φούσκα και αφού τον εγκλώβιζε στο εσωτερικό της, τον μετέφερε πίσω στη βάση του. Έτσι ήταν αδύνατον να ξεφύγει κανείς από εκεί. Έτσι ήταν αδύνατον να ξεφύγω κι εγώ από την ταβανοσκόπηση.
Δεν μ' αρέσει. Σε κανέναν δεν αρέσει και ούτε είναι κάτι που το επιλέγει κάποιος. Το έχεις ή δεν το έχεις. Όπως ο οποιοσδήποτε μπορεί να έχει για παράδειγμα, ταλέντο στη ζωγραφική ή χάρισμα στο να διηγείται ιστορίες σε κοινό. Το έχεις ή δεν το έχεις.
Διορθώνεται, θα σου πουν οι ειδικοί. Κουκουλώνεται, θα σου πω εγώ αλλά μπορεί να κάνω λάθος. Δεν ξέρω. Κάνω υπομονή. Όλοι γύρω μου κάνουν υπομονή και με φροντίζουν. Άλλοι δεν κατανοούν δεν μπορούν και δεν θέλουν να κάνουν υπομονή. Τους καταλαβαίνω. Κανέναν δεν κατηγορώ. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος για τίποτα.
Λυπάμαι αν απογοητεύω ανθρώπους που πιστεύουν σε εμένα. Είναι κι αυτό ένα κάποιο χάρισμα. Ξεκινώ πάντα με τις καλύτερες προθέσεις, στο δρόμο όμως το χάνω. Λυπάμαι, συγγνώμη... Φταίει κι εκείνη η ορμόνη που λείπει. Φταίει το μυαλό μου που σκέφτεται συνέχεια, χωρίς σταματημό. Κάτι φταίει, όχι Εγώ!
Στην αυριανή προγραμματισμένη παρουσίαση του βιβλίου μου, δεν θα παραβρεθώ για λόγους υγείας. Ευχαριστώ ξανά τον κ. Διονύση Βίτσο για την ευκαιρία που μου έδωσε, την Amstel και την Action Direct. Ως τελευταία παρουσίαση των City Stories, θα γίνει ένα μεγάλο πάρτι και θα είναι εκεί σχεδόν όλοι οι άλλοι συμμετέχοντες γι' αυτό να πάτε, να τους γνωρίσετε, να πάρετε βιβλία και να πιείτε και καμιά μπίρα στην υγειά μου. Είναι όλοι εξαιρετικοί!
Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009
Στου φεγγαριού το τάσι...
Εκείνη τη περίοδο, ήμασταν όλοι επηρεασμένοι από το βιβλίο του Γ. Σεφέρη “Έξι νύχτες στην Ακρόπολη”. Φευγάτοι, ήδη, από τη μικρή κοινωνία που μας μεγάλωσε, άλλος εδώ κι άλλος παραπέρα. Καλοκαίρι όμως πάλι μαζί, στον ίδιο παρανομαστή.
Σαν αστείο ξεκίνησαν οι “βραδιές ποίησης και φιλοσοφίας”. Σαν αστείο συνεχίστηκαν. Σαν αστείο, δεν έμειναν μέσα μας. Όχι τώρα, μετά από τόσα χρόνια.
Ο φεγγαρολουσμένος Λόφος του Στράνη, πάντα φιλόξενος. Έτοιμος να περιθάλψει τις εσωτερικές μας ανησυχίες. Ανησυχίες προς πάσα κατεύθυνση. Μόνο μία ανησυχία αντιστεκόταν -σθεναρά τότε- και την έλεγαν θάνατο. Πιστεύαμε πως δεν μας αφορούσε.
Ανεβαίναμε το πλακόστρωτο με ζωηρά, χαρούμενα βήματα. Κουβαλάγαμε όλα τα σύνεργα: βιβλία, κιθάρες, νερά, τσιγάρα. Κάποιες φορές και σουβλάκια και μπίρες. Καλή η τροφή του πνεύματος αλλά και τα στομάχια μουγκρίζανε.
Το μικρό αμφιθέατρο του Λόφου, είχε γίνει δικό μας. Θυμάμαι τους φίλους να διαβάζουν λυρική ποίηση του Κάλβου και τα σκυλιά από το διπλανό σπίτι να θέλουν να τους ξεσκίσουν.
Με κάλεσαν ένα βράδυ να παρουσιαστώ στη σκηνή. Παρουσιάστηκα χωρίς δεύτερη κουβέντα. Έκατσα κάτω οκλαδόν και κάπνιζα. Πέρασαν κάποια λεπτά σιωπής, ώσπου ένας φίλος ρώτησε που είχα το βιβλίο μου.
“Δεν έχω βιβλίο σήμερα!”, αποκρίθηκα.
“Και τι θα κάμεις; Θα κάθεσαι να καπνίζεις κι εμείς να σε κοιτάμε;”
“Ε, αφού δεν είμαι ευχάριστο θέαμα κι αφού δεν μπορείτε να κάτσετε χωρίς να κάνετε τίποτα, απλά να υπάρχετε… Θα σας τραγουδήσω…”, τους είπα χαμογελώντας κι οι φίλοι άρχισαν να γελάνε και να μου πετάνε άδεια τενεκεδάκια από μπίρες.
Εγώ, απτόητη! Άρχισα να τραγουδάω : “ Τέσσερα πόδια δυνατά και μια κουτσή κιθάρα, να ‘χαμε τώρα δυο τσιγάρα και δύο για μετά…”
Δεν άκουγαν. Μιλάγανε μεταξύ τους, γελάγανε, με χλευάζανε, μου φωνάζανε να σταματήσω γιατί θα εξαγριώσω τα σκυλιά του γείτονα. Εγώ τίποτα. Δεν τους άκουγα. Συνέχιζα: “Θα ‘ταν ο κόσμος μαγικός, παράδεισος η πλάση, στου φεγγαριού το τάσι, καφές βαρύ γλυκός…”
Και άκουσαν. Κόπασε ο σαματάς. Έκατσαν πίσω, χαλαροί, πίνοντας μπίρα κι άκουγαν. Το τελευταίο ρεφρέν το είπαμε όλοι μαζί χορωδιακά και τα σκυλιά δεν έβγαλαν άχνα.
Έτσι οι “βραδιές ποίησης” μπήκαν σε άλλη τροχιά. Γύρω από το μνημείο της Ελευθερίας, καθισμένοι οκλαδόν ή στο μουράγιο δίπλα – δίπλα, χειροπιασμένοι να τραγουδάμε : “… απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας…” και τα πόδια μας να αιωρούνται πάνω από τα λιοστάσια του κάμπου.
Ζαλισμένοι από τις μπίρες να αναρωτιόμαστε αν θα μπορούσαν να μας ακούσουν στο Μεσολόγγι, όπως ο Σολωμός από το ίδιο σημείο που καθόμασταν, μπόρεσε κι άκουσε (;) τα κανόνια του Μεσολογγίου κι έγραψε τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους” και τον “Ύμνον εις στην Ελευθερίαν”.
Και μετά; Χαθήκαμε ξανά, στις Πόλεις…
Τρίτη 17 Μαρτίου 2009
Καθαρή στα ατού... χρυσή μου!
Έχει και τα καλά της η κρίση. Δεν αγοράζουμε πλέον με την ίδια ευκολία ό,τι βρούμε μπροστά μας, στο super market. Δεν χρησιμοποιούμε εύκολα τις πιστωτικές κάρτες. Δεν ψωνίζουμε μαλακιούλες από το τηλεμάρκετινγκ. Όσο να πεις, σε βάζει σε μία κάποια τάξη η κρίση.
Δεν τη φοβάμαι. Να με συμπαθάτε. Δεν έχω κάτι να χάσω. Κι έχω και κήπο στον οποίο μεγαλώνω μαρουλάκια και κουνουπίδια. Το μόνο που θα μου λείψει, είναι το ταξίδι αναψυχής μάλλον. Υποθέτω πως αν φτάσουμε σε σημείο να έχουμε βιοποριστικό πρόβλημα, ε δεν θα μας περισσεύουν και για "παραθερισμό". Αρνούμαι να πω "όσο ταξίδεψες, ταξίδεψες, πορεύσου με τις αναμνήσεις και τα σουβενίρ σου τώρα". Η ελπίδα άλλωστε, πεθαίνει τελευταία.
Ομολογουμένως, αυτή η γενική έλλειψη "ρευστότητας" στην αγορά τα κάνει όλα πολύ δυσκίνητα. Ζούμε τη Βραδύτητα και δεν εννοώ εκείνη του Μίλαν. Νοιώθω να πλημμυρίζει τις πόλεις μας ένα πηχτό υγρό. Θέλω να τρέξω να πάω γρήγορα μπροστά αλλά κάτι με φρενάρει. Πιάνονται οι σόλες μου σε μια κολλώδη μεμβράνη. Σηκώνω το πόδι με δυσκολία και κάνω έτσι μικρά βήματα. Ανησυχώ φορές, μήπως το πηχτό υγρό στερεοποιηθεί και με ακινητοποιήσει για πάντα. Για πάντα; Δεν υπάρχει για πάντα!
Το καλοκαίρι πλησιάζει και τα μηνύματα για τον τουρισμό είναι δυσοίωνα. Δεν πειράζει κορίτσια! Θα ζήσουμε και με τα λιγότερα, είναι σίγουρο. Ένα μόνο δεν θ' αντέξω να το ξέρεις: μην βγει κανένας νέος Καζαντζίδης και μου τραγουδήσει τραγούδια της ξενιτιάς!
Σάββατο 14 Μαρτίου 2009
Λευτεριά στο Κολωνάκι!
Ας πήγαινε τουλάχιστον ο Γκιουλέκας που με την ελιά στο μάγουλο, δηλώνει ένα κάποιο κύρος... όπως και να το κάνεις!
(Στη φωτογραφία: Κολωνάκι πορτοκαλί από PVC, ανθεκτικό στα χτυπήματα και στα ρεπορτάζ)
Υπάρχουν;
Αποφάσισα να πάω πιο κοντά, από ένα υπόγειο μονοπάτι που πέρναγε και μέσα από ένα χώρο τύπου καφενείου αλλά δεν σταμάτησα για καφέ. Πλησιάζοντας πιο κοντά, μέσα από ένα μικρό άνοιγμα τους είδα πάλι ολοκάθαρα. Πρόλαβα και τους φωτογράφισα κιόλας! Δεν ξέρω πως βρέθηκε η φωτογραφική μηχανή στα χέρια μου. Κι όταν τελικά βγήκα πάνω στου βράχους, βρέθηκα σε απόσταση αναπνοής δίπλα τους.
Άρχισα να τους φωτογραφίζω σαν τρελή κι εκείνοι άρχισαν να πηδούν ένας - ένας στη θάλασσα. Θα ήταν γύρω στους 20 όλοι μαζί και ήταν πανέμορφοι! Κι εκεί, που καθόμουν και τους χάζευα, να τσαλαβουτούν στα ζεστά -γι 'αυτούς- νερά, οι όμορφοι αυτοκρατορικοί πιγκουίνοι εξαφανίστηκαν... στο άκουσμα του ήχου του ρολογιού. Το ξυπνητήρι που με ειδοποιούσε πως ήταν ώρα για την αντιβίωση. Πάνε οι πιγκουίνοι, πάνε τα βράχια, πάει η θάλασσα, πάει το όνειρο.
Υπάρχουν όμως πιγκουίνοι στον Λιμνιώνα; Υπάρχουν, θα σου έλεγα. Άμα πέφτεις σε λήθαργο από τον πυρετό. Τα πάντα είναι εφικτά!
Τρίτη 10 Μαρτίου 2009
Μια ιστορία του νόνου μου
"Θα παίξουμε μία αλλά μετά θα μου πεις μία ιστορία, για τότε που ανέβαινες στα βουνά με το άλογο, για να βρεις ζωντανά." Εσυμφωνήσαμε και στρωθήκαμε στην τσόχα. Ήταν παλαιός παίχτης, δεν έπαιζε χωρίς τσόχα στο τραπέζι, για να γλιστράει καλύτερα η τράπουλα. Φυσικά και έχασα αλλά καθόλου δεν με ένοιαζε. Το μυαλό μου το είχα στην ιστορία που θα έπαιρνα ρεγάλο. Μία από εκειές τις ιστορίες που με στοίχειωναν τα βράδια - μικρό παιδί- και δεν με άφηναν να κοιμηθώ. Από εκειές που έφερναν στην κάμαρά μου αερικά, δαιμονικά και στοιχειά σαν το βόιδι τση Ντούσενας.
Επήρε τα χαρτιά στα χέρια και γύρισε ένα φύλλο. "Έντηνέ, ντάμα πίκα! Ξέρεις τι βρώμα είναι εφτούνη; Ο Θέος να σε φυλάει! Το λοιπό, ξέρω ποια ιστορία θα σου πω αλλά φέρε μου κομμάτι νερό να έχω έδω πα κοντά μου, όπου να 'ναι θε να πιω την μπάλλα του ζαχάρου." Του έφερα το νερό και στρώθηκα δίπλα του ν' ακούσω επιτέλους. Άρχισε την αφήγηση...
Που λες παιδάκι μου, επήγαινα ένα βράδυ στη Λούχα, παραμονές Λαμπρής ήτουνα και επήγαινα για κάτι αρνοκάτσικα. Είχα και κάτι κουμπάρους εκεί, θα έμενα το βράδυ και το πρωί θα έκανα τη δουλειά μου και θα γύρναγα οπίσω. Ανέβαινα από το Μαχαιράδο κι έδε κει στου Καταλούπου, μου σταματάει το άλογο. Ορέ ναααα, του έλεγα. Τίποτα εφτό. Έκανε συνέχεια οπίσω. Νααα ορέ ναααααα, του έλεγα εγώ. Τίποτα εφτό. Ξέρεις παιδάκι μου, τα άλογα είναι αλαφροίσκιωτα, ούλα τα γλέπουνε. Ούλα που εμείς δεν γλέπουμε και δε νογάμε. Πίσσα σκοτάδι ήτουνα, εγώ μονάχος μου, εμαλινάρισα, ψέματα να σου πω; Ξεκαβαληκεύω το άλογο, το πιάνω από την καπιστράνα και το τράβαγα να προχωρήσει ομπροστά. Τίποτα εφτό. Μουλάρι ίδιο! Πάω οπίσω του και τι να ειδώ; Η ουρά του πλεμένη πλεξούδα τόση εεε χοντρή! Να μα το Άγιο Λείψανο! Εγώ δεν του την είχα πλεμένη και ούτε που εφύγαμε από τη Χώρα ήτουνα. Έδε κει είχε γένει. Τηνε πιάνω, τηνε λύνω, έκαμα και το σταυρό μου και καβαλήκεψα αντακάπου. Να ορέεεε, τίποτα το άλογο! Ήτουνα τσιλωμένο, αλαφιασμένο, το έγλεπα! Τόμου είδα κι αποείδα, κατεβαίνω και του δίνω μία δυνατή στα καπούλια. Τίποτα εφτό. Δεν επήγαινε ρούπι. Τότε εθυμήθηκα τη μάνα μου τη συγχωρεμένη που μου έλεγε άμα μου τυχαίνουνε τέτοια πράματα να ανάβω τσιγάρο να φεύγει το κακό μακρύα. Άναψα το λοιπό αμέσως το τσιγάρο και εφουμάριζα. Κάνω πίσω να δω την ουρά του αλόγου, τι να ειδώ;;; Αντακάπου πλεμένη πλεξούδα! Πριν πέντε λεφτά την είχα λύσει! Να μα τον Άγιο, άμα σου λέω ψέματα παιδάκι μου. Μου έπεσε το τσιγάρο από το στόμα! Το σήκωσα από χάμου και συνέχισα να φουμάρω. Σε μία δόση, μες στη σιγαλιά κάτι άκουγα. Εκράτησα και την ανάσα μου να καταλάβω τι είναι. Ακουότανε σαν αλυσίδες που τσι σέρνεις χάμου. Ο Άγιε μου Διονύσιε και Αγία μου Μαύρα, βοήθα με, εσκέφτηκα. Το άλογο να κάνει το μουρλό, να χλιμιντράει και να σηκώνεται στα πισινά του. Εσκέφτηκα ότι έδε κει θα άφηνα τα κόκκαλά μου, ό,τι θα με παίρνανε οι διαόλοι. Κάνω έτσι προς τη Χώρα και γλέπω, εεε μα τον Άγιο παιδάκι μου ανατριχίλα έχω που το θυμάμαι, ένα σκυλί μεγάλο σαν γαϊδούρι. Μαύρο και λυσσασμένο, να σέρνει κάτι αλυσίδες τόσες ε χοντρές. Τα μάτια μου επετάανε φωτιές κι ερχότουν απάνου μου. Έκαμα το σταυρό μου, είπα και το Πάτερ Ημών τρεις φορές, έπεσα στα γόνατα και επαρακάλαγα τον Άγιο να με ξελυτρώσει από το δαιμονικό. Το άλογο να βαρεί κλωτσίες τον άερα, να καίεται η σφαίρα σου λέω! Τελικά έφυγε ο όξω από δω και μακρία. Με ξελύτρωσε ο Άγιος μας! Επήγα την άλλη μέρα και άναψα τόρτσα στην χάρη του. Όμως παιδάκι μου, να με πιστέψεις, εμαλινάρισα ο δόλιος. Επήγε να μου φύγει η ψυχή! Ξημερώματα έφτασα στη Λούχα με ούλα εφτούνα! Αμέσως μου βάλανε να κολατσήσω και ήπια γύρευε πόσο κρασί να έρθω να σταλωθώ. Ασ' την κουβέντα παιδάκι μου. Ξέρεις τι έχω περασμένο;;;... Ασ' τα! Έλα να παίξουμε άλλη μια, να χαρείς!
Τόση ώρα τον άκουγα σιωπηλή. Δεν ήμουν πάνω από 12 χρονών. Εκείνο το βράδυ πάλι δεν εκοιμήθηκα. Ούλη νύχτα τα σκυλιά με τσι αλυσίδες με κυνηγάγανε και μου κάνανε τα ρούχα μπουκούνια...
Κυριακή 8 Μαρτίου 2009
Ο Ανεπιθύμητος Επισκέπτης
Δεν πρόλαβα καν να τον καλησπερίσω, με παραμέρισε και πέρασε στο καθιστικό φουριόζος. Βολεύτηκε στον καναπέ απέναντι από την εστία και δεν φαινόταν διατεθειμένος να φύγει σύντομα ούτε όμως και να ξεκινήσει κάποιο θέμα συζήτησης. Ο μικρός μας, αμέσως μόλις τον είδε έσπευσε να κάτσει στην αγκαλιά του και σαν να είδα ένα χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη, του παράξενου επισκέπτη καθώς έσκυβε και φιλούσε το μέτωπο του παιδιού.
Κυριακή μεσημέρι κι ακόμα δεν έχει φύγει από το σπίτι μας. Τριγυρίζει από δωμάτιο σε δωμάτιο και ξεστομίζει φλόγες. Άδειασε όλα μας σχεδόν τα αποθέματα σε νερό και σε υπομονή. Μια τον παρακαλώ να φύγει και μια τον απειλώ, ματαίως. Είπε ότι περνάει καλά με το μικρό μας και δεν σκοπεύει να φύγει, μέσα στα επόμενα εικοσιτετράωρα. Τον κερνάω κάθε τέσσερις ώρες παρακεταμόλη, μήπως και αποφασίσει να πάει στα τσακίδια αλλά δείχνει απλά να την απολαμβάνει κι αυτήν.
Στιγμές μας ξεγελάει και κρύβεται στη σοφίτα. Ούτε το θερμόμετρο δεν τον παίρνει χαμπάρι. Κι εκεί, που λέμε "έφυγε επιτέλους!", στέλνει τα ρίγη του και το ρίχνει το παιδί ανάσκελα, να χαζεύει το ταβάνι, με την δροσερή παρέα της κομπρέσας που μέσα σε δευτερόλεπτα αχνίζει στο κούτελο.
Τι ήθελα και άνοιξα τη πόρτα; Μου το έλεγε η μάνα μου όταν ήμουν μικρή, να ρωτάω ποιος είναι. Τίποτα εγώ εκεί! Να ανοίγω στον οποιονδήποτε. Ακόμα και σ' αυτόν, τον κύριο Πυρετό και τώρα να, μας θρονιάστηκε κι άντε να δούμε, πότε επιτέλους θα φύγει από 'δω μέσα...
Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009
Στάσου, θέλει να σου δώσει 'μύγδαλα!
Η Ολίβια έχει σχέση μ' ένα αγόρι όμορφο. Πιο όμορφο και από τον Όλιβερ. Η μαμά του -του αγοριού- έχει κτήμα με αμυγδαλιές. Πολλές αμυγδαλιές. Πάρα πολλές αμυγδαλιές. Τις στέλνει για να φτιάξει σουμάδα αλλά εκείνη είναι ανεπρόκοπη και δεν ξέρει. Τα προωθεί με το ΚΤΕΛ στη μαμά της στη Ζάκυνθο. Τα βλέπει κι ο πατέρας τα αμύγδαλα να πηγαίνουν και να έρχονται και ρωτάει με την γνωστή πατρική αγωνία, την Ολίβια: "Αμύγδαλα έρχονται αβέρτα, εσύ παιδάκι μου τι θα κάμεις με τη ζωή σου;".
Το ίδιο βέβαια αναρωτιέται και εκείνη. Είναι χρόνια με αυτό το αγόρι -με τα μάτια τα μελιά- και πλέον η κατάσταση έχει φτάσει στο μινόρε. Δεν ξέρει κανείς να πει με βεβαιότητα αν είναι μαζί από συνήθεια ή από αγάπη. Μπορεί να συμβαίνουν και τα δύο, φυσικά. Η Ολίβια όμως, πρέπει πλέον να αποφασίσει αν θα περάσει στο επόμενο στάδιο που λέγεται "έγγαμος βίος" ή θα κάμει το μπραφ και θα πάει σε κάνα Λονδίνο πάλι, να χτυπήσει κι ένα δεύτερο μεταπτυχιακό, να 'χει να πορεύεται. Όπως και να το κάνεις, ένα μεταπτυχιακό, πάντα σε βγάζει από το αδιέξοδο της ζωής.
Το αδιέξοδο της ζωής της Ολίβια βέβαια, έχει να κάμει και με το γεγονός ότι οι γονείς της, δεν δέχονται πλέον να παραλάβουν τα αμύγδαλα. Εγκόσανε οι άνθρωποι! Της δώσανε λοιπόν τελεσίγραφο: "όχι άλλα 'μύγδαλα!". Τι να έκανε κι εκείνη; Δεν θα μπορούσε να στείλει τα αμύγδαλα πίσω, στη δυνητική πεθερά. Άρχισε να τα χώνει στα ντουλάπια της κουζίνας της, στο πατάρι, στην αποθήκη, μέσα στη μπανιέρα ακόμα και μέσα στο πλυντήριο, ώσπου ξεχείλισαν τα πάντα και κόντεψαν να την πνίξουν.
Ευτυχώς που έχει σπλαχνικούς γείτονες και την φιλοξενούν τα βράδια. Είναι αδύνατον πλέον να μπει μέσα στο διαμέρισμά της. Άλλωστε, υπάρχει ο φόβος αν ανοίξει τη πόρτα, να πλημμυρίσει όχι μόνο η πολυκατοικία αλλά και ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο στη περιοχή γνωστού ξενοδοχείου, που δεν αναφέρω ώστε να μην θεωρηθεί προπαγάνδα.
Δεδομένης της κατάστασης λοιπόν, και μετά από σχετικό αίτημα των κατοίκων της περιοχής, καλείται η φίλη Ολίβια να αποφασίσει πάραυτα για το μέλλον της και το μέλλον τους: θα μάθει να φτιάχνει την πολυπόθητη σουμάδα ή θα τρέξει στα χωράφια -ως άλλη Άναμπελ- στο κάλεσμα του "βοσκού" : "Στάσου 'μύγδαλα!";;; Ίδωμεν...
Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009
Πρόσκληση για Λογοτεχνία, Μπίρα & Blogging
Έξι bloggers με συγγραφικό ταλέντο ανακάλυψαν οι
Η Εταιρεία Πολιτισμού Action Direct ανέλαβε τη διοργάνωση έξι παρουσιάσεων των πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων και των βιβλίων τους σε έξι café –στέκια της νεολαίας.Εκεί οι συγγραφείς και οι συντελεστές που υλοποίησαν την πρωτοποριακή, όσο και ουσιαστική αυτή ιδέα, σας περιμένουν για να σας προσφέρουν τα βιβλία μαζί με ένα ποτήρι μπίρα Amstel Pulse.
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΩΝ
Ø Τετάρτη 4/3
Ø Τρίτη 10/03
Ø Τρίτη 17/03
Ø Τρίτη 24/03
Ø Τρίτη 31/03
Ø Τρίτη 07/04 Εν Δελφοίς, ώρα 19.00
OI ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ & O ΖΩΓΡΑΦΟΣ
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΛΜΟΥ
ΦΩΤΗΣ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
Γεννήθηκα στην Αθήνα.Εγκαταστάθηκα στην Θεσσαλονίκη θέλοντας να συμβάλλω στην αποκέντρωση.Στη συνέχεια είδα πολλούς φίλους Θεσσαλονικείς να μετακομίζουν στην Αθήνα.Αποτέλεσμα της σώψυχης ανάγκης μου για απολογισμό του παρελθόντος είναι και το πόνημα που κρατάτε στα χέρια σας.Ασχολήθηκα επιτυχώς με την Αρχιτεκτονική με πενιχρό οικονομικό όφελος και με την φωτογραφία χωρίς κανένα οικονομικό όφελος.Έμεινα με την ικανοποίηση ότι τα έργα μου έτυχαν αρκετής εκτίμησης για να δημοσιευτούν, σε αρχιτεκτονικές εκδόσεις τα μεν και σε εκθέσεις και δημοσιεύσεις τα δε.Για περαιτέρω διευκρινίσεις για το ποιόν μου ως επιστήμων και άνθρωπος, μπορείτε να με ψάξετε στο blog που συντηρώ στο διαδίκτυο σαν satanasso-tefteria.blogspot.comEάν μάλιστα η εικόνα μου, που συνοδεύει αυτό το βιογραφικό σημειωματάκι σας γοήτευσε, δέχομαι στίχους και ελεγείες στο satanasso@gmail.com
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΓΑΡΗΣ
DANA SEMITECOLO
ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ
Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009
"Είμαι ο Τάκης και είμαι ποδήλατο"
Δηλαδή νομίζω πως είμαι χαρούμενη. Δεν ξέρω ακριβώς. Μάλλον καλά νοιώθω. Χμ... Τώρα που το σκέφτομαι κάπως καλύτερα, είμαι χαρούμενη και πανικόβλητη! Ναι, πανικό νοιώθω τώρα που κρατάω το βιβλιαράκι μου στα χέρια και γράφει το όνομά μου -έστω το ψευδώνυμό μου- κι έχει και τη φάτσα μου τυπωμένη!
Όταν είχε βγει το πρώτο, πρώτο μου κείμενο στο διαδίκτυο πριν δυόμιση χρόνια περίπου, δεν φανταζόμουν αυτή την εξέλιξη και ούτε την επιδίωξα. To blog ήταν, είναι και θα είναι ένα καλό μέσο αποσυμπίεσης. Τελικά τα πράγματα ήρθαν κάπως διαφορετικά και μετά από διάφορες δημοσιεύσεις στον τοπικό μας τύπο, ήρθαν και τα city stories. Τα απρόσμενα είναι και τα καλύτερα αλλά να, άμα δεν τα έχεις σχεδιάσει, δεν ξέρεις και πως να τα διαχειριστείς!
Ξέρω πως ο "Τάκης" δεν είναι κανένα σπουδαίο λογοτεχνικό πόνημα αλλά κρύβει επιμελώς, μικρά κομματάκια της φοιτητικής μου ζωής και τεράστια κομμάτια συναισθηματικής αξίας και αυτό, για εμένα, είναι σημαντικό.
Τώρα που εκδόθηκα λοιπόν κι επίσημα, οφείλω ένα τεράστιο δημόσιο ευχαριστώ στους ανθρώπους που με βοήθησαν και με στήριξαν: Στο νονό μου τον Πιτσιρίκο, στον εκδότη και μέντορά μου κ. Διονύση Βίτσο, στον φίλο ζωγράφο Μπάμπη Πυλαρινό για το υπέροχο ζωγραφικό θέμα στο εξώφυλλο αλλά και στην Amstel Pulse που είναι χορηγός στις μπούρδες μου καθώς και την Action Direct, για την προβολή και προώθηση του project -για να μιλάμε και στη γλώσσα μας.
Ευχαριστίες θερμές και στους ανθρώπους της LIFO, του ΡΑΠΟΡΤΟ και του LIBRO, για την φιλοξενία και τη στήριξη.
Ιδιαίτερα μεγάλο ευχαριστώ -και να με συμπαθάτε οι υπόλοιποι- στον σύντροφό μου για την υπομονή του και στον γιο μας που μου δίνει έμπνευση κάθε στιγμή. Έμπνευση όχι μόνο για γραψίματα. Έμπνευση για ζωή!
Έξτρα ευχαριστώ στους γονείς μου, τους φίλους, τους συνάδελφους, τους γνωστούς και σε όλους γενικά, με την ελπίδα να μην ξέχασα κανέναν και έχουμε μούτρα αύριο!
Κι επειδή και πολύ μελό μου βγήκε το ποστάκι και σαν τελετή απονομής βραβείων, ας το κλείσω εδώ. Σας ενημερώνω πως στην παρουσίαση του "Τάκη", θα είμαι εάν κι εφόσον έχω καταφέρει μέχρι τότε να χάσω τα 10 παραπανίσια μου κιλά, ώστε να μου πηγαίνει το καλό μου το ταγέρ και να κάνω καλή εντύπωση στο κόσμο!
Ευχαριστώ!
Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009
Η Αυτού Μεγαλειότης...Το ρυζόγαλο!
Τώρα φυσικά που το σκέφτομαι, χαμογελάω μιας και όσο μεγαλώνω τόσο πιο γελοία θέλω να μασκαρεύομαι. Αλλά επειδή "ουδέν κακόν αμ(π)ιγές καλού" η εμπειρία μου σαν παιδί με έμαθε να κατανοώ τους ευσεβείς πόθους του γιου μου, που θέλει να ντύνεται αυτό που θα ήθελε να είναι: σούπερ ήρωας, κουρσάρος των επτά θαλασσών (και βάλε) αλλά και Λούκι Λουκ.
Την λατρεία για το ρυζόγαλο πρέπει να την κληρονόμησα από τη μητερούλα. Εκείνη το έτρωγε με την κουτάλα σαν παιδί και μια φορά, έφαγε τόσο που κόντεψε να πεθάνει κι όλη νύχτα βάιζε πάνω στο κρεβάτι "ω μανούλα μου τι έπαθα!". Τελικά τη γλίτωσε, προφανώς...
Για όλες αυτές τις θύμησες και για "το καλό"...Μάνα, μητέρα, μανούλα, μαμά! Σου στέλνω μήνυμα από το μετερίζι του μπλογκσποτ, κανόνισε να μας φτιάξεις κομμάτι ρυζόγαλο να μας τρατάρεις γιατί δεν μας βλέπω καθόλου καλά εφέτο! Και μην αρχίσεις πάλι τσι φαωμάρες για το που θα βρεις καλό γάλα, θα σου φέρω εγώ! Εντάξει;;; Φιλί!
Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009
Μου στείλαν ένα γράμμα, φαρμάκι και φωτιά....
Γιατί δεν γράφω; Συγγνώμη κιόλας αλλά δεν έχω κάτι να πω-γράψω τις τελευταίες μέρες. Είναι τόσο κακό αυτό; Ποια είμαι, τέλος πάντων; Αν είναι να με αγχώνει το ότι δεν ανεβάζω πόστο κάθε μέρα, να το κλείσω το μαγαζί και να γράφω τις μπούρδες μου ανενόχλητη, στο ημερολόγιο της Μπάρμπι, με το χρυσό λουκέτο.
Όπως και να έχει, ευχαριστώ και με την ευκαιρία, σας παρουσιάζω το πρώτο ποιητικό βιβλίο του καλού φίλου Δημήτρη Αθηνάκη, με τίτλο "χωρίσεμεις". Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις, Κοινωνία των (δε)κάτων. Ο Δημήτρης είναι νέος και ταλαντούχος και είμαι σίγουρη πως θα γίνει ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές! Όσο υπερβολική κι αν διαβάζομαι! Άλλωστε, είναι ήδη γνωστός και από τις μεταφράσεις που έχει κάνει. Αναζητήστε το βιβλίο του και θα με θυμηθείτε!
(Δημήτρη, την επιταγή ξέρεις σε τι όνομα να τη κόψεις. Φιλί!)
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009
Το αντέτι της Τσικνοπέμπτης
Το μήνυμα ήταν σαφές και ήταν καλέστρα. Τσικνοπέμπτη βλέπεις αύριο... Καλέστρα όχι όπως να 'ναι μα όπως πρέπει, η χαρά του αντεταδόρου! Για ξινιστό έλεγε και για κοκορέτσια και γαρδούμες στο ταψί και για λογικές τιμές, ένεκεν η κρίση... καταλαβαίνεις! "Πολύ θα ήθελα να παρευρεθώ κι ευχαριστώ που με θέλετε για παρέα σας αλλά δεν μπορώ ψυχή μου να σε χαρώ!", ήταν η απάντησή μου στον φίλο και γνωστό αντεταδόρο Διονύση. Τι να κάμω, έχουμε κανονίσει με τους συνάδελφους να πάμε κάπου όλοι μαζί. Θα φύγουμε και πιο νωρίς από το γραφείο, θα αποφύγω τις κουτουλιές επάνω στην οθόνη του υπολογιστή. Πρέπει να με καταλάβεις!
Έχει και συνέχεια, βάστα! Δεν φτάνει που δεν θα κρατήσω το παραδοσιακό αντέτι το μεσημέρι, παρά θα επιδοθώ στη βρώση παϊδακίων - τα οποία θα είναι και αρνίσια και θα βρωμάνε - αλλά έχω και δεύτερο γύρο το βράδυ, με την οικογένεια. Με κλεισμένο τραπέζι σε γνωστή ταβέρνα του νησιού, με τα καλά μας φορεμένα, με το μικρό ντυμένο Λούκι Λουκ και με μουσική υπόκρουση Νταλάρα να τραγουδάει: "σε μαγικά νησιά, θέλω να βρεθούμε". Μετά στο σπίτι, οπωσδήποτε μπάνιο να φύγει η τσίκνα από το μαλλί!
Μη μου πεις πόσο τραγικό το βρίσκεις! Έχει και τη πλάκα του. Πάντα έχει τη πλάκα του γιατί ο αυτοσαρκασμός μας οργιάζει και επιβάλλει την κατανάλωση μπόλικου κρασιού. Πως να αντέξεις ο άνθρωπος; Παλιά καθόμασταν σπίτι μας και τρώγαμε το ξινιστό μας και πέρναγε η ώρα μας. Τώρα πάμε όπου θέλει το παιδί. Ταβέρνα θέλει το παιδί; Ταβέρνα κι εμείς. Παϊδάκι το παιδί; Παϊδάκι κι εμείς και θα κάνουμε και μία τούμπα άμα χρειαστεί. Μην το στεναχωρεύουμε, μέρες που 'ναι!
Τώρα αν αναρωτιέσαι γιατί στα γράφω όλα αυτά, θα σου λύσω την απορία. Ο φίλος Διονύσης στου οποίου το κάλεσμα δεν θα μπορέσω να ανταποκριθώ, είπε ότι θα με κάνει βούκινο πως αντί να κρατήσω το αντέτι, θα κάνω Τσικνοπέμπτη μωραΐτικη. Το σκέφτηκα από 'δω, το σκέφτηκα από 'κει κι είπα να τα πω μόνη μου, για να του πάρω τη μπροστινή!
Άλλωστε καρναβαλάκι είναι, τα πειράγματα, οι μάντσιες και τα λοιπά, επιβάλλονται!
Και του χρόνου Διονυσάκη μου!













